Ο Τζακ Γκλάντνεϊ είναι καθηγητής σε ένα μικρό κολέγιο της
Δυτικής Αμερικής, η ζωή του ανατρέπεται όταν μια θανατηφόρα χημική διαρροή
κοντά στο σπίτι του δημιουργεί αυτό που οι αρχές ονομάζουν με «λεπτότητα»
αερομεταφερόμενο τοξικό συμβάν. Ο Τζακ και η σύζυγος του Μπαμπέτ υποκύπτουν
στον τρόμο και την παράνοια. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, «Dylarama», ο Τζακ
ανακαλύπτει ότι η Μπαμπέτ τον απατά με έναν άντρα που αποκαλεί «κύριο Γκρέι»
προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα φανταστικό φάρμακο που ονομάζεται
Ντίλαρ, μια πειραματική θεραπεία για τον τρόμο του θανάτου. Το μυθιστόρημα
γίνεται ένας στοχασμός πάνω στον φόβο της σύγχρονης κοινωνίας για τον θάνατο
και την εμμονή της με τις χημικές θεραπείες, καθώς ο Τζακ επιδιώκει να
αποκτήσει τη δική του προμήθεια Ντίλαρ από τη μαύρη αγορά. Ωστόσο, το Ντίλαρ
δεν λειτουργεί για την Μπαμπέτ και έχει πολλές παρενέργειες,
συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της ικανότητας να «διακρίνει τις λέξεις από τα
πράγματα», έτσι ώστε αν κάποιος έλεγε «σφαίρα», να πέφτει στο πάτωμα για να
προφυλαχθεί. Ο Τζακ στη συνέχεια αποφασίζει να εντοπίσει και να σκοτώσει τον
κύριο Γκρέι, του οποίου το πραγματικό όνομα, όπως έχει μάθει, είναι Γουίλι
Μινκ. Μετά από μια σκηνή μαύρης κωμωδίας, όπου ο Τζακ οδηγεί και σκέφτεται, στο
μυαλό του, διάφορους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να εξελιχθεί η
συνάντησή τους, εντοπίζει και πυροβολεί με επιτυχία τον Γουίλι, ο οποίος εκείνη
την εποχή βρίσκεται σε παραληρηματική κατάσταση που προκαλείται από τον δικό
του εθισμό στον Ντίλαρ. Ο Τζακ βάζει το όπλο στο χέρι του Γουίλι για να κάνει
τη δολοφονία να μοιάζει με αυτοκτονία, αλλά ο Γουίλι στη συνέχεια πυροβολεί τον
Τζακ στο χέρι. Ξαφνικά συνειδητοποιώντας την άσκοπη απώλεια ζωής, ο Τζακ
μεταφέρει τον Γουίλι σε ένα νοσοκομείο που διευθύνεται από Γερμανίδες καλόγριες
που δεν πιστεύουν στον Θεό ή στη μετά θάνατον ζωή…
Αν και εκφράζεται σε ένα επίπεδο παραλογισμού ελαφρώς
υψηλότερο από αυτό της πραγματικής ζωής, το White Noise αποτυπώνει την ποιότητα
της καθημερινής ύπαρξης στην κορεσμένη από τα μέσα ενημέρωσης,
υπερκαπιταλιστική μεταμοντέρνα Αμερική με τόση ακρίβεια, που δεν ξέρεις αν
πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις.
Επηρέασε βαθιά μια ολόκληρη γενιά Αμερικανών συγγραφέων
(όπως ο David Foster Wallace, ο Jonathan Franzen) στον τρόπο σκέψης για την
τεχνολογία, το φόβο και την πραγματικότητα.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για τον φόβο του θανάτου στην
εποχή της κυριαρχίας της μαζικής παραγωγής και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Εξετάζει
πώς η πληροφορία (και η παραπληροφόρηση) διαμορφώνουν τη ζωή και τη ταυτότητά
μας. Η προφητική του δύναμη για την "δηλητηριώδη
ατμόσφαιρα" της σύγχρονης ζωής το κάνει πιο επίκαιρο χρόνο με το χρόνο.
Το άρωμα (Πάτρικ
Ζίσκιντ - 1985) Η καινοτομία του έγκειται στην αισθητηριακή του προσέγγιση.
Είναι ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αίσθηση της
όσφρησης. Ο Patrick Süskind χρησιμοποιεί μια κλασική, σχεδόν
ρομαντική αφηγηματική τεχνική για να διηγηθεί μια σκοτεινή και υπερφυσική
ιστορία, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα.Η ιστορία ακολουθεί τον Jean-Baptiste Grenouille, ένα
ανέραστο ορφανό στη Γαλλία του 18ου αιώνα που γεννιέται με μια εξαιρετική
όσφρηση, ικανή να διακρίνει μια τεράστια γκάμα αρωμάτων στον κόσμο γύρω του. Ο
Grenouille γίνεται αρωματοποιός, αλλά αργότερα εμπλέκεται σε φόνο όταν συναντά
ένα νεαρό κορίτσι με ένα αξεπέραστο θαυμάσιο άρωμα. Η πραγματική ιστορία του
Ισπανού κατά συρροή δολοφόνου Manuel Blanco Romasanta (1809-1863), γνωστού και
ως «Tallow-Man», ο οποίος σκότωσε πολλές γυναίκες και παιδιά, πούλησε τα ρούχα
τους και απέσπασε το λίπος του σώματός τους για να φτιάξει σαπούνι, μοιάζει
κατά κάποιο τρόπο με τις μεθόδους του Grenouille. Το όνομα του Jean-Baptiste
Grenouille μπορεί να είναι εμπνευσμένο από τον Γάλλο αρωματοποιό Paul
Grenouille, ο οποίος άλλαξε το όνομά του σε Grenoville όταν άνοιξε τον πολυτελή
οίκο αρωμάτων του το 1879.
Εξετάζει τη φύση της ερωτικής έλξης, την απόλυτη μοναξιά,
την αναζήτηση της τελειότητας και τη σχέση μεταξύ της γοητείας και της
διαφθοράς. Ο Grenouille είναι ένας μοναδικός αντι-ήρωας χωρίς συναίσθημα που
αναζητά το απόλυτο άρωμα.
Ήταν ένα φαινόμενο παγκόσμιας κριτικής επιτυχίας που επέκτεινε
τα όρια του ιστορικού μυθιστορήματος και έδειξε ότι ένα "ευρωπαϊκό",
λογοτεχνικά απαιτητικό βιβλίο μπορούσε να γίνει τεράστιο μπεστ σέλερ..
Παραμένει ένα πολιτισμικά αξιοθαύμαστο και ένα από τα πιο
αναγνωρίσιμα γερμανόφωνα μυθιστορήματα της μεταπολεμικής εποχής.
Το τανγκό του Σατανά (Λάσλο Κρασναχορκάι - 1985)
Πολλοί το θεωρούν το θεμελιώδες έργο που όρισε από την αρχή το
ύφος και τα ενδιαφέροντά του συγγραφέα. Είναι η πρωτότυπη και πιο δομημένη έκφραση
της κοσμοαντίληψής του. Είναι το μυθιστόρημα που "γέννησε" τον
Κρασναχορκάι και ένα από τα πιο εμβληματικά της ανατολικοευρωπαϊκής
μεταμοντέρνας λογοτεχνίας.Περιγράφει την αποσύνθεση μιας αγροτικής κοινότητας που
προσπαθεί να επιβιώσει μετά την πτώση μιας κολεκτίβας, ενώ ένας μυστηριώδης
άνδρας υπόσχεται «σωτηρία». Η ιστορία ενός απέλπιδα, βρόμικου και
βυθισμένου στη λάσπη αγροτικού οικισμού, του οποίου οι κάτοικοι περιμένουν να
αποκτήσουν μια μικρή περιουσία από την πώληση κάποιου τμήματος. Η ισορροπία
ανατρέπεται με την εμφάνιση ενός απατεώνα, μιας μεσσιανικής φιγούρας, που τους
οδηγεί σε μια νέα, ακόμη πιο μεγάλη ψευδαίσθηση.
Είναι ένα αριστούργημα της καινοτομίας (με τις μακριές,
υπερρεαλιστικές προτάσεις του) και τη δομή του, βασισμένη σε έξι βήματα μπροστά και έξι βήματα πίσω (όπως
στο χορό του τανγκό). Ανακατεύει την χρονολογία, επαναλαμβάνει γεγονότα από
διαφορετικές οπτικές γωνίες και προσεγγίσεις και δημιουργεί μια αίσθηση κύκλου
και αναπόφευκτης μοίρας. Ο συγγραφέας εισάγει
στο έργο τα αρχέτυπα που θα ακολουθήσει σε όλη του τη μετέπειτα δημιουργία του:
τον απατεώνα-σωτήρα, την συλλογική ηλιθιότητα, την παρακμή και την αναζήτηση
για νόημα σε έναν κόσμο χωρίς Θεό.
Η παγκόσμια αναγνώριση και επιρροή του ήρθαν λίγο αργότερα,
κυρίως τον 21ο αιώνα. Σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους
συγγραφείς. Κυκλοφόρησε στη χώρα μας το 2018 από τις εκδόσεις Πόλις
Σημείωση: Ήταν η βάση για
την πρώτη ταινία του Μπέλα Ταρρ, «Ο
Σατανάς του Τανγκό» (1994), διάρκειας πάνω από 7 ώρες, η οποία είναι ένα
από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία του κινηματογράφου και εισήγαγε το
λογοτεχνικό έργο του Κρασναχορκάι σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.
Η Καλή Τρομοκράτισσα (Ντόρις Λέσινγκ - 1985): Πολύπλοκο και έξυπνο μυθιστόρημα για
την πολιτική στράτευση, την ένοπλη δράση και τα όρια της ηθικής και της
ιδεολογίας, εμπνευσμένο από τη θητεία της συγγραφέα στην Αριστερά, το πολιτικό
και οικονομικό κλίμα της θατσερικής Αγγλίας, καθώς και τη δράση του IRA τη
δεκαετία του ’80.Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από μια ομάδα ανθρώπων αστικής
καταγωγής που επιλέγουν να ζουν εκτός της συμβατικής ζωής - σε καταλήψεις και
κοινοβιακές μορφές με ατέρμονες αναζητήσεις και επαναστατικά ιδεώδη. Η
πρωταγωνίστρια, η Άλις, προσκολλάται στην ιδέα της πολιτικής ως υπέρβαση, ως
διαμαρτυρία, ως δράση, αλλά καθώς η ομάδα εμπλέκεται όλο και πιο ενεργά σε
πράξεις που συνεπάγονται ένοπλη βία, θύματα και αβεβαιότητα, τίθεται το
ερώτημα: πού σταματά η επανάσταση και πού αρχίζει το προσωπικό κόστος; Η
αφήγηση αποδομεί τις ιδεολογίες, δείχνει την υποκρισία, το χάσμα μεταξύ θεωρίας
και πράξης, και την ανθρώπινη αμφιθυμία.
Λογοτεχνικά, το έργο διακρίνεται για το σαρκαστικό και
ειρωνικό ύφος, για τον ρεαλισμό στις σχέσεις εντός της ομάδας, την ανάλυση της
ψυχολογίας των χαρακτήρων - όχι ως ηρωικών, αλλά ως ανθρώπων με
αμφιταλαντεύσεις. Η Doris Lessing
αναλύει πώς οι ιδέες μπορούν να γίνουν παγίδες, πώς η πολιτική ταυτότητα
γίνεται φορτίο, πώς η επιθυμία για το καλό μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή
όταν χάσει την επαφή με την ηθική αυτοσυνείδηση.
Εκδόθηκε στα ελληνικά το 2007 από τον εκδοτικό οίκο
Οδυσσέας, σε μετάφραση Τρισεύγενης Παπαϊωάννου.
L’Amour, la
fantasia (Ασσιά Ντζεμπάρ -
1985) Σπουδαίο έργο μετα-αποικιακής λογοτεχνίας και φεμινισμού της Αλγερινής
Φατιμά-Ζοχρά Ιμαλχαγιέν, που συνδυάζει ιστορία, αυτοβιογραφία και μυθοπλασία. Ο
τίτλος “fantasia” παραπέμπει τόσο στην παράδοση (τις φαντασίες / τελετουργίες /
συναντήσεις) όσο και στην ελευθερία της φαντασίας, της ζωής, της γλώσσας και της
δημιουργίας. Η καινοτομία του είναι μεγάλη, αλλά η διεθνής του διάδοση πιο
περιορισμένη.Το κορίτσι, που μεγαλώνει στην παλιά ρωμαϊκή παραθαλάσσια
πόλη Σερσέλ, βλέπει τη ζωή της σε αντίθεση με αυτή μιας γειτονικής γαλλικής
οικογένειας και λαχταρά περισσότερα από όσα της επιτρέπουν ο νόμος και η παράδοση.
Ισχυρή και παθιασμένη, δραπετεύει από την απομονωμένη ζωή της οικογένειάς της
για να ενταχθεί στον αγώνα κατά της γαλλικής κυριαρχίας. Οι εξαιρετικές
περιγραφικές ικανότητες της Ντζεμπάρ ζωντανεύουν τις εμπειρίες κοριτσιών και
γυναικών που βρίσκονται παγιδευμένες στον διπλό αγώνα για ανεξαρτησία - τόσο τη
δική τους όσο και της Αλγερίας.
Το μυθιστόρημα της Assia Djebar συνδυάζει ιστορία, μνήμη και
αυτοβιογραφία. Η συγγραφέας αναμειγνύει την προσωπική της εμπειρία με την
ιστορική αφήγηση της αποικιοκρατίας της Αλγερίας, της γαλλικής κατάκτησης, της
αντίστασης και του πολέμου της ανεξαρτησίας. Παράλληλα, διερευνά τον ρόλο των
γυναικών στην κοινωνία, στη λογοτεχνία, στην πολιτική, την παράδοση και τη
γλώσσα - πώς η γυναικεία ταυτότητα διαμορφώνεται, περιορίζεται αλλά και
ξεπερνιέται.
Αφηγηματικά, το έργο είναι πολυφωνικό: υπάρχει εναλλαγή
χρόνων και χώρων (από τον 19ο αιώνα της κατάκτησης, μέχρι τη σύγχρονη εποχή),
από την εξωτερική ιστορική λεγεώνα σε βαθιές εσωτερικές αναμνήσεις. Υπάρχει
παιχνίδι με τη γλώσσα, με τις αφηγήσεις που μένουν ανολοκλήρωτες, με το
κρυμμένο, με τη σιωπή, με το σώμα. Το έργο έχει μεγάλη σημασία γιατί αμφισβητεί
τη μονοφωνία της ιστορίας, φέρνει στο προσκήνιο τις γυναίκες ως αφηγήτριες και
ως φορείς μνήμης.
Ματωμένος μεσημβρινός (Κόρμακ Μακ Κάρθυ - 1986) Το έργο έχει τον χαρακτήρα του τοπίου
που περιγράφει: Σκληρό και αγνό, σαν να το είχε σμιλέψει ο άνεμος και η άμμος,
σαν φυσικό φαινόμενο. Πολύ βίαιο αλλά και συμπονετικό, Προκλητικό και
ρεαλιστικό ανατρέπει όλα τα παραμύθια για την «Άγρια Δύση». Σπάνια η λογοτεχνία
παρουσίασε τόσα και τέτοια θέματα βίας πιο ακραία ή λιγότερο άσκοπα. Ένα μνημειώδες έργο για τη βία και την αθλιότητα που
ακολούθησαν την κατάκτηση του Φαρ Ουέστ μετά το 1840. Βασίζεται σε γεγονότα που
γίνονταν στα σύνορα με το Μεξικό και εξιστορεί τις άγριες περιπέτειες ενός νεαρού αγοριού που
εντάσσεται σε μια ομάδα ακραίων που κυνηγούν και δολοφονούν αυτόχθονες, υπό την
ηγεσία ενός ανήθικου, αλμπίνο τέρατος γνωστού ως Judge.
Εξετάζει την ουσιαστική φύση του κακού, τη βία και το πόλεμο
ως τη μόνη σταθερά της ανθρωπότητας, και τη σύγκρουση μεταξύ πολιτισμού και
βαναυσότητας. Ο "Κριτής" Χόλντεν είναι ένας από τους πιο τρομακτικούς
και βαθιά φιλοσοφικούς αντί-ήρωες της σύγχρονης
λογοτεχνίας.
Μια επαναστατική γλωσσική δημιουργία, αφού ο McCarthy
ανασυνθέτει την αγγλική γλώσσα με βιβλικές προτάσεις, λεξιλόγιο από τον 19ο
αιώνα και δημιουργεί ένα απάνθρωπο, επικό τοπίο που μοιάζει να γράφτηκε από
κάποιο αρχαίο προφήτη. Η βία δεν είναι θεαματική, αλλά κοσμολογική και
μεταφυσική.
Θεωρείται το αριστούργημα
του συγγραφέα και επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη αμερικανική πεζογραφία. "Το
βιβλίο διαβάζεται σαν ένας συνδυασμός της "Ιλιάδας", της
"Κόλασης" του Δάντη και του "Μόμπι Ντικ". Αυτό που μπορώ να
πω είναι ότι ο δεν μοιάζει με τίποτα από όσα έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια
και ότι, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο που σου κόβει
την ανάσα. Είναι το αριστούργημα του Μακ Κάρθυ".(Τζον Μπάνβιλ). Στην
Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη και Gutenberg
Η βαλίτσα
(Σεργκέι Ντοβλάτοφ Sergei
Dovlatov - 1986) Συλλογή από οκτώ μικρές ιστορίες ή διηγήματα που
συνδέονται με τα μικροαντικείμενα που ο αφηγητής έφερε μαζί του όταν έφυγε από
την ΕΣΣΔ και μετανάστευσε. Κάθε αντικείμενο λειτουργεί ως καταλύτης μνήμης, όλα
έχουν ιστορίες, συνδέουν τον αφηγητή με πρόσωπα, καταστάσεις, με τη ζωή στην
πατρίδα, με το καθεστώς, με τις καθημερινές μικροτραγωδίες και τις μικρές
αστείες και πικρές στιγμές. Ο παραλογισμός της ζωής στη Σοβιετική Ένωση είναι το
κύριο μοτίβο του έργου. Ο τίτλος έχει κάτι περισσότερο από μια απλή έννοια -
γίνεται σεντούκι αναμνήσεων αυτοψυχολόγησης του αφηγητή.
Στις «Φινλανδικές κάλτσες» όντας σε δύσκολη οικονομική κατάσταση
δέχτηκε την προσφορά ενός γνωστού μαυραγορίτη να "επενδύσει" και να
αγοράσει μια παρτίδα φινλανδικών καλτσών, οι οποίες είχαν μεγάλη ζήτηση και μπορούσαν
να πουληθούν σε χονδρεμπόρους για τρία ρούβλια το ζευγάρι. Αυτό το σχέδιο άμεσου
πλουτισμού ματαιώθηκε από τη κρατική βιομηχανία, η οποία ξαφνικά πλημμύρισε τα
καταστήματα με παρόμοια προϊόντα για ογδόντα καπίκια. Οι φινλανδικές κάλτσες
από ελλιπείς και κερδοφόρες έγιναν βάρος. Στα «Παπούτσια» ο ήρωας βρέθηκε σε μια
ομάδα λιθοξόων που είχαν αναλάβει να σκαλίσουν μια ανάγλυφη εικόνα του
Λομονόσοφ για έναν νέο σταθμό του μετρό του Λένινγκραντ. Μετά την ολοκλήρωση
των εργασιών, πραγματοποιήθηκε ένα συμπόσιο. Ο αφηγητής, βρισκόμενος στο ίδιο
τραπέζι με τον «Δήμαρχο», παρατήρησε ότι αυτός μεθυσμένος πιά είχε βγάλει τα ακριβά
παπούτσια του. Τραβώντας τα προς το μέρος του τα πήρε κρυφά. Στο «Αξιοπρεπές
σταυρωτό κοστούμι» ένας άγνωστος Άρθουρ συνάντησε τον αφηγητή στο γραφείο
σύνταξης, με τον οποίο μετά πήγαν για καφέ και γεύμα. Την επόμενη μέρα, ο
Ντοβλάτοφ προσκλήθηκε στο γραφείο του συντάκτη, όπου ήταν παρών ένας
ταγματάρχης της κρατικής ασφάλειας. Αποδείχθηκε ότι ο Άρθουρ ήταν κατάσκοπος. Ο
ταγματάρχης πρότεινε στον δημοσιογράφο να συνεχίσουν τη γνωριμία τους
πηγαίνοντας στο θέατρο με τον Άρθουρ. Για αυτή την περίσταση, ο συντάκτης
παρήγγειλε να αγοραστεί ένα εισαγόμενο σταυρωτό κοστούμι για τον «Σύντροφο
Ντοβλάτοφ». Στο «Πουκάμισο από ποπλίνα» την ημέρα των εκλογών, τον επισκέφτηκε
μια εργαζόμενη στην καμπάνια, η Έλενα. Αντί να πάνε όμως στο εκλογικό τμήμα,
πήγαν στο κινηματογράφο και από εκεί στο Σπίτι των Συγγραφέων. Έτσι ξεκίνησε η
ιστορία της οικογένειας Ντοβλάτοφ. Η Έλενα πρώτη μίλησε για μετανάστευση. Ο
αφηγητής, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν συμφωνούσε αποφάσισε να μείνει. Πριν
φύγει, η σύζυγός του έδωσε ένα ρουμανικό πουκάμισο από ποπλίνα. Στο «Χειμωνιάτικο
Καπέλο» μαζί με τον αδελφό του ο αφηγητής πήγε στο ξενοδοχείο Sovetskaya, όπου ένα
κινηματογραφικό συνεργείο γύριζε ένα ντοκιμαντέρ. Στο γλέντι που ακολούθησε,
μία ηθοποιός η Ρίτα, του ζήτησε να τη συνοδεύσει στο αεροδρόμιο για να
συναντήσει τον σκηνοθέτη της ταινίας. Ξέσπασε καβγάς με άλλους άντρες σε μια
πιάτσα ταξί. Η περιπέτεια συνεχίστηκε στην αστυνομία, στα επείγοντα και σε ένα
εστιατόριο. Το αποτέλεσμα ήταν ο Ντοβλάτοφ να αποκτήσει ένα νέο καπέλο από
δέρμα φώκιας. Στα «Γάντια του Οδηγού» συμφώνησε να παίξει τον ρόλο του Μεγάλου
Πέτρου σε μια ερασιτεχνική ταινία σε σκηνοθεσία ενός άλλου δημοσιογράφου. Ένα σακάκι, ένα καπέλο και μια
μαύρη περούκα βρέθηκαν από τα είδη σκηνοθεσίας του στούντιο. Μια σκηνή
επρόκειτο να γυριστεί κοντά σε ένα περίπτερο μπύρας. Οι φόβοι του ήρωα ότι θα
τον περνούσαν για ηλίθιο με τέτοια ενδυμασία αποδείχθηκαν αβάσιμοι: η ουρά του
κόσμου θεώρησε δεδομένη την εμφάνιση του Μεγάλου Πέτρου.
Το ύφος του Dovlatov είναι διακριτικά ειρωνικό, με λεπτό
χιούμορ, αυτοσαρκασμό, χωρίς να θρηνεί ούτε να ηρωοποιεί, αλλά με έναν τρόπο
που η νοσταλγία δεν γίνεται μελαγχολία, αλλά απεικόνιση της πραγματικής ζωής ως
σύνθεση μικρών στιγμών που καθορίζουν ποιος είσαι. Σύμφωνα με τον συγγραφέα
ακόμη και ο πιο αδύναμος είναι πιο αγνός στο πνεύμα από εκείνους «που θεωρούν
τις απόψεις τους αληθινές, χωρίς να τις τεκμηριώνουν».
The Sportswriter (Ρίτσαρντ Φορντ – 1986) Είναι και το πρώτο μέρος
της σειράς με πρωταγωνιστή τον Frank Bascombe, ο οποίος συνεχίζει σε άλλα έργα
του Ford, και έχει μεγάλο αντίκτυπο στην αμερικανική πεζογραφία των “σύγχρονων
μυθιστορημάτων κοινωνικής ανάλυσης”.Ο Φρανκ είναι ουσιαστικά εκτός επαφής με τον εαυτό του.
Συντετριμμένος από τον θάνατο του μικρού γιου του, χωρισμένος τώρα από τη
σύζυγό του, οδεύει προς την κατάθλιψη, χρησιμοποιώντας τη δουλειά για να διώξει
τις σκέψεις του, αυτοθεραπευόμενος με μια σκληρά επιδιωκόμενη κανονικότητα. Έχει
εγκαταλείψει τη συγγραφή λογοτεχνικών έργων και εργάζεται ως αρθρογράφος αθλητικών
ειδήσεων.
Το μυθιστόρημα διερευνά την προσωπική κρίση, την απώλεια
(μεταξύ των οποίων η θλίψη για το παιδί του), τον μεταίχμιο μεταξύ πετυχημένης
εξωτερικά ζωής και εσωτερικής κενότητας ή υπαρξιακής ανησυχίας. Ο Φορντ
εστιάζει στην αμερικανική μεσαία τάξη, στις οικογενειακές και κοινωνικές
σχέσεις, στις βαθύτερες επιθυμίες πίσω από τις “κανονικές” ζωές. Λογοτεχνικά,
το έργο ξεχωρίζει για τη λιτότητα του ύφους, την ακρίβεια στις παρατηρήσεις,
τον εσωτερικό μονόλογο, και την αίσθηση μιας θλίψης αλλά και του ανοίγματος - πώς
οι μικρές αλλαγές, τα γεγονότα της καθημερινότητας, οι αποτυχίες και οι
απώλειες διαμορφώνουν την προσωπική ταυτότητα. Αριστοτεχνικά περιγράφει τις
σκληρές και επισφαλείς συναισθηματικές ισορροπίες ενός ανθρώπου που μπορεί κάποιοι
από τους αναγνώστες να αναγνωρίσουν ως δικές τους. Είναι το πορτρέτο ενός
ανθρώπου που παλεύει με την απόγνωση και που αρνείται στο τέλος να παραμείνει
έτσι. Αυτό το βιβλίο οδήγησε σε μια όχι λιγότερο λαμπρή συνέχεια, την «Ημέρα
της Ανεξαρτησίας».