Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Τα χίλια πρόσωπα του ηρωα, οι "μάσκες" του θείου και η θηλυκή θεότητα (δοκίμια του Τζόζεφ Κάμπελ)

Ακολουθούν τα σημαντικότερα έργα του Αμερικανού συγκριτικού μυθολόγου, Τζόζεφ Κάμπελ (Joseph Campbell, 1904–1987), μαζί με πληροφορίες για ελληνικές εκδόσεις όπου αυτές υπάρχουν.

Ο ήρωας με τα χίλια πρόσωπα (1949) Αποτελεί, ένα από τα πιο επιδραστικά δοκίμια του 20ού αιώνα, στον χώρο της μυθολογίας και της αφηγηματολογίας. Αν και δεν είναι λογοτεχνία, με τη στενή έννοια, διαθέτει έντονη αφηγηματική δύναμη και φιλοσοφική διάσταση, που το καθιστούν σχεδόν «λογοτεχνικό» στην εμπειρία της ανάγνωσης. Είναι το πιο αντιπροσωπευτικό της σκέψης του συγγραφέα. Συμπυκνώνει με τον πιο καθαρό και συνεκτικό τρόπο, τη βασική του ιδέα: ότι πίσω από τις μυθολογίες του κόσμου, υπάρχει ένα κοινό αφηγηματικό και ψυχολογικό μοτίβο, το «ταξίδι του ήρωα». Το βιβλίο έχει σαφή δομή, ισχυρό θεωρητικό άξονα και ταυτόχρονα μια σχετική αφηγηματική ζωντάνια, που το κάνει να διαβάζεται ακόμη και εκτός ακαδημαϊκού πλαισίου. Επιπλέον, είναι αυτό που επηρέασε βαθύτερα τη σύγχρονη αφήγηση, από τη λογοτεχνία μέχρι τον κινηματογράφο.

Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η έννοια του «μονομύθου» — η ιδέα ότι όλες οι μεγάλες μυθολογικές αφηγήσεις, μοιράζονται μια κοινή δομή: το ταξίδι του ήρωα. Ο Campbell, αντλεί παραδείγματα από διαφορετικούς πολιτισμούς, εποχές και θρησκείες, επιχειρώντας να αποδείξει, ότι οι ανθρώπινες ιστορίες, εκφράζουν πανανθρώπινα, ψυχολογικά και υπαρξιακά μοτίβα. Η επιρροή της ψυχαναλυτικής σκέψης, ιδιαίτερα του Carl Jung, είναι εμφανής, καθώς ο ήρωας ερμηνεύεται, ως συμβολική αναπαράσταση της εσωτερικής μεταμόρφωσης του ατόμου.

Η γραφή είναι πυκνή, συχνά δοκιμιακή, και απαιτεί προσοχή από τον αναγνώστη. Δεν πρόκειται για ένα εύκολο ή «γρήγορο» ανάγνωσμα, αντιθέτως, λειτουργεί σαν ένα πνευματικό ταξίδι που καλεί σε στοχασμό. Οι συνεχείς αναφορές σε μύθους, από όλο τον κόσμο, δημιουργούν έναν πλούσιο, σχεδόν ποιητικό ιστό, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να κουράσουν, όσους δεν έχουν εξοικείωση με το αντικείμενο.

Από λογοτεχνική σκοπιά, το βιβλίο ξεχωρίζει για τη δομή του: δεν αφηγείται μια ιστορία, αλλά αποδομεί και επανασυνθέτει, όλες τις ιστορίες σε ένα ενιαίο σχήμα. Αυτό το εγχείρημα, είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο προτέρημα και η κύρια αδυναμία του. Από τη μία πλευρά, προσφέρει ένα ισχυρό ερμηνευτικό εργαλείο, που έχει επηρεάσει βαθιά τη σύγχρονη αφήγηση. Από την άλλη, η γενίκευση που επιχειρεί, ίσως υπεραπλουστεύει, την πολυπλοκότητα των επιμέρους πολιτισμικών παραδόσεων.

Η σημασία του έργου, εκτείνεται πολύ πέρα από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Επηρέασε βαθιά τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και την ανάλυση μυθολογίας και αφήγησης. Δημιουργοί όπως ο George Lucas, έχουν αναγνωρίσει την επιρροή του, στη διαμόρφωση σύγχρονων αφηγηματικών προτύπων. Το «ταξίδι του ήρωα» έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο της δραματουργικής δομής στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία.

Συνολικά, είναι ένα έργο που απαιτεί ενεργή συμμετοχή από τον αναγνώστη, αλλά ανταμείβει με μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης αφήγησης. Δεν είναι απαραίτητα ένα βιβλίο για όλους, όμως για όσους ενδιαφέρονται για τη μυθολογία, την ψυχολογία και τη δύναμη των ιστοριών, αποτελεί ένα θεμελιώδες και διαχρονικό ανάγνωσμα.  Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει από τον Ιάμβλιχο το 1995.

Οι μάσκες του Θεού (1962 – 1968) Το «πιο ολοκληρωμένο» και εκτεταμένο εγχείρημά του. Μνημειώδης τετραλογία, που επιχειρεί κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο από τον «Ήρωα με τα χίλια πρόσωπα»: μια συνολική χαρτογράφηση της παγκόσμιας μυθολογίας μέσα από πολιτισμικές, ιστορικές και ψυχολογικές οπτικές. Η σειρά (που περιλαμβάνει τέσσερις τόμους, για την πρωτόγονη, την ανατολική, τη δυτική και τη δημιουργική μυθολογία) αποκαλύπτει την επιμονή του Campbell στη βασική του ιδέα: ότι οι μύθοι αποτελούν «μάσκες» μέσα από τις οποίες εκφράζεται, μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία του ιερού και «άρρητου». Εδώ όμως, η προσέγγισή του, είναι πιο εκτεταμένη και λιγότερο αφηγηματικά, συγκεντρωμένη σε ένα μοτίβο, όπως ήταν ο μονομύθος. Είναι όμως πιο δύσκολο, λιγότερο ενιαίο ως ανάγνωσμα και όχι τόσο άμεσο. Αποτελεί θεμελιώδη συγγραφή για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία και λειτουργία του μύθου.

Η γραφή του είναι ακόμη πιο απαιτητική από ό,τι στον «Ήρωα». Ο Campbell συνδυάζει ανθρωπολογία, συγκριτική θρησκειολογία και ψυχαναλυτικές επιρροές (και πάλι με εμφανή τη σκιά του Carl Jung), δημιουργώντας ένα έργο, που συχνά θυμίζει εγκυκλοπαίδεια ιδεών. Η γλώσσα του είναι πλούσια, αλλά και πυκνή, και απαιτεί από τον αναγνώστη όχι μόνο συγκέντρωση αλλά και μια σχετική εξοικείωση με το αντικείμενο.

Από λογοτεχνική άποψη, η αξία της τετραλογίας, βρίσκεται στη συνθετική της δύναμη: ο Campbell λειτουργεί, σαν ένας αφηγητής πολιτισμών, που υφαίνει ένα τεράστιο δίκτυο συμβόλων και νοημάτων. Υπάρχουν στιγμές σχεδόν ποιητικές, όπου οι διαφορετικές μυθολογίες «συνομιλούν» μεταξύ τους, αλλά αυτές εναλλάσσονται με εκτενείς αναλύσεις που μπορεί να φανούν βαρετές.

Η μεγαλύτερη αρετή του έργου είναι η εύρος του. Ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με μια εντυπωσιακή ποικιλία μύθων και θρησκευτικών παραδόσεων, αποκτώντας μια αίσθηση της παγκόσμιας πολιτισμικής ενότητας. Ωστόσο, εδώ εντοπίζεται και η βασική κριτική: η τάση του Campbell να εξομαλύνει τις διαφορές και να εντάσσει τα πάντα σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα, μπορεί να θεωρηθεί απλουστευτική ή ακόμη και προβληματική από σύγχρονη ακαδημαϊκή σκοπιά.

Σε αντίθεση με τον «Ήρωα με τα χίλια πρόσωπα», που έχει πιο άμεση επιρροή στη σύγχρονη αφήγηση, οι «Μάσκες του Θεού» λειτουργούν περισσότερο ως έργο αναφοράς και στοχασμού. Δεν είναι ένα βιβλίο που «διαβάζεται» εύκολα, από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά ένα έργο στο οποίο επιστρέφει κανείς, αναζητώντας συνδέσεις και ερμηνείες.

Συνολικά, πρόκειται για ένα φιλόδοξο και απαιτητικό έργο, που ανταμείβει τον υπομονετικό αναγνώστη, με μια βαθιά, αν και όχι αδιαμφισβήτητη, θεώρηση της ανθρώπινης μυθολογικής εμπειρίας. Είναι πιο δύσκολο στην ανάγνωση, από άλλα έργα του Campbell, αλλά ίσως πιο ενδεικτικό της διανοητικής του εμβέλειας. Δεν έχει εκδοθεί ολοκληρωμένο στην Ελλάδα. Από τις εκδόσεις Ιάμβλιχος, το 1997, έχουν κυκλοφορήσει οι δυο πρώτοι τόμοι, από τους 4, με τίτλο Πρωτόγονη Μυθολογία, (τομ. Α΄,Β΄)

Η δύναμη του μύθου (1988)  Αποτελεί ένα από τα πιο προσιτά και ταυτόχρονα ουσιαστικά κείμενα, για την κατανόηση της μυθολογικής σκέψης στον σύγχρονο κόσμο. Η δομή του έργου βασίζεται σε συζητήσεις, με τον δημοσιογράφο Bill Moyers, που έγιναν πριν τον θάνατο του συγγραφέα (1987), οι οποίες, αγγίζουν θεμελιώδη ζητήματα: τον ρόλο των μύθων στην ανθρώπινη ζωή, τη σχέση τους με τη θρησκεία, τη σημασία των συμβόλων και τη θέση του ατόμου, σε έναν κόσμο που φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές αφηγήσεις. Ο Campbell δεν παρουσιάζει απλώς θεωρίες, αφηγείται, ερμηνεύει και συνδέει, δημιουργώντας ένα κείμενο που ρέει με φυσικότητα, σχεδόν σαν προφορικός λόγος.

Από λογοτεχνική άποψη, το βιβλίο ξεχωρίζει για την απλότητα και τη σαφήνειά του. Η γλώσσα είναι καθαρή, χωρίς την πυκνότητα που χαρακτηρίζει άλλα έργα του, γεγονός που το καθιστά ιδανικό ως εισαγωγή στη σκέψη του. Παράλληλα, η χρήση παραδειγμάτων, από διαφορετικές μυθολογίες και πολιτισμούς δημιουργεί μια αίσθηση οικουμενικότητας. Η επιρροή της ψυχολογικής σκέψης, ιδίως του Carl Jung, παραμένει παρούσα, αλλά εδώ ενσωματώνεται με πιο αφηγηματικό και λιγότερο θεωρητικό τρόπο.

Ο Κάμπελ, αναγνώρισε στη μυθολογία, τέσσερις βασικές λειτουργίες όσον αφορά στην επίδραση της πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία:

Την αφύπνιση αισθήματος δέους μπροστά στο μυστήριο της Ζωής: Για τις αρχέγονες κοινωνίες  το ανώτερο μυστήριο της ύπαρξης, δεν μπορούσε να εκφραστεί με τον λόγο (γιατί προϋπήρχε και υπερέβαινε αυτόν). Η μόνη δυνατή προσέγγιση του, ήταν η άμεση εμπειρία. Οι μύθοι και οι τελετές, που τους αναπαριστούν, οδηγούσαν σε μία τέτοια εμπειρία, μέσω της σύνδεσης του προσωπικού βιώματος, με κάτι – εν πολλοίς ακατανόητο και - μεγαλύτερο. Έτσι όρισε και την ετυμολογία της λέξη religion (λατ. religio) ως re-link (επανασύνδεση). Στα ελληνικά, η λέξη θρησκεία, προέρχεται από το ρήμα θρησκεύω (αποδίδω ιερή υπηρεσία, λατρεύω), το οποίο εμφανίζεται ήδη, από τον 5ο αι. π.Ε. Το θρησκεύω, συνδέεται με την νόηση (θρήσκω) ή τη φύλαξη (εν-θρεῖν), υποδηλώνοντας την προσεκτική φύλαξη ιερών μυστικών. Μια άλλη θεωρία (Πλούταρχος), αναφέρει ότι η λέξη προέρχεται από τις «Θράσσες» (Θράκισσες γυναίκες), οι οποίες μυούνταν στα Καβείρια μυστήρια και καταλαμβάνονταν από ιερή μανία. Άλλοι, τη συσχετίζουν, επίσης με τα ρήματα θρέομαι (φωνάζω) ή θροέω (θορυβώ), παραπέμποντας στο «θρούν» (θρόισμα) ή τον ιερό φόβο και τον κλονισμό. Ορισμένοι, γλωσσολογικά, τη συνδέουν με την ινδοευρωπαϊκή  ρίζα θεράπ- (θεραπεύω), υποδηλώνοντας την υπηρεσία προς τους θεούς. Όπως και να είναι, όλα αυτά, προϋποθέτουν επίσης τη σύνδεση με το θείο. 

Την κοσμολογική λειτουργία: Τον καιρό της δημιουργίας τους, οι μύθοι λειτουργούσαν ως πρώιμη, εμβρυακή επιστήμη, εξάγοντας γενικά συμπεράσματα, μέσα από φυσικές παρατηρήσεις. 

Την διατήρηση της υπάρχουσας τάξης: Η δομή των αρχαίων κοινωνιών, δημιουργήθηκε κάτω από πολύ ισχυρότερες φυσικές πιέσεις, απ’ ότι οι σύγχρονες και εξαρτιόταν πολύ περισσότερο από αυτές. Η δομή αυτή, συχνά κρινόταν απαραίτητη, για την επιβίωση αυτών των κοινωνιών και εδώ, ο μύθος, έπαιζε τον βασικό ρόλο συγκρότησης και διαιώνιση της. 

Και την καθοδήγηση του ανθρώπου μέσα από τα στάδια της ζωής: ο μύθος προσέφερε ένα αρχετυπικό πρότυπο, για τα στάδια της ενηλικίωσης, της ζωής μετά και τελικά την αντιμετώπιση της πραγματικότητας του θανάτου.

Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του έργου είναι η σύνδεσή του με την επικαιρότητά. Ο Campbell, υποστηρίζει ότι, ακόμη και στον σύγχρονο, τεχνολογικό κόσμο, οι μύθοι εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μηχανισμό νοηματοδότησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Η ιδέα, ότι ο άνθρωπος χρειάζεται «ζωντανούς μύθους», για να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια εποχή κρίσης αξιών.

Ο διάλογος, αν και γοητευτικός, δεν επιτρέπει πάντα την ανάπτυξη σε βάθος των επιχειρημάτων, αφήνοντας, ορισμένα ζητήματα ανοιχτά ή απλουστευμένα. Παρά ταύτα, το έργο, διαθέτει μια ιδιαίτερη γοητεία: μεταφέρει τη σοφία ενός μελετητή, που έχει αφιερώσει τη ζωή του, στη μελέτη των ιστοριών που διαμόρφωσαν την ανθρωπότητα. Δεν είναι ένα βιβλίο που επιδιώκει να εντυπωσιάσει με θεωρητική πολυπλοκότητα, αλλά να εμπνεύσει και να προβληματίσει.

Συνολικά, πρόκειται για ένα έργο που γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην επιστήμη και την αφήγηση. Προσφέρει μια ουσιαστική, ανθρώπινη προσέγγιση στους μύθους, καθιστώντας το ιδανικό, τόσο για τον νέο αναγνώστη, όσο και για εκείνον, που έχει ασχοληθεί με αυτά τα θέματα. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιάμβλιχος το 1998.

Goddesses: Mysteries of the feminine divine (2013) Αν και δεν ολοκληρώθηκε από τον ίδιο, όσο ζούσε, ως ενιαίο βιβλίο, αποτελεί σημαντική συμβολή στη μελέτη της θηλυκής θεότητας στους μύθους. Αποτελεί συλλογή διαλέξεων και εργαστηρίων που έδωσε μεταξύ 1972 και 1986, για τις θεές και τη θηλυκή θεότητα, στον παγκόσμιο μύθο. Η επιμελήτρια, συγκέντρωσε αυτές τις διαλέξεις και σχημάτισε με αυτές, μια συνεκτική συλλογή, που επικεντρώνεται στη μορφή του θηλυκού θείου στις παγκόσμιες μυθολογίες. Αυτό το στοιχείο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τον χαρακτήρα του έργου.

Η γραφή (ή μάλλον, καταγραφή του προφορικού λόγου) είναι πιο χαλαρή, αποσπασματική, με μια αίσθηση άμεσης επικοινωνίας. Σε αντίθεση με τη συστηματικότητα που συναντάμε σε άλλα έργα του συγγραφέα, εδώ ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με μια πιο ελεύθερη, σχεδόν περιπλανώμενη σκέψη, που αναπτύσσεται μέσα από συνειρμούς και θεματικές συνδέσεις.

Ο Campbell εξετάζει τη θεότητα μέσα από τη γυναικεία της διάσταση: από τις αρχαίες μητριαρχικές θεότητες μέχρι τις πιο σύνθετες μορφές της θεϊκής θηλυκότητας σε ανατολικές και δυτικές παραδόσεις. Το βασικό του επιχείρημα παραμένει γνώριμο: οι μύθοι λειτουργούν ως συμβολικά συστήματα, που εκφράζουν βαθύτερες ψυχολογικές και κοσμολογικές αλήθειες. Ωστόσο, εδώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργική, γεννητική και μεταμορφωτική δύναμη του θηλυκού στοιχείου. Τα κεντρικά θέματα του έργου είναι:

Η εξέλιξη της θηλυκής θεότητας στην παγκόσμια μυθολογία: Μελετά, πώς η αρχική μορφή μιας ενιαίας «Μεγάλης θεάς» σε αρχαίες κοινωνίες (π.χ. Νεολιθική Ευρώπη) μετασχηματίστηκε σταδιακά, σε πολλούς, διαφορετικούς θεούς και θεές, με ποικίλες ιδιότητες και λειτουργίες.

Τα αρχέτυπα και οι συμβολισμοί: Οι θεές δεν αντιμετωπίζονται απλά ως ιστορικές φιγούρες, αλλά ως αρχέτυπη έκφραση θεμελιωδών ψυχικών και πνευματικών λειτουργιών -  δημιουργία & καταστροφή, ζωή & θάνατος, μύηση, μεταμόρφωση. Λειτουργούν ως σύμβολα, για βασικές ανθρώπινες εμπειρίες και για την εσωτερική ανάπτυξη.

Η πολυπολιτισμική, συγκριτική προσέγγιση: Το έργο καλύπτει παραδόσεις από την Παλαιολιθική και Νεολιθική Ευρώπη, τις Αιγαιοπελαγίτικες και Κρητικές θεότητες, τις Σουμεριακές και Αιγυπτιακές μορφές, τις Ινδικές και Ελληνικές θεές, τους μύθους του Ελευσίνιου μυστηρίου και αρχαιότερες τελετουργίες και την Χριστιανική παράδοση και την Παναγία, μέσα από τη σύγκρισή τους με αρχαιότερες μορφές.

Η συμβολή της θηλυκής θεότητας στην ψυχοπνευματική μεταμόρφωση: Ο Κάμπελ, τονίζει, ότι οι θεές δεν είναι απλά μυθολογικές φιγούρες, αλλά δείχνουν ενεργές διαδικασίες αλλαγής και μύησης – δηλαδή, πώς  προσεγγίζονται τα μεγάλα ερωτήματα, για την ύπαρξη, το θάνατο, τη μεταμόρφωση και την πνευματική ωρίμανση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδέα ότι η απώλεια ή η υποβάθμιση του αρχικού συμβολισμού του θηλυκού θεϊκού, στις μεταγενέστερες πατριαρχικές παραδόσεις, έχει βαθιές συνέπειες στην κουλτούρα και στην ψυχολογία, καθιστώντας την επανεκτίμηση των αρχαίων θεών σημαντική και σήμερα.

Το βιβλίο αυτό συμπληρώνει παλαιότερες μελέτες του Κάμπελ, όπως Οι μάσκες του Θεού και Η δύναμη του μύθου, προσφέροντας μια εξειδικευμένη εστίαση, στον θηλυκό μύθο και τις θεές. Ο Κάμπελ, αντιμετωπίζει τις θεές, όχι μόνο ως ιστορικές αντικειμενικές μορφές, αλλά και ως αρχέτυπα της εσωτερικής ψυχικής ζωής. Επίσης, αναδεικνύει, πώς οι μορφές του θηλυκού θεϊκού - π.χ. θεότητα της γονιμότητας, μητέρα της γης, θεές της σοφίας – λειτούργησαν, ως πύλες, προς βαθύτερες πνευματικές εμπειρίες και μεταμορφώσεις, στον ιστορικό άνθρωπο.

Έχει τριπλή σημασία: Αποκαλύπτει μία πολυσυλλεκτική, παγκόσμια εικόνα της θηλυκής θεότητας, μέσα από μύθους και τελετουργικά. Αναδεικνύει τις θηλυκές
θεότητες, όχι απλά ως ιστορικά ή λατρευτικά σύμβολα, αλλά, ως αρχέτυπα, που καθοδηγούν την ψυχική και πνευματική ανάπτυξη. Και τέλος τις εξετάζει και τις εντάσσει,
μέσα σε ένα πλαίσιο, συγκριτικής ανάλυσης και σύνθεσης, δείχνοντας την εξέλιξη τους, από αρχέγονες κατηγορίες, προς πιο διαφοροποιημένες μορφές. 

Από λογοτεχνική άποψη, το έργο έχει διπλό ενδιαφέρον. Από τη μία πλευρά, η καταγραφή του προφορικού λόγου το καθιστά πιο προσιτό και ζωντανό, αφού υπάρχουν στιγμές, όπου η αφήγηση αποκτά σχεδόν μυθική ποιότητα, σαν να ακούει κανείς έναν δάσκαλο, να αφηγείται ιστορίες μπροστά σε κοινό. Από την άλλη, η έλλειψη αυστηρής δομής, μπορεί να δημιουργήσει αίσθηση ασυνέχειας, ιδίως σε αναγνώστες που αναζητούν ένα πιο οργανωμένο επιχείρημα.

Η θεματική του, το καθιστά ιδιαίτερα επίκαιρο, ειδικά υπό το πρίσμα σύγχρονων συζητήσεων, γύρω από το φύλο και τη θρησκευτική εμπειρία. Ωστόσο, η προσέγγιση του, δεν είναι προϊόν σύγχρονων φεμινιστικών θεωριών, αλλά εντάσσεται στο ευρύτερο συγκριτικό και ψυχολογικό πλαίσιο στη πορεία του συγγραφέα στο χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ προσφέρει γόνιμο υλικό για σκέψη, μπορεί να φαίνεται περιορισμένο ή παρωχημένο σε ορισμένες ερμηνείες του. Μπορεί όμως, σε άλλους, με πιο ευρεία και ευέλικτη προσέγγιση και δημιουργική σύνθεση των ερμηνειών, να τους βοηθήσεις να εξάγουν πολύ αξιοπρόσεκτα συμπεράσματα.

Συνολικά, δεν είναι το πιο ολοκληρωμένο ή αντιπροσωπευτικό έργο του Campbell, αλλά αποτελεί ένα ενδιαφέρον συμπλήρωμα της σκέψης του. Προσφέρει, μια πιο άμεση επαφή, με τον τρόπο, που ο ίδιος ανέπτυσσε τις ιδέες του προφορικά, ενώ φωτίζει μια πτυχή της μυθολογίας, που συχνά παραμελείται. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται περισσότερο ως στοχαστική εμπειρία, παρά ως συστηματική μελέτη, και γι’ αυτό ακριβώς έχει τη δική του ξεχωριστή αξία.

Εκδότης: New World Library / Joseph Campbell Foundation (Collected Works of Joseph Campbell) - Επιμελήτρια έκδοσης: Safron Rossi (ISBN: 9781608681822)

2001: Από τον Ζέμπαλντ και τον Μακ Γιουάν στον Κουρκόφ, την Ουλίτσκαγια και τον Ουελμπέκ

Άουστερλιτς (Βίνφριντ Γκ. Ζέμπαλντ) Το τελευταίο μυθιστόρημα αποτελεί το απόγειο των πεζογραφικών αφηγήσεων του Sebald που γράφτηκαν σε κάπως απαρχαιωμένη και περίτεχνη γερμανική γλώσσα (ένα απόσπασμα του έργου έχει μια πρόταση μήκους 9 σελίδων).

Είναι ένα υβρίδιο μυθιστορήματος, δοκιμίου, αυτοβιογραφίας και φωτογραφικού άλμπουμ. Η αφήγηση είναι μια υφιστάμενη, μελαγχολική ροή, χωρίς παραγράφους, συχνά διακοπτόμενη από ασπρόμαυρες φωτογραφίες που λειτουργούν ως ψευδής τεκμηρίωση και ενισχύουν την ατμόσφαιρα. Η γλώσσα είναι ποιητική, περίπλοκη και απόλυτα ελεγχόμενη.

Επικεντρώνεται στο προσωπικό και συλλογικό τραύμα του Ολοκαυτώματος, την απώλεια της ταυτότητας, την αρχαιολογία της μνήμης και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν εμφανίζεται στους χώρους και στα αντικείμενα του παρόντος. Είναι ένα βαθιά φιλοσοφικό και ανθρώπινο έργο.

Το "Austerlitz" είναι πλέον ένα καθοριστικό έργο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας της μεταπολεμικής περιόδου. Έχει επηρεάσει αμέτρητους συγγραφείς στο πώς μπορεί κανείς να προσεγγίσει την ιστορία, τη μνήμη και το τραύμα πέρα από τις παραδοσιακές αφηγηματικές δομές. Είναι ένα απαραίτητο σημείο αναφοράς για τη λογοτεχνία της μνήμης. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα γερμανόφωνα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαετιών και ένα αδιαμφισβήτητο κλασικό του 21ου αιώνα. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε σε μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη από τις εκδόσεις Άγρα το 2006

Εξιλέωση ( Ίαν Μακ Γιούαν) Ένα μεταμοντέρνο δραματικό αφήγημα για την ενοχή, τη συγχώρεση και τη δημιουργία. Η ιστορία αγάπης ξεχώρισε για τον λαμπρό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας «ενορχηστρώνει ορισμένα από τα αγαπημένα θέματά του: τους κινδύνους της αθωότητας, την ξαφνική εισβολή της κακής τύχης στις ζωές των ανθρώπων, τη θολή γραμμή μεταξύ τέχνης και ζωής» 

Η αδυναμία της ηρωϊδας να ερμηνεύσει σωστά - λόγω της ηλικίας της - την οικειότητα της ερωτευμένης μεγαλύτερης αδελφής της με το γιο μιας υπηρέτριας, σε συνδυασμό με την αχαλίνωτη φαντασία της, την οδηγούν σε ένα τερατώδες ψέμα, που οι συνέπειες του σημαδεύουν τις ζωές και των τριών τους για πολλά χρόνια. Οι δρόμοι τους διασταυρώνονται ξανά στο χάος του Β’ΠΠ με την ηρωϊδα  να βασανίζεται ακόμη από τις τύψεις του παιδικού της σφάλματος.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια φαινομενικά παραδοσιακή, ρεαλιστική αφήγηση, αλλά την ωθεί στα όριά της με τη χρήση της "αναξιόπιστης αφήγησης" (unreliable narration). Η καινοτομία έγκειται κυρίως στην εφιαλτική μετα-αφηγηματική στροφή του τελευταίου μέρους, που αναθεωρεί ριζικά ό,τι έχει διαβαστεί πριν και θέτει βασικά ερωτήματα για τη φύση της μυθιστορηματικής πραγματικότητας, της ενοχής και της λύτρωσης.

Εξερευνά τη δύναμη και τις συνέπειες της φαντασίας, την ανεπανόρθωτη φύση των πράξεων μας, την τάξη της τάξης προς την αλήθεια και τον απελπισμένο πόθο για εξιλέωση. Επίσης, αγγίζει τις φρικτές πραγματικότητες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Με την έκδοσή του έγινε ένα σημείο αναφοράς για το σύγχρονο βρετανικό μυθιστόρημα. Δημοφιλές και κριτικά αναγνωρισμένο, επέδειξε πώς ένα "παραδοσιακό" αφηγηματικό στυλ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εξαιρετικά σύγχρονα και σύνθετα λογοτεχνικά αποτελέσματα. Είναι ένα μοντέλο για το ιστορικό μυθιστόρημα και παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή και μελετημένα μυθιστορήματα του συγγραφέα.

Οι πιγκουίνοι δεν πεθαίνουν απ' το κρύο (Αντρέι Κουρκόφ) Είναι μια μοναδική σύνθεση της αφήγησης του ανατολικοευρωπαϊκού παραλόγου με μαύρη κωμωδία και πολιτική σάτιρα.

Ο Μίσα, είναι ένας εξαφανισμένος πιγκουίνος που τον ψάχνει ο ιδιοκτήτης του, ο Βίκτωρ, πρώην δημοσιογράφος. Η σχέση του Βίκτωρα με τη Σόνια, μικρή κόρη ενός εξαφανισμένου φίλου του, και τη Νίνα που τη φροντίζει, η ενεργή ανάμιξή του στις ουκρανικές εκλογές, η φυγή του από την Ουκρανία ως  προπονητής μιας ομάδας αθλητών ΑΜΕΑ, η συνάντησή του με Σερβοβόσνιους εγκληματίες πολέμου συνθέτουν την πλοκή του έργου. 

Παρουσιάζει μια πλούσια εικόνα για τη ζωή στη μετα-σοβιετική Ουκρανία: την απουσία νοήματος, την οικονομική κατάρρευση, την πολιτική διαφθορά, τον κυνισμό της εξουσίας και την ατομική μοναξιά. Εξερευνά θέματα ταυτότητας, ευθύνης και της ανθρώπινης αναζήτησης για επικοινωνία και σύνδεση σε έναν κόσμο που έχει χάσει κάθε αίσθηση ανθρωπιάς και αλληλεγγύης.

Η γλώσσα είναι απλή, άμεση και αποτελεσματική, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου το γελοίο, το τραγικό και το υπαρξιακό συνυπάρχουν φυσικά. Η χρήση ενός πιγκουίνου ως κεντρικού "χαρακτήρα" είναι από μόνη της μια μεγάλη καινοτομία. Ο Κουρκόφ, και ειδικά αυτό το έργο, έφεραν την ουκρανική λογοτεχνία στο προσκήνιο του διεθνούς κοινού μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι ένα σημαντικό έργο για την κατανόηση της μετα-σοβιετικής ψυχολογίας και του τρόπου με τον οποίο η λογοτεχνία μπορεί να χειριστεί την πολιτική και κοινωνική αποσύνθεση μέσα από το πρίσμα του παραλόγου.

Το βιβλίο συνεχίζει να αποκτά νέους αναγνώστες, ιδιαίτερα τώρα που η προσοχή του κόσμου είναι στραμμένη στην Ουκρανία. Η προφητική του δύναμη και η μαύρη κωμωδία του παραμένουν επίκαιρες. Στη χώρα μας εκδόθηκε το 2008 από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Το σβήσιμο (Πέρσιβαλ Έβερετ – 2001) Ο Everett γράφει ένα έξυπνο, καυστικό, τολμηρό και διεισδυτικό βιβλίο για το εκδοτικό κατεστημένο, τις εμπορικές επιλογές των εκδοτών και το πώς η «πολιτικώς ορθή» άποψη έχει γίνει ο κανόνας ακόμη και σε έναν χώρο που χαρακτηρίζεται για την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης. 

Είναι ένα κωμικό-δραματικό μυθιστόρημα που σατιρίζει τον φυλετικό ρατσισμό, τη θρησκοληψία και τις προκαταλήψεις στην Αμερική, μέσα από την ιστορία ενός μαύρου καθηγητή λογοτεχνίας που αποφασίζει να γράψει το πιο "μαύρο" βιβλίο όλων, αλλά καταλήγει σε παρεξηγήσεις και ανατροπές, ενώ η σχέση του με τη μητέρα του προσδίδει συναισθηματικό βάθος. 

Προκαλεί απόλυτα τον κανόνα και τις αφηγηματικές συμβάσεις. Είναι ένα μανιφέστο κατά της τοξικότητας και της υποκρισίας στον πολιτισμικό χώρο. Χρησιμοποιεί τη σάτιρα και το μεταμυθιστόρημα. Το βιβλίο είναι μια ξεκαρδιστική και πικρή κριτική στον ακαδημαϊκό κόσμο και τη λογοτεχνική βιομηχανία, γεμάτο λογοτεχνικά αστεία και αυτοαναφορικότητα.

Πίσω από το χιούμορ κρύβεται μια βαθιά μελέτη για τη φυλή, τη γένεση της τέχνης, την ηθική και την αυτοψευδαίσθηση. Ως σατιρικό έργο, είναι πολύ συγκεκριμένο στη στιγμή του, αλλά η μαεστρία του Έβερετ και η διαχρονικότητα των θεμάτων του (φυλή, γραφή, υποκρισία) του εξασφαλίζουν περίοπτη θέση στη παγκόσμια αναγνωσιμότητα. Θεωρείται ένα από τα σημαντικά έργα του Everett, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις, αναδεικνύοντας την ευφυΐα και τον σαρκασμό του συγγραφέα. 

Η ζωή του Πι (Γιάν Μάρτελ) Ενώ η αφήγηση του είναι κλασική, η καινοτομία του βρίσκεται στη συγχώνευση πολλών ειδών: περιπέτειας επιβίωσης, παραμυθιού, θεολογικής αλληγορίας και μεταφυσικού παζλ.

Μετά το ναυάγιο ενός πλοίου που ταξίδευε για το Καναδά ο Πι βρίσκεται μόνος σε μια βάρκα μαζί με μια απίστευτη ομάδα: μια ζέβρα, μια ύαινα, έναν ουρακοτάγκο και μια τεράστια βασιλική τίγρη της Βεγγάλης. Το βιβλίο αρχίζει με μια φαινομενικά απλή ιστορία που όμως στη συνέχεια αναπτύσσεται απρόσμενα και στο τέλος ανατρέπεται, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να επανεξετάσει ριζικά την πίστη, την αλήθεια και τη φύση της αφήγησης.

Στο κέντρο του βρίσκεται η σύγκρουση και η συνύπαρξη διαφορετικών θρησκειών (Ινδουισμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ), η δύναμη της ιστορίας να δίνει νόημα στις τραγωδίες της ζωής, και η σχέση ανάμεσα στην πίστη και τη λογική. Είναι ένα βιβλίο για το πώς επιβιώνουμε και πώς διαλέγουμε να βλέπουμε τον κόσμο.

Το "Life of Pi" ήταν μια παγκόσμια λογοτεχνική αποκάλυψη.  Έδειξε ότι ένα βιβλίο με βαθιά πνευματικά και φιλοσοφικά ερωτήματα μπορεί να γίνει τεράστια εμπορική επιτυχία. Επέκτεινε τα όρια του τι μπορεί να είναι ένα μπεστ σέλερ, συνδυάζοντας προσιτή αφήγηση με σύνθετη θεματολογία. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε το 2002 από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Οι διορθώσεις (Τζόναθαν Φράνζεν) Ένα τεράστιο γεγονός στην αμερικανική λογοτεχνία. Είναι ένα κλασικό, ρεαλιστικό "μεγάλο μυθιστόρημα" για την οικογένεια και την κοινωνία, που ενώ είναι τεχνικά άψογο και θεματικά πλούσιο, είναι λιγότερο καινοτόμο στη φόρμα σε σχέση με τα προηγούμενα της ίδιας χρονιάς.

Κυκλοφόρησε δέκα μέρες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 διηγούμενο την κατάρρευση της μεσαίας αμερικανικής τάξης, διατηρεί την επικαιρότητά του μέχρι σήμερα, καθώς «η αίσθηση πως οι βεβαιότητες εξατμίζονται, γίνεται όλο και πιο ισχυρή». Αν η οικογένεια είναι ένα μηχάνημα για να σε τρελαίνει, έχει υπάρξει ποτέ μηχανή καλύτερα λαδωμένη από τους Lamberts; Ο πατέρας, ο Άλφρεντ, είναι ένας συνταξιούχος μηχανικός που ολισθαίνει στο ψυχικό και σωματικό χάος της νόσου του Πάρκινσον. Η σύζυγος Enid διαμορφώνει όλο και πιο έξυπνες ποικιλίες άρνησης. Ο ένας γιος βοηθάει απατεώνες στη Λιθουανία και ο άλλος παρηγορείτε με ποτό για τις δυστυχίες της διαλυόμενης οικογένειας του. Η αδερφή τους διάσημη σεφ, κάνει απερισκεψίες σε ξένους γάμους. Οι δυστυχίες τους είναι μια μεταφορά για τις δυσαρέσκειες της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά ο Φράνζεν διατηρεί την εστίασή του στην οικογένεια. Αυτό μπορεί να είναι πολύ αστείο μερικές φορές, αλλά τα γέλια έρχονται δύσκολα, πολύ δύσκολα. Στα ελληνικά, είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 2002 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, σε μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ.

Πλατφόρμα (Μισέλ Ουελμπέκ) Εξαιρετικά σημαντικό για την επιρροή και την προβοκατόρικη φύση του. Ο Ουελμπέκ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους συγγραφείς. Το βιβλίο είναι κεντρικό για την κατανόηση του έργου του, αλλά η λογοτεχνική του αξία μπορεί να προσβληθεί  λόγω της σκοπούμενης προβοκατόρικης πλοκής και του εν μέρει επιπόλαιου στυλ του.

Εξώφυλλο έκδοσης ΗΠΑ

Η ιστορία είναι η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο ενός σαραντάχρονου Παριζιάνου δημόσιου υπαλλήλου ονόματι Μισέλ, ο οποίος, μετά τη δολοφονία του πατέρα του από μουσουλμάνους μετανάστες (έγκλημα τιμής) και χάρη σε μια πλούσια κληρονομιά, ασχολείται με τον σεξουαλικό τουρισμό στην Ταϊλάνδη, όπου συναντά μια ταξιδιωτική πράκτορα ονόματι Βαλερί. Ξεκινούν μια σχέση και, αφού επιστρέφουν στη Γαλλία, καταστρώνουν ένα σχέδιο με τον προϊστάμενο της (ο οποίος εργάζεται στον ταξιδιωτικό κλάδο στον όμιλο Aurore, μια αναφορά στον πραγματικό όμιλο Accor) για να λανσάρουν μια νέα ποικιλία οργανωμένων διακοπών που ονομάζεται «φιλικός τουρισμός», που απευθύνεται έμμεσα σε Ευρωπαίους που αναζητούν μια σεξουαλική εμπειρία κατά τη διάρκεια των διακοπών. Στοχευμένοι είναι άνδρες και γυναίκες - ακόμα και ζευγάρια - που θα κάνουν διακοπές σε ειδικά σχεδιασμένα «Κλαμπ της Αφροδίτης». Αποφασίζεται ότι η Ταϊλάνδη είναι η καλύτερη τοποθεσία για τα νέα κλαμπ, με τη διαφήμιση να καθιστά σαφές ότι και οι Ταϊλανδέζες θα είναι εύκολα διαθέσιμες. Οι εκδρομές πρόκειται να διαφημιστούν κυρίως σε Γερμανούς καταναλωτές, καθώς θεωρείται ότι θα υπάρξει λιγότερη ηθική οργή στη Γερμανία από ό,τι στη Γαλλία. Η Μισέλ, η Βαλερί και ο προϊστάμενός της, Ζαν-Ιβ, ταξιδεύουν στην Ταϊλάνδη σε μια από τις εκδρομές της εταιρείας τους ινκόγκνιτο και απολαμβάνουν ειδυλλιακές διακοπές. Αποφασίζουν ότι θα μετακομίσουν μόνιμα στην Ταϊλάνδη, για να διαιωνίσουν την ευδαιμονία που βιώνουν εκεί. Ωστόσο, προς το τέλος των διακοπών τους, μουσουλμάνοι εξτρεμιστές διαπράττουν τρομοκρατική ενέργεια κατά την οποία η Βαλερί σκοτώνεται. Ο Μισέλ μένει άφραγκος και στο τέλος του μυθιστορήματος ταξιδεύει πίσω στην Ταϊλάνδη για να πεθάνει.

Αφού περιέγραψε το Ισλάμ ως «την πιο ηλίθια θρησκεία» σε μια δημοσιευμένη συνέντευξη για το βιβλίο, ο Ουελμπέκ κατηγορήθηκε για υποκίνηση φυλετικού και θρησκευτικού μίσους, αλλά οι κατηγορίες τελικά απορρίφθηκαν, καθώς κρίθηκε ότι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου περιλαμβάνει το δικαίωμα κριτικής των θρησκειών. Το μυθιστόρημα και ο συγγραφέας του θεωρήθηκαν «προφητικοί» ή «προφήτες», καθώς το τελευταίο μέρος απεικονίζει μια ισλαμική τρομοκρατική επίθεση που έχει έντονες ομοιότητες με τις βομβιστικές επιθέσεις στο Μπαλί τον Οκτώβριο του 2002, περίπου ένα χρόνο αργότερα (και το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε στις 27 Αυγούστου 2001, λίγες ημέρες πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001). Μια παρόμοια σύμπτωση, που αφορά τον Ουελμπέκ, το Ισλάμ και την τρομοκρατία, θα συνέβαινε 13 χρόνια αργότερα, όταν το μυθιστόρημά του «Υποβολή», που ασχολείται ξανά με το Ισλάμ (αν και με πιο λεπτό και λιγότερο αντιπαραθετικό τρόπο), δημοσιεύτηκε στις 7 Ιανουαρίου 2015, την ημέρα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Charlie Hebdo.

Επιπλέον απέκτησε μεγάλη φήμη και στο «δύσκολο» αγγλοσαξονικό κοινό, εν μέρει χάρη και στο θέμα της προσέγγισης του σεξουαλικού τουρισμού. Αυτή η φήμη από τότε συνοδεύει το «τρομερό παιδί» των γαλλικών γραμμάτων.                      

Υπόθεση Κουκότσκι (Λιουντμίλα Ουλίτσκαγια) Είναι ένα "παραδοσιακό" αλλά πολύ δυνατό μυθιστόρημα που παρακολουθεί τη ζωή του γυναικολόγου Πάβελ Κουκότσκι στη Σοβιετική Ένωση από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1960.

Ο Πάβελ, χαρισματικός γιατρός με επιστημονική διορατικότητα, αφιερώνει τη ζωή του στη μελέτη της γυναίκας, της μητρότητας και των συνεπειών των αναγκαστικών αμβλώσεων, που αποτελούσαν πολιτικό εργαλείο στη σοβιετική κοινωνία. Κεντρικό πρόσωπο είναι και η θετή κόρη του, η Τάνια, ένα κορίτσι εσωστρεφές, με ισχυρή διαίσθηση και ψυχική ευαισθησία. Η πορεία της Τάνιας σημαδεύεται από μια σειρά ψυχικών κρίσεων - οι οποίες παρουσιάζονται μέσα από μια σχεδόν ονειρική αφήγηση - που την οδηγούν σε έναν εσωτερικό κόσμο σύμβολων και μεταφυσικής εμπειρίας. Παράλληλα, το μυθιστόρημα περιγράφει τη ζωή της συζύγου του Πάβελ, Έλενας, και το οικογενειακό τους περιβάλλον, όπου η καθημερινή ζωή συνυπάρχει με τις πολιτικές αναταράξεις: διώξεις, περιορισμούς της επιστήμης, ιατρική γραφειοκρατία και σιωπηλές τραγωδίες των γυναικών που ζουν υπό την κρατική πολιτική περί αναπαραγωγής. Η ιστορία κορυφώνεται με την κατάρρευση και αναγέννηση της Τάνιας, η οποία συμβολίζει ένα είδος πνευματικής λύτρωσης, μια ανθρωπιστική αντίσταση απέναντι στη βία του κράτους πάνω στο σώμα και στη ζωή.

Η Ουλίτσκαγια συνδυάζει ρεαλισμό, ψυχολογική παρατήρηση και φανταστικές διαδρομές συνείδησης, δημιουργώντας έναν πολυεπίπεδο στοχασμό πάνω στη ζωή, την οικογένεια και το γυναικείο σώμα. Το έργο θεωρείται ένα από τα πιο ώριμα μυθιστορήματα της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας. Η σημασία του έγκειται: Στην κριτική της σοβιετικής πολιτικής πάνω στη βιολογία και στη γυναικεία αυτοδιάθεση - Στην ανθρωποκεντρική ματιά της συγγραφέα, που αντιπαραθέτει την εσωτερική ζωή των χαρακτήρων στον μηχανισμό του κράτους - Στην υβριδική αφήγηση, όπου ο ρεαλισμός συνδέεται με μυστικιστικές εμπειρίες, προσδίδοντας υπαρξιακό βάθος - Στη συγκινητική ψυχογραφία της οικογένειας, που λειτουργεί ως μικρογραφία της κοινωνίας. Διαβάζεται τόσο ως κοινωνικό μυθιστόρημα όσο και ως φιλοσοφική αναζήτηση για το νόημα της ανθρώπινης ζωής σε συνθήκες καταπίεσης

Η Κοπέλα του Γκο (Σαν Σα)  Όμορφα γραμμένο και ενδιαφέρον. Διαδραματίζεται στη Μαντζουρία στις αρχές της δεκαετίας του 1930, την περίοδο της ιαπωνικής κατοχής. Η αφήγηση εναλλάσσεται ανάμεσα σε δύο πρωταγωνιστές: μια δεκαεξάχρονη Κινέζα που βρίσκει καταφύγιο στο παιχνίδι του γκο και έναν νεαρό Ιάπωνα αξιωματικό που υπηρετεί στον κατοχικό στρατό.

Η κοπέλα, αν και ανήκει στην κινεζική ελίτ, ζει με συναισθηματική αποξένωση, επηρεασμένη από τις κοινωνικές επιταγές και τις προσδοκίες της εποχής. Στην κεντρική πλατεία της πόλης, εκεί όπου παίζεται παραδοσιακά το γκο, βρίσκει χώρο για ελευθερία και πνευματική συγκέντρωση. Ο Ιάπωνας αξιωματικός, μεταμφιεσμένος ως πολίτης για να συλλέξει πληροφορίες, την παρακολουθεί να παίζει και τελικά γίνεται ο αντίπαλός της στο παιχνίδι,  χωρίς κανείς από τους δύο να γνωρίζει την ταυτότητα του άλλου. Καθώς οι παρτίδες συνεχίζονται, ένα αόρατο νήμα σύνδεσης υφαίνεται ανάμεσά τους: έλξη, ψυχολογική αναμέτρηση, αλλά και η αδυσώπητη σύγκρουση δύο κόσμων. Η ιστορία οδηγείται σε μια τραγική τελική σύγκλιση, όπου το αποτέλεσμα της τελευταίας παρτίδας ταυτίζεται με την αδυσώπητη δυναμική του πολέμου και του πεπρωμένου.

Το μυθιστόρημα διακρίνεται για τη λιτή ποιητικότητα και τη συμβολική χρήση του γκο ως μεταφοράς της στρατηγικής, της σύγκρουσης και της ανθρώπινης μοίρας. Η Shan Sa συνδυάζει ιστορικό ρεαλισμό με λυρική ενδοσκόπηση, δημιουργώντας μια αφήγηση που επιτρέπει στον αναγνώστη να βιώσει ταυτόχρονα την προσωπική και την εθνική τραγωδία.

Η λογοτεχνική σημασία του έργου περιλαμβάνει: Την αποδόμηση των στερεοτύπων γύρω από τον "εχθρό", καθώς παρουσιάζει βαθιές εσωτερικές συγκρούσεις και στις δύο πλευρές - Τη συμβολική δομή, όπου κάθε παρτίδα γκο αντανακλά στρατηγικές κινήσεις πολέμου και επιλογές ζωής - Την ανάδειξη της γυναικείας φωνής σε ένα ιστορικά ανδροκρατούμενο περιβάλλον - Την καταγραφή της πολιτισμικής τομής μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας.

Το έργο έχει αναγνωριστεί ως μια από τις πιο ποιητικές και βαθιά ανθρώπινες αναπαραστάσεις του πολέμου και της νεότητας.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Ερευνητικό Ωδείο Χαλκίδας: Παρουσίαση "Ντέμυ..Σόρτυ..και πατίνι" Κυριακή 18/10 στις 18.30

Παρουσίαση του παιδικού βιβλί/ου (8+) της Κατερίνας Γιαμά " Ντέμυ..Σόρτυ..και πατίνι" στο Ερευνητικό  Ωδείο την Κυριακή 18/10/26 στις 18.30

Θα το παρουσιάσει η εκπαιδευτικός Μαρία Γιαμα, θα απαντήσει σε ερωτήσεις η εικονογράφος Χρύστα Δημαρέλου και θα συνοδεύσει στο πιάνο τις πρωτότυπες μελωδίες (που ή ίδια έχει συνθέσει για το βιβλίο αυτό) Αντα Μαντζουράνη. 

Η συγγραφέας θα πεί κάποια λόγια και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου. Η Ντέμυ μαζί με τις φίλες της θα τραγουδήσουν τις μελωδίες της Αντας.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Μην προσκυνάς (του Δ.Βασιλείου)

Στις 9 Οκτώβρη του 1967, στην Λα Ιγκέρα της Βολιβίας , δολοφονείται απ' τους Αμερικανούς και τα τσιράκια τους ο «Guerrillero Heroico» Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, διότι "δεν συνεμορφώθη...", που λέει και ο Μίκης Θεοδωράκης, ή αλλιώς διότι δεν προσκύνησε. 

Εν αντιθέσει, όλοι, μα όλοι, όσοι κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο μεταπολεμικά, όχι μόνον προσκύνησαν και προσκυνούν, αλλά έβλεπαν "ευθυγράμμιση των συμφερόντων" ή βλέπουν  "κοινά συμφέροντα" της Ελλάδας και των Η.Π.Α.

Στην μνήμη, λοιπόν, του «Ηρωικού Αντάρτη» Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, σας αφιερώνω, με περισσή αγάπη, το ποίημά μου που ακολουθεί. (Δ.Βασιλείου)


Μην προσκυνάς, ποτέ, καμία εξουσία,

ούτε τη δευτέρα παρουσία,

σε κανέναν τίποτα, ποτέ, μην εκχωρείς

μαζί με όλους στη ζωή να προχωρείς.

 

Όπως ζεις τον έρωτα στην έκστασή σου,

έτσι να τολμάς την επανάστασή σου.

Παντού, με όλους, σε όλα να μετέχεις

όλα στην πορεία, με όλους, να ελέγχεις.

 

Δώσε στο “εγώ” σου δύναμη ζωής

 οργανικό κομμάτι να γίνει  του “εμείς”.

 Στον κήπο του “εμείς”, “εγώ” ν’ ανθίζουν,

σαν τ’ αστέρια, γαλαξίες που φωτίζουν.

 

 

 03-07.10.2026 

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Κυκλοφορεί το νέο (παιδικό αυτή τη φορά) βιβλίο της Κατερίνας Γιαμά

Αφού η αγάπη της γιαγιας για την εγγονή της (αλλά και την Χαλκίδα) δεν έχει όρια, αποφασίζει να γράψει παιδικό τραγούδι για την πόλη των "τρελών νερών" και ένα ολόκληρο βιβλίο για την εγγονή της σαν δώρο για τα γενέθλιά της. 

Έτσι προέκυψε το νέο βιβλίο της Κατερίνας Γιαμά με τίτλο "Ντέμυ, Σόρτυ και πατίνι", που κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "ΚΟΜΝΗΝΟΣ". 

Η εγγονούλα Ντέμυ, με το γάτο της Σόρτυ και το πατίνι της περπατούν τις γειτονιες και τα τοπόσημα της πόλης, αντιμετωπίζουν διάφορες περιέργες και συνηθισμένες καταστάσεις, παραξενεύονται με διάφορα γεγονότα και μαθάινουν άλλα πιο σημαντικά πράγματα για την ιστορία και τη ζωή στη πόλη της Χαλκίδας. 



Η εικονογράφηση έχει γίνει απο τη καλή φίλη και γνωστή Χαλκιδαία Χρύστα Δημαρέλου και το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας 8+

Ακολουθεί η παρουσίαση του βιβλίου που δημοσίευσαν οι εκδόσεις 'ΚΟΜΝΗΝΟΣ'
Με μεγάλη χαρά υποδεχόμαστε στη συγγραφική μας οικογένεια την Κατερίνα Γιαμά, η οποία είναι γεννημένη στη Λιβαδειά, ζει στη Χαλκίδα, σπούδασε στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Ανθρωπιστικές Επιστήμες, δούλεψε σε τοπικά ΜΜΕ της Χαλκίδας και έχει μια πλούσια συγγραφική πορεία. Καλοδεχόμαστε και το νέο της παιδικό παραμύθι «Ντέμυ, Σόρτυ και... πατίνι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις μας σε εικονογράφιση της αγαπημένης μας Χρύστας Δημαρέλου!
Η Ντέμυ, παρέα με τον γάτο της τον Σόρτυ, πιστεύει ότι η ζωή είναι... ένα πιάνο, μια σακούλα ζεστά φιστίκια, μια ζεστή αγκαλιά, μια φροντισμένη παιδική χαρά κι ένας ασφαλής δρόμος για βόλτα!

4 λόγοι για να το διαβάσετε μαζί με τα παιδιά σας
1️⃣Ταυτότητα & αυθεντικότητα: Η Ντέμυ δεν είναι ένα «τέλειο» παιδί — ονειρεύεται, κάνει σκανταλιές, νοιάζεται και μαθαίνει, κάνοντας κάθε παιδί να ταυτιστεί μαζί της!
2️⃣ Ουσιαστικό μάθημα φιλοζωίας: Μέσα από τη σχέση της με τη Σόρτυ, τα παιδιά μαθαίνουν ότι η αγάπη για τα ζώα σημαίνει φροντίδα, συνέπεια και ευθύνη
3️⃣ Ενεργοί μικροί πολίτες: Τα παιδιά ανακαλύπτουν ότι έχουν φωνή και μπορούν να διεκδικήσουν καλύτερες παιδικές χαρές, ασφαλή πεζοδρόμια και περισσότερο πράσινο!
4️⃣ Ενσυναίσθηση & αισιοδοξία: Μια ιστορία γεμάτη μουσική, χρώματα και χιούμορ που θυμίζει ότι η αληθινή αλλαγή ξεκινά πάντα από μια μεγάλη καρδιά!
Βρείτε το στο ηλεκτρονικό μας κατάστημα, στο διαδίκτυο, στα μεγάλα βιβλιοπωλεία ή με παραγγελία το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας!

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Η μεγάλη αυταπάτη των δομών και ο «λογιστικός σοσιαλισμός» (του Π.Κουμουνδούρου)

Ο Χοσέ Πέπε Μουχίκα, ένας άνθρωπος που πέρασε πάνω από μια δεκαετία στον πάτο ενός πηγαδιού ως αντάρτης Τουπαμάρος και αργότερα κάθισε στην προεδρική καρέκλα της Ουρουγουάης, αποφάσισε στα υστερόγραφα της ζωής του να διαπράξει την εσχάτη των αριστερών προδοσιών, να πει την αλήθεια. Κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο πολιτικό κείμενο που έχει γραφτεί από την είσοδο αυτού του αιώνα. Όταν το διάβασα με κτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

Η αλήθεια του είναι τόσο κοφτερή που τσακίζει κόκαλα. «Η γενιά μου έκανε ένα αφελές λάθος», ομολογεί. Ποιο ήταν αυτό το λάθος; Πίστεψαν, λέει, πως η κοινωνική αλλαγή είναι απλώς ζήτημα αμφισβήτησης των τρόπων παραγωγής και διανομής. Πίστεψαν, δηλαδή, πως η επανάσταση είναι μια άσκηση εφαρμοσμένης λογιστικής.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η θεμελιώδης, η τραγική αυταπάτη του κλασικού οικονομικού ντετερμινισμού (Όλα όσα συμβαίνουν, συμβαίνουν επειδή κάποια συγκεκριμένη αιτία τα προκάλεσε και δεν θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά).

Η παραδοσιακή Αριστερά, γαλουχημένη με μια σχεδόν θρησκευτική αφοσίωση στον μηχανιστικό μαρξισμό, υπέθεσε πως αν εθνικοποιήσεις τις τράπεζες, αν κρατικοποιήσεις τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αν πάρεις τα τρακτέρ από τους γαιοκτήμονες και τα δώσεις στα αγροτικά συνδικάτα, ο «νέος άνθρωπος» θα ξεπηδήσει αυτόματα μέσα από τις στάχτες του παλιού κόσμου. Υπέθεσαν πως ο σοσιαλισμός είναι ένα κτίριο που συναρμολογείτε με προκατασκευασμένα πάνελ. Βάζεις τη βάση (την οικονομία), υψώνεις τους τοίχους (τους θεσμούς) και η οροφή (ο πολιτισμός) θα μπει μόνη της από τη δύναμη της βαρύτητας.
Αμ δε! Πρόκειται για μια παιδαριώδη θεώρηση της ανθρωπολογίας. Η Αριστερά λειτούργησε σαν ένας κακός εργολάβος, λέει ο Μουχίκα, που υπολόγισε με ακρίβεια τα κυβικά του τσιμέντου, τους τόνους του σιδήρου και τους αριθμούς των εργατών, αλλά ξέχασε να υπολογίσει το μόνο πράγμα που κρατάει την οικοδομή όρθια. Τη νοοτροπία των οικοδόμων. Κι όταν φτιάχνεις ένα σύστημα υπολογίζοντας μόνο τους αριθμούς και καθόλου τις επιθυμίες, το σύστημα αυτό δεν είναι σοσιαλισμός είναι απλώς ένας κρατικός καπιταλισμός με δωρεάν συσσίτιο, φτηνό ψωμί και ακριβή λογοκρισία.

Η ιστορική εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης είναι το πιο αμείλικτο πειστήριο αυτής της αποτυχίας. Τι συνέβη εκεί; Ένα επαναστατικό κίνημα έκανε μια τέλεια, εντυπωσιακή στροφή 360 μοιρών για να βρεθεί ακριβώς στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε αλλά σε μια πολύ χειρότερη, πιο έκφυλη εκδοχή. Άλλαξαν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, αλλά δεν άλλαξε η σχέση του ανθρώπου με την εξουσία, με το χρήμα, με τον διπλανό του. Ο γραφειοκράτης του κόμματος αντικατέστησε τον τσαρικό αριστοκράτη, αλλά ο ψυχικός μηχανισμός της υποταγής, της ατομικής ιδιοτέλειας και της αδηφαγίας παρέμεινε αλώβητος. Γιατί; Διότι ο «Σοβιετικός άνθρωπος» εκπαιδεύτηκε να αλλάξει αφέντη, αλλά ποτέ δεν εκπαιδεύτηκε να πάψει να θέλει να γίνει αφεντικό.

Ο καπιταλισμός, βλέπετε, δεν είναι ένα απλό οικονομικό σύστημα. Δεν είναι οι τράπεζες, τα χρηματιστήρια, ούτε οι πολυεθνικές εταιρείες. Αυτά είναι απλώς τα εξωτερικά του συμπτώματα, τα εργαλεία με τα οποία διεξάγει τις επιχειρήσεις του. Ο καπιταλισμός, στην πραγματικότητα, είναι βιοθεωρία. Είναι κουλτούρα. Είναι μια θεσμοθετημένη, παγκοσμιοποιημένη ψυχοπαθολογία της απληστίας. Είναι ο τρόπο που αγαπάς, που μισείς, που συγκρίνεσαι με τον γείτονα, που μετράς την ίδια σου την υπαρξιακή αξία.

Ο Μουχίκα το θέτει με μια εκπληκτική απλότητα. Βρισκόμαστε σε έναν διαρκή πόλεμο ανάμεσα σε μια κουλτούρα αλληλεγγύης και μια κουλτούρα εγωισμού. Και σε αυτόν τον πόλεμο, ο καπιταλισμός νικάει κατά κράτος, όχι επειδή διαθέτει ισχυρότερους στρατούς ή πυρηνικές βόμβες, αλλά επειδή κατάφερε να καταλάβει το ασυνείδητο του ανθρώπου. Η ατομική βόμβα μπορεί να ισοπεδώσει μια πόλη μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά η καταναλωτική κουλτούρα ισοπεδώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις σε καθημερινή, εικοσιτετράωρη βάση, χωρίς να ακουστεί ούτε ένας πυροβολισμός.

Πώς το πετυχαίνει αυτό; Κατασκευάζοντας συστηματικά δυστυχισμένους ανθρώπους. Ο καπιταλισμός χρειάζεται την ανθρώπινη δυστυχία όπως η μηχανή εσωτερικής καύσης χρειάζεται τη βενζίνη. Ένας άνθρωπος που είναι πλήρης, που νιώθει εσωτερική γαλήνη, που απολαμβάνει τη φιλία, τον έρωτα, τη συζήτηση, την τέχνη και τη φύση, είναι ένας άχρηστος πολίτης για το καπιταλιστικό σύστημα. Δεν καταναλώνει. Δεν αγοράζει. Δεν ελέγχεται
Για να δουλέψει η μηχανή της άπειρης συσσώρευσης, πρέπει να δημιουργηθεί ένα μόνιμο, ανικανοποίητο υπαρξιακό κενό. Πρέπει να πειστείς ότι είσαι ατελής, ότι σου λείπει κάτι, ότι είσαι κατώτερος αν δεν αποκτήσεις το επόμενο μοντέλο κινητού τηλεφώνου, το επόμενο πανάκριβο αυτοκίνητο, το επόμενο επώνυμο ρούχο. Αγοράζεις το καινούργιο αυτοκίνητο όχι για να μετακινηθείς από το σημείο Α στο σημείο Β, αλλά για να δηλώσεις στους απέναντι ότι «έφτασες», ότι ξεχώρισες από την μάζα, ότι είσαι επιτυχημένος. Δουλεύεις δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, πουλώντας τον μόνο πραγματικό σου πλούτο, τον χρόνο της ίδιας σου της ζωής, για να μαζέψεις λαμαρίνες και πλαστικά μπιμπελό, τα οποία θα τα χαρεί ο επόμενος αγοραστής του σπιτιού σου όταν εσύ θα έχεις πεθάνει πρόωρα από έμφραγμα ή από κατάθλιψη.

Ο καταναλωτισμός δεν είναι μια απλή εμπορική συνήθεια· είναι η θρησκεία της εποχής μας. Είναι μια ηθική της σπατάλης, ένας εξαναγκασμός σε διαρκή αγορά αγαθών που δεν χρειαζόμαστε, με χρήματα που δεν έχουμε, για να εντυπωσιάσουμε ανθρώπους που δεν συμπαθούμε. Κι αυτή η ηθική είναι πολύ πιο ισχυρή από κάθε πολιτικό πρόγραμμα, διότι έχει μετατραπεί σε δεύτερη φύση μας.

«Δεν μπορείς να χτίσεις ένα σοσιαλιστικό κτίριο με οικοδόμους που είναι καπιταλιστές», προειδοποιεί ο Μουχίκα.

Κι εδώ αγγίζει την πιο πονεμένη πληγή της προοδευτικής σκέψης. Τι είναι ο «καπιταλιστής οικοδόμος»; Είναι ο άνθρωπος που, αν και ανήκει στην εργατική τάξη, αν και υφίσταται την εκμετάλλευση, έχει εσωτερικεύσει πλήρως τις αξίες του θύτη του.

Ο χειρότερος φυλακισμένος δεν είναι αυτός που προσπαθεί να αποδράσει, αλλά αυτός που ερωτεύεται τα κάγκελά του και ονειρεύεται να γίνει ο ίδιος δεσμοφύλακας. Ο σύγχρονος προλετάριος, στην συντριπτική του πλειοψηφία, δεν θέλει να καταργήσει τις εκμεταλλευτικές δομές της κοινωνίας· θέλει απλώς να αλλάξει θέση στη σκάλα της εκμετάλλευσης. Δεν μισεί τον πλούσιο επειδή το σύστημα είναι άδικο, τον μισεί επειδή δεν είναι ο ίδιος στη θέση του.
Αν πάρεις αυτόν τον άνθρωπο και τον τοποθετήσεις σε μια «επαναστατική» δομή, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Θα κλέψει το τσιμέντο, θα κλέψει τον οπλισμό, θα καταχραστεί την εξουσία που του δόθηκε. Όχι επειδή γεννήθηκε «κακός» ή «διεφθαρμένος», αυτές είναι μεταφυσικές ανοησίες, αλλά επειδή έτσι έχει διαμορφωθεί η συνείδησή του από την κυρίαρχη κουλτούρα. Έχει μάθει ότι η επιβίωση και η καταξίωση περνούν αποκλειστικά μέσα από την ατομική επικράτηση σε βάρος του άλλου.

Αυτή η τραγωδία του εσωτερικευμένου αστισμού δεν προσπέρασε ούτε τους ίδιους τους αριστερούς ηγέτες. Δείτε τι συνέβη ιστορικά, οι περισσότεροι αριστεροί ηγέτες, μόλις βρέθηκαν στα διαδρόμους της εξουσίας, υπέκυψαν στην ίδια ακριβώς κουλτούρα που υποτίθεται ότι πολεμούσαν. Άλλαξαν τον τρόπο ζωής τους, μετακόμισαν σε βίλες, φόρεσαν κουστούμια χιλιάδων ευρώ, περιτοιχίστηκαν από στρατούς συμβούλων και φρουρών και άρχισαν να συμπεριφέρονται με την ίδια αλαζονεία που επιδείκνυαν οι δεξιοί προκάτοχοί τους.
Όταν ο τρόπος της ζωής σου δεν συνάδει με το μήνυμα του αγώνα σου, το μήνυμα πεθαίνει. Γίνεται μια κενή περιεχομένου ρητορική, μια πολιτική αερολογία που προκαλεί την αηδία και την περιφρόνηση του κόσμου. Ο αριστερός ηγέτης που ζει σαν καπιταλιστής επιβεβαιώνει στην πράξη αυτό που το σύστημα προσπαθεί να μας πείσει από το πρωί ως το βράδυ, ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση, ότι όλοι είμαστε πουλημένοι, ότι η ιδεολογία είναι απλώς ένα προσωπικό όχημα για την κατάληψη μιας καρέκλας.

Απέναντι σε αυτή τη γενικευμένη σήψη, ο Πέπε Μουχίκα δεν προτείνει κάποιο νέο, περίπλοκο κομματικό πρόγραμμα, ούτε κάποιο βαρύγδουπο οικονομικό μανιφέστο. Προτείνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο, πολύ πιο ριζοσπαστικό. Τη στωικότητα.

«Είπαν ότι ήμουν φτωχός πρόεδρος, αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα! Δεν είμαι φτωχός. Φτωχός είναι αυτός που έχει μεγάλη ανάγκη», λέει. Και με αυτή τη φράση, επιστρέφει στις ρίζες της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, στο αιώνιο «ουκ εν τω πολλώ το ευ».

Η ελευθερία του ανθρώπου δεν μετριέται από το πόσα πράγματα κατέχει, αλλά από το πόσα πράγματα μπορεί να αποποιηθεί χωρίς να χάσει την αξιοπρέπειά του. Ο άνθρωπος που χρειάζεται λίγα είναι αήττητος. Δεν εκβιάζεται από το αφεντικό, δεν υποδουλώνεται στα δάνεια των τραπεζών, δεν πουλάει τη συνείδησή του για μια προαγωγή, δεν πανικοβάλλεται από τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου.
Η στωικότητα, η λιτότητα, η αίσθηση των ορίων δεν είναι ηθικιστικές αρετές για καλογέρους ή αναχωρητές της έρημου. Στον 21ο αιώνα, η εγκράτεια μετατρέπεται σε όπλο μαζικής καταστροφής απέναντι στον καπιταλισμό.

Σκεφτείτε το για ένα λεπτό, ο καπιταλισμός δεν φοβάται αυτούς που διαδηλώνουν στους δρόμους ζητώντας αυξήσεις μισθών για να αγοράσουν περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Αυτοί οι άνθρωποι, όσο οργισμένοι κι αν είναι, παίζουν ακόμα μέσα στο δικό του γήπεδο, αποδέχονται τους δικούς του κανόνες παιχνιδιού. Θέλουν περισσότερα χρήματα για να τροφοδοτήσουν την ίδια μηχανή.

Ο καπιταλισμός τρέμει αυτόν που ορθώνει το ανάστημά του και λέει: «Δεν θέλω άλλα. Μου φτάνουν αυτά που έχω. Αρνούμαι να πουλήσω τη ζωή μου για να αγοράσω τα σκουπίδια σας». Αν αύριο το πρωί οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο σταματούσαν να αγοράζουν άχρηστα πράγματα, αν περιόριζαν την κατανάλωσή τους στα απολύτως απαραίτητα, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα κατέρρεε μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες.

Επιπλέον, αυτή η πολιτισμική στροφή δεν είναι πλέον απλώς μια ιδεολογική προτίμηση, αλλά όρος για την υπαρξιακή επιβίωση του πλανήτη. Ζούμε σε υπερτροφικές κοινωνίες που πνίγονται από την ποσότητα των σκουπιδιών που παράγουν. Μολύνουμε τους ωκεανούς, καταστρέφουμε τα δάση, εξαντλούμε τους πόρους της γης, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε την ψεύτικη ανάγκη της άπειρης συσσώρευσης. Αλλά η άπειρη ανάπτυξη μέσα σε έναν πεπερασμένο πλανήτη είναι η ορισμός της παράνοιας, είναι η λογική του καρκινικού κυττάρου. Αν δεν μάθουμε σύντομα να ζούμε με νηφαλιότητα, ο πολιτισμός μας απλώς δεν θα επιβιώσει.

Το κείμενο του Μουχίκα κλείνει με μια ηχηρή σφαλιάρα στη «γεροντική Αριστερά» ,σε αυτή την Αριστερά που ζει υπερβολικά από τη νοσταλγία, που παραμένει αγκυλωμένη σε εικόνες του 1917 ή του 1968, που δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί απέτυχε και φοβάται να φανταστεί νέους δρόμους προς τα εμπρός.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, κι αν επαναλαμβάνεται, το κάνει μόνο ως φάρσα. Αυτό που ήταν η Αριστερά στο παρελθόν έχει τελειώσει, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Δεν πρόκειται να αναστήσουμε τις παλιές συνταγές, διότι οι συνταγές εκείνες δοκιμάστηκαν στο εργαστήριο της ιστορίας και παρήγαγαν εκρηκτικές αποτυχίες.

Η νέα Αριστερά, αν θέλει να έχει λόγο ύπαρξης στον 21ο αιώνα, οφείλει να είναι πιο επαναστατική από ποτέ, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Οφείλει να μετατοπίσει το πεδίο της μάχης από το αμιγώς οικονομικό στο πολιτισμικό, στο υπαρξιακό, στο καθημερινό.
Πρέπει να επαναπροσδιορίσει την έννοια της «καλής ζωής»: Τι σημαίνει ευτυχία; Σημαίνει να έχεις δύο αυτοκίνητα και να ζεις με αντικαταθλιπτικά, ή σημαίνει να έχεις ελεύθερο χρόνο, καθαρό αέρα, ανθρώπινες σχέσεις με βάθος και μια κοινότητα που σε στηρίζει;

Πρέπει να προτείνει την αυτοδιαχείριση της καθημερινότητας: Να μάθουμε να είμαστε αφεντικά του εαυτού μας, να οργανώνουμε τη δουλειά μας, τη γειτονιά μας, τα κοινά μας σχέδια χωρίς την ανάγκη γραφειοκρατικών πατρόνων ή κεφαλαιοκρατικών αφεντικών.
Πρέπει να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα και τον πειραματισμό: Να ξεφύγουμε από τα έτοιμα δόγματα, να δοκιμάσουμε νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, νέες μορφές παραγωγής, νέους τρόπους συμβίωσης.

Ο αγώνας, λοιπόν, είναι ένα πολιτιστικό έπος. Δεν πρόκειται απλώς για την κατάληψη ενός κυβερνητικού κτηρίου ή την ψήφιση μιας σειράς νόμων. Πρόκειται για την οικοδόμηση μιας νέας ηθικής, μιας νέας συλλογικής μυθολογίας, ενός νέου φαντασιακού.
Αν δεν αλλάξει η κουλτούρα στις καθημερινές, συνηθισμένες σχέσεις των απλών ανθρώπων, αν δεν αντικατασταθεί η λατρεία του ατομικού κέρδους από την απόλαυση της συλλογικής δημιουργίας, κάθε πολιτική αλλαγή θα είναι μια τρύπα στο νερό. Θα αλλάζουμε διαχειριστές στο ίδιο απάνθρωπο λογιστήριο και θα αναρωτιόμαστε γιατί τα πράγματα γίνονται συνεχώς χειρότερα. Η επανάσταση ή θα είναι αλλαγή τρόπου ύπαρξης, ή δεν θα είναι απολύτως τίποτα.
Πηγή: https://www.facebook.com/koumoundpan