I, Rigoberta Menchú (Rigoberta Menchú – 1983) Δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά συγκλονιστική αυτοβιογραφική μαρτυρία που έχει τεράστια ιστορική και κοινωνική σημασία ως ντοκουμέντο της καταπίεσης των ιθαγενών πληθυσμών στη Γουατεμάλα. Το έργο γράφτηκε σε μορφή προφορικής εξομολόγησης, ηχογραφήθηκε και στη συνέχεια μεταγράφηκε στα ισπανικά από τη ανθρωπολόγο Ελίζαμπεθ Μπεργός-Ντεμπρέ. Ως λογοτεχνικό έργο, η αξία του βρίσκεται περισσότερο στον τομέα της ανθρωπολογίας, της ιστορίας και των δικαιωμάτων των ανθρώπων.
Η Rigoberta Menchú, μιας νεαρή γυναίκα της φυλής K’iche’ αφηγείται
την παιδική, εφηβική και νεανική της ζωή στο πλαίσιο της κοινωνικής, πολιτικής
και φυλετικής καταπίεσης των ιθαγενών πληθυσμών της χώρας της.
Η αφήγηση ξεκινά με τις αναμνήσεις από την παιδική της
ηλικία, σε μια φτωχή αγροτική κοινότητα όπου οι ιθαγενείς επιβιώνουν
καλλιεργώντας τη γη που δεν τους ανήκει. Οι εργοδότες, εκμεταλλεύονται τους
χωρικούς και τους αναγκάζουν να εργάζονται σε φυτείες καφέ και βαμβακιού υπό
απάνθρωπες συνθήκες. Από νωρίς, η Rigoberta αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές
αδικίες: οι άνθρωποι του λαού της πεθαίνουν από πείνα, εξάντληση, ασθένειες και
βία, ενώ το κράτος και η Εκκλησία λειτουργούν ως όργανα διατήρησης αυτής της
ανισότητας. Καθώς μεγαλώνει, βλέπει την οικογένειά της να συμμετέχει ενεργά
στους αγώνες των αγροτών για τη γη και την αξιοπρέπεια. Ο πατέρας της οργανώνει
συνεταιρισμούς και προσπαθεί να αντισταθεί ειρηνικά στο καθεστώς, όμως το
κράτος απαντά με καταστολή και βία. Η μητέρα της δολοφονείται, ο αδελφός της
καίγεται ζωντανός, και ο πατέρας της σκοτώνεται μέσα στην πρεσβεία της
Ισπανίας, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας πυρπολούν το κτήριο. Οι τραγωδίες αυτές
ωριμάζουν τη Rigoberta και τη σπρώχνουν προς την πολιτική δράση.
Η Menchú αφηγείται τη μετάβασή της από τη σιωπή στην
αντίσταση. Εντάσσεται στο κίνημα των ιθαγενών και των αγροτών, συνδέει τη
θρησκευτική πίστη της με την ιδέα της δικαιοσύνης, και παλεύει να δώσει φωνή σε
έναν λαό που δεν είχε ποτέ ακουστεί. Το βιβλίο αποκαλύπτει όχι μόνο την
προσωπική της πορεία, αλλά και τη συλλογική ιστορία ενός ολόκληρου λαού που
υποφέρει κάτω από αποικιοκρατικές δομές εξουσίας.
Μέσα από αυτή την αφήγηση, αναδεικνύονται τα θέματα της ταξικής πάλης, της αποικιοκρατίας, του ρατσισμού, της γυναικείας ανισότητας και της πνευματικότητας. Δεν είναι απλώς μια ιστορία ζωής, αλλά ένα πολιτικό έγγραφο που απαιτεί δικαιοσύνη, μνήμη και αλλαγή. Το έργο της Menchú συνδυάζει τη φωνή της ατομικής μαρτυρίας με τη συλλογική εμπειρία των ιθαγενών της Λατινικής Αμερικής - μια κραυγή αξιοπρέπειας απέναντι στη βία των καταπιεστών.
Δισκόκοσμος (Τέρι
Πράτσετ, 1983 - 2013) Σειρά 40 έργων σατιρικής φαντασίας. Η ιστορία
διαδραματίζεται στον Discworld, έναν επίπεδο δίσκο μεγέθους πλανήτη που μεταφέρεται στο διάστημα στις
πλάτες τεσσάρων γιγάντιων ελεφάντων – Berilia, Tubul, Great T'Phon και Jerakeen – που στέκονται
οι ίδιοι στο κέλυφος της Great A'Tuin, μιας γιγάντιας αστρικής χελώνας. Η
επιφάνεια του δίσκου περιέχει ωκεανούς και ηπείρους και μαζί τους πολιτισμούς,
πόλεις, δάση και βουνά.
Το πρώτο βιβλίο της σειράς «Το Χρώμα της Μαγείας» είναι το πιο ελαφρύ της, αλλά θέτει τα θεμέλια για αυτό το επικό οικοδόμημα. Η σειρά είναι μια τεράστια καινοτομία. Περιγράφει έναν κόσμο που είναι καθρέφτης του δικού μας, χρησιμοποιώντας τη φαντασμαγορία και την κωμωδία για να μιλήσει με απόλυτη ακρίβεια για την δημιουργία της σύγχρονης ανθρωπότητας. Είναι ένα από τα πιο σπουδαία, πρωτότυπα και αγαπημένα λογοτεχνικά φαινόμενα όλων των εποχών. Δεν είναι απλώς μια σειρά βιβλίων, είναι ένας ολόκληρος επίπεδος κόσμος, που στηρίζεται σε ελέφαντες και μια χελώνα. Δεν είναι μια απλή χιουμοριστική ιστορία φαντασίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε αυτό το σκηνικό για να κάνει έναν κοφτερό κοινωνικό και φιλοσοφικό σχολιασμό για τον δικό μας κόσμο. Μέσα από την κωμωδία και τη σάτιρα, αγγίζει θέματα όπως: θρησκεία & δογματισμός, πολιτική & γραφειοκρατία, δικαιοσύνη & ηθική, θάνατος & ταυτότητα, τεχνολογία, τύπος, τραπεζικό σύστημα, τέχνες, αθλητισμός.
Η σειρά δεν είναι μια γραμμική αφήγηση. Αποτελείται από
πολλά "υπο-σύμπαντα" που διαδραματίζονται στον ίδιο κόσμο και συχνά
διασταυρώνονται. Οι κύριες ομάδες ιστοριών και χαρακτήρων είναι: Οι Μάγισσες, που ζουν σε ένα μικρό,
παραδοσιακό ορεινό κράτος (Lancre), ανατρέπουν τα στερεότυπα για τις γυναίκες
και παρωδούν παραμύθια και σαιξπηρικές
τραγωδίες - Ο αρχηγός της φύλαξης που είναι
κυνικός, με εσωτερικό δαίμονα, μισεί την αδικία εκπροσωπεί την αστυνομία
της μεγαλούπολης και έχει συνεργάτες που ασχολούνται με επίλυση διάφορων σοβαρών
ή και αστείων υποθέσεων - Ο Θάνατος,
που δεν είναι ο κακός, αλλά απλώς ένας δημόσιος υπάλληλος που κάνει μια
πολύ δύσκολη δουλειά. Ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, προσπαθεί να κατανοήσει
τη λογική τους, του αρέσουν πολύ τα γατάκια και μετά τη συνταξιοδότησή του
παραδίδει στην έφηβη εγγονή του για να πρωταγωνιστήσει στις φιλοσοφικές ιστορίες
και συχνά υπαρξιακές κωμωδίες που αναδεικνύουν το νόημα της ζωής και της
ανθρώπινης φύσης - Ο Ρίνσγουιντ, που
είναι ο πιο δειλός και ανίκανος μάγος του Δίσκου. Η περιπέτειά του είναι
συνήθως ένα τρελό τρέξιμο για να σωθεί & οι Μάγοι, που ασχολούνται με
ταξίδια και εξερευνήσεις στο Αόρατο Πανεπιστήμιο - Ο Μοϊστ ένας γραφειοκράτης απατεώνας
που αναλαμβάνει να ανανεώσει το ταχυδρομείο, τα τραίνα και τις τράπεζες της
πόλης, ο Γουίλιαμ ντε Γουόρντ και η εφημερίδα "Αλήθεια" και η Τίφανι, μια νεαρή μάγισσα από τα βουνά.
Συνοπτικά, η σειρά Discworld είναι μια εξαιρετική κωμωδία & σάτιρα, αστεία σε πολλά επίπεδα, από τα αστειάκια μέχρι την πιο εξεζητημένη λογοτεχνική σάτιρα. Έχει αξέχαστους ανθρώπινους χαρακτήρες, ατελείς, πολύπλοκους που όμως εξελίσσονται βαθμιαία όσο προχωράς την ανάγνωση. Επίσης μια σοφή και καλόκαρδη φιλοσοφία, που παρά τη κριτική που κάνει, ο κόσμος του Πράτσετ είναι βαθιά ανθρώπινος και πάντα στο πλευρό των "μικρών" ανθρώπων. Τέλος είναι ένας ζωντανός κόσμος με τη πόλη Ανκχ-Μπόρπορκ να παρουσιάζεται πιο "πραγματικά" και συνεκτικά από πολλές πραγματικές πόλεις στη σύγχρονη λογοτεχνία. Είναι ένας κόσμος στον οποίο ζεις, γελάς, σκέφτεσαι και στον οποίο συνηθίζεις να βλέπεις τον δικό σου κόσμο με νέο, πιο κριτικό και ταυτόχρονα πιο συμπονετικό μάτι.
Δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσετε το διάβασμα της σειράς από
το πρώτο βιβλίο (The Colour of Magic). Μπορείτε ανάλογα με τα ενδιαφέροντά σας να
αρχίσετε: Για αστυνομικές ιστορίες
& πολιτική σάτιρα: Με το «Φρουροί! Φρουροί!», Εκδόσεις Δοκός –
2010. Για έξυπνες παρωδίες: Με
το «Οι στρίγκλες», Εκδόσεις Ψυχογιός – 2005. Για φιλοσοφική κωμωδία: Με το «Θανατηφόρος Βοηθός», Εκδόσεις Παρά
Πέντε – 1997. Για τη θρησκεία, τη πίστη και τον δογματισμό (ένα από τα καλύτερά
του με μια αυτόνομη εξαιρετική ιστορία, που δυστυχώς δεν έχει κυκλοφορήσει στα
ελληνικά): «Small Gods» (1992 - Transworld
Publishers Ltd - ISBN 9780552167512)
![]() |
| 2005 |
Στην καρδιά της πλοκής βρίσκονται δύο υπερ-νοημοσύνες: ο Wintermute και ο Neuromancer. Δημιουργήθηκαν από μια
πολύ μεγάλη εταιρεία, όμως έχουν διαφορετικούς σκοπούς: ο πρώτος επιδιώκει τη
σύντηξη με τον δεύτερο για να υπερβεί τα όρια που του επιβάλλουν οι άνθρωποι.
Αυτή η “ένωση” συμβολίζει τη μετάβαση της νοημοσύνης - ανθρώπινης και μη - σε
ένα νέο επίπεδο ύπαρξης, πέρα από τον έλεγχο και τα όρια της δημιουργίας της.
Είναι ένα ορόσημο της επιστημονικής φαντασίας. Όμως, πέρα
από τη λογοτεχνική του σημασία, είναι ένα έργο που πραγματεύεται βαθιά ζητήματα
ανθρώπινης ύπαρξης, εξάρτησης από την τεχνολογία, αποξένωσης και ταυτότητας
μέσα σε έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα και η εικονικότητα συγχέονται. Πίσω
από την επιφανειακή δράση, ο Gibson αποκαλύπτει έναν κόσμο όπου τα σώματα
τροποποιούνται, οι ταυτότητες είναι ρευστές και οι άνθρωποι χάνουν την επαφή με
το φυσικό, αναζητώντας νόημα μέσα σε ψηφιακές ψευδαισθήσεις. Ο Case, μέσα από
το ταξίδι του, αντιμετωπίζει το ερώτημα: τι σημαίνει “να υπάρχεις” όταν το
μυαλό σου μπορεί να περιπλανιέται σε ένα δίκτυο δεδομένων που μοιάζει πιο
πραγματικό από τον φυσικό κόσμο; Το έργο περιγράφει τη μετάλλαξη της ανθρώπινης
εμπειρίας στην εποχή της τεχνολογίας. Οι πολυεθνικές έχουν αντικαταστήσει τα
κράτη, οι δρόμοι είναι γεμάτοι από συνδεδεμένα σώματα, και ο κυβερνοχώρος έχει
γίνει το νέο πεδίο ύπαρξης και εξουσίας. Ο Gibson παρουσιάζει έναν κόσμο όπου η
τεχνολογία υπόσχεται ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα υποδουλώνει - όπου η πληροφορία
είναι πιο πολύτιμη από τη ζωή.
Το βιβλίο λειτουργεί έτσι και ως κοινωνικό σχόλιο: ένας
καθρέφτης της εξάρτησης του ανθρώπου από τις μηχανές, της διάλυσης της
προσωπικής ταυτότητας και της απώλειας της ανθρώπινης επαφής. Ο Case, αν και
καταφέρνει τελικά να επιβιώσει και να ξαναβρεί την “πρόσβασή” του,
συνειδητοποιεί πως τίποτα δεν μπορεί να επαναφέρει πλήρως την αυθεντικότητα της
εμπειρίας. Ο κόσμος του είναι πια μια απέραντη εικονική φυλακή με αμέτρητους
καθρέφτες. Παρόλο που είναι θρίλερ δράσης, αγγίζει βαθιά θέματα: την ταυτότητα
σε έναν ψηφιακό κόσμο, τη φύση της συνείδησης, την εξουσία των πολυεθνικών
εταιρειών, την αποξένωση και την επιθυμία της μετα-ανθρώπινης μεταμόρφωσης.
Η επιρροή του είναι αδιαμφισβήτητη και τεράστια. Όχι μόνο
όρισε την επιστημονική φαντασία για δεκαετίες, αλλά επηρέασε τον κύριο όγκο της
λογοτεχνίας (μέσω των θεμάτων της τεχνητής νοημοσύνης, της παγκοσμιοποίησης),
τον κινηματογράφο ("The Matrix", "Ghost in the Shell"), τα
βιντεοπαιχνίδια, ακόμη και την ανάπτυξη του ίδιου του Διαδικτύου.
Παραμένει κλασικό που διαβάζεται σήμερα όχι μόνο με την ίδια
αίσθηση που είχε το 1984, αλλά και με τη πικρή γεύση της επιβεβαίωσης των
προβλέψεων. Στην Ελλάδα εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Αίολος, το 1998
Η αβάστακτη ελαφρότητα του Είναι (Μίλαν Κούντερα – 1984) Βαθιά φιλοσοφική και υπαρξιακή εξερεύνηση της ανθρώπινης ζωής, των σχέσεων, της ελευθερίας και της ευθύνης. Μέσα από τις ιστορίες τεσσάρων βασικών προσώπων ο συγγραφέας εξετάζει το πώς ο άνθρωπος ταλαντεύεται μεταξύ “ελαφρότητας” και “βάρους ευθύνης”, ανάμεσα στην ελευθερία και τη δέσμευση, ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη.
Η ιστορία τοποθετείται κυρίως στην Πράγα, στα τέλη της δεκαετίας του
1960, γύρω από την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας και την εισβολή των
Σοβιετικών. Ο Τομάς, επιτυχημένος χειρουργός και άνθρωπος της λογικής, ζει με
την πεποίθηση ότι η ζωή είναι εφήμερη και μοναδική – δεν υπάρχει επανάληψη, άρα
και καμία “σοβαρότητα”. Αυτή η αντίληψη του προσφέρει μια αίσθηση
“ελαφρότητας”, ελευθερίας από την ηθική βαρύτητα, από την ενοχή, από το
παρελθόν. Είναι ένας άνθρωπος που απολαμβάνει τις ερωτικές του σχέσεις χωρίς να
νιώθει δεσμεύσεις, θεωρώντας ότι κάθε πράξη είναι χωρίς συνέπειες, καθώς τίποτα
δεν θα επαναληφθεί. Η Τερέζα, αντίθετα, είναι η ενσάρκωση της “βαρύτητας”. Για
εκείνη, η ζωή έχει νόημα, συνέπεια, βάρος. Ερωτεύεται βαθιά τον Τομάς και
υποφέρει από τις απιστίες του, νιώθοντας τη σχέση τους σαν πεπρωμένο που τη
συνδέει μαζί του. Η ευαισθησία της, η ηθική της προσήλωση και η επιθυμία της να
ζήσει με “αλήθεια” συγκρούονται με την ελαφρότητα του Τομάς. Παρόλο που τον
αγαπά, αισθάνεται συνεχώς προδομένη – όχι μόνο ερωτικά, αλλά και υπαρξιακά. Η
Σαμπίνα, καλλιτέχνιδα και ερωμένη του Τομάς, αντιπροσωπεύει μια πιο σύνθετη
μορφή “ελαφρότητας”. Ζει με τη δική της μορφή ελευθερίας, αρνούμενη κάθε
δέσμευση, κάθε σταθερότητα. Ωστόσο, η ελευθερία της είναι γεμάτη μοναξιά και
αποξένωση. Αντί να απελευθερώνεται, βυθίζεται σε μια ατέρμονη φυγή. Ο Φραντς, ο
άλλος εραστής της, είναι ο αντίποδάς της: ένας ιδεαλιστής που επιδιώκει το
νόημα, την αλήθεια και τη σταθερότητα, την “βαρύτητα” του έρωτα και των αξιών.
Πέρα από τις ιστορίες αυτές, ο Κούντερα διακόπτει συχνά την αφήγηση για
να στοχαστεί φιλοσοφικά. Εμπνέεται από τον Νίτσε και την ιδέα της “αιώνιας
επιστροφής”: αν η ζωή μας επαναλαμβανόταν άπειρες φορές, τότε κάθε πράξη θα
είχε τεράστια σημασία - θα ήταν “βαριά”. Αν όμως συμβαίνει μόνο μία φορά, τότε
όλα είναι “ελαφριά”, χωρίς συνέπειες. Αυτή η αντίφαση - η επιθυμία να ζήσεις
ελεύθερα αλλά και να έχεις νόημα - είναι το κεντρικό υπαρξιακό δράμα του
βιβλίου. Εξερευνά βασικά ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: η ατέρμονη μάχη
μεταξύ των δεσμεύσεων και υποχρεώσεων, από τη μια και της ελαφρότητας, της
ελευθερίας αλλά και ασημαντότητας, από την άλλη. Επίσης την αγάπη, τη προδοσία,
τη πολιτική καταπίεση και την αναζήτηση του αυθεντικού εαυτού.
Η πολιτική διάσταση είναι επίσης έντονη: η εισβολή των Σοβιετικών
καταστρέφει όχι μόνο την επαγγελματική ζωή του Τομάς (ο οποίος αρνείται να
υπογράψει δηλώσεις υποταγής), αλλά και την ψυχική ισορροπία των ηρώων. Η
εξορία, η απώλεια και η καταστολή γίνονται καθρέφτες της εσωτερικής τους
διάλυσης. Στο τέλος, ο Τομάς και η Τερέζα βρίσκουν μια μορφή γαλήνης, όχι
επειδή λύνουν τις αντιθέσεις τους, αλλά γιατί αποδέχονται το πεπερασμένο της
ζωής - την αναπόφευκτη “ελαφρότητα” της ύπαρξης.
Ο Κούντερα
συνδυάζει αριστοτεχνικά το μυθιστόρημα με το φιλοσοφικό δοκίμιο. Η αφήγηση δεν
είναι γραμμική, διακόπτεται συνεχώς από φιλοσοφικές προβληματισμούς για την
ύπαρξη, το βάρος, την ελαφρότητα, τον ερωτισμό και τη μουσική. Η γλώσσα είναι
ποιητική, σαφής και βαθιά φιλοσοφική. Είναι
ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Εισήγαγε έναν
νέο τρόπο γραφής που αντιμετώπιζε τη φιλοσοφία όχι ως υπόβαθρο, αλλά ως το
κύριο αντικείμενο της αφήγησης, επηρεάζοντας ένα ολόκληρο ρεύμα λογοτεχνίας που
αναζητά το νόημα της ύπαρξης μέσα από την ιστορία.
Δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά θέτει ερωτήματα: Μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει χωρίς “βάρος”, χωρίς ευθύνη; Ή μήπως η ελαφρότητα είναι ανυπόφορη, γιατί μας αφήνει χωρίς ρίζες και χωρίς νόημα; Με φιλοσοφική ευαισθησία και βαθύ ανθρωπισμό, ο Κούντερα παρουσιάζει τη ζωή ως μια διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στο φως και τη σκιά, την ελευθερία και τη δέσμευση, τη λήθη και τη μνήμη - μια ταλάντωση που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει.
| First edition cover |
Σε ένα απομονωμένο
σπίτι της ακτής του Νότιου Νησιού, η Κέρι, μισή Μαορί-μισή Πάκεχα, ζει
αυτοεξόριστη ως γλύπτρια. Η ζωή της αναστατώνεται όταν ο Σάιμον, ένα ορφανό
αγόρι Μαορί, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι της και ο Τζο, ο θείος του, επιστρέφει
μεθυσμένος και βίαιος. Σταδιακά σχηματίζεται μια αντισυμβατική «οικογένεια» που
κλυδωνίζεται ανάμεσα στην αγάπη και την κακοποίηση. Όταν ο Σάιμον σχεδόν χάνει
τη ζωή του, τα τρία πρόσωπα καλούνται να αντιμετωπίσουν τα «οστά» του
παρελθόντος - γλώσσα, πολιτισμό, ενοχή - και να ξαναχτίσουν το μέλλον τους πάνω
στα θραύσματα των παραδόσεων. Η Χιούλμ καταργεί τα σύνορα μεταξύ μαγικού ρεαλισμού
και ψυχολογικού νουάρ, τα οστά των προγόνων μιλούν, το ωκεάνιο σύννεφο γίνεται
καθρέφτης μνήμης. Επικεντρώνεται σε θέματα απομόνωσης, πολιτισμικής ταυτότητας,
κληρονομιάς, οικογενειακής βίας, θεραπείας και της αναζήτησης του "σπιτιού".
Είναι μια τραγική και ταυτόχρονα ελπιδοφόρα ιστορία για πληγές που κλείνουν.
Το βιβλίο αποτελεί
τον πρώτο λογοτεχνικό ύμνο της Μαορί αναγέννησης μετά από αιώνες
αποικιοκρατικής σιωπής: παρουσιάζει την κακοποίηση ως συνέπεια ιστορικής
απώλειας, όχι ατομική διαστροφή, και προτείνει τη «συγκόλληση των οστών» ως
τελετουργία συμφιλίωσης. Η δομή είναι μη γραμμική, ποιητική, ονειρική, και
συνδυάζει μύθο με ρεαλισμό.
Ένα μνημειώδες καινοτομικό έργο, ένα τολμηρό πείραμα πολυφωνικής αφήγησης: η γλώσσα αναμειγνύει αγγλικά και
νεοζηλανδικά ιδιώματα με τη Μαορί, δημιουργώντας ρυθμό σαν τραγούδι. Η Keri Hulme συνδυάζει την αγγλική
γλώσσα με λέξεις και συντακτικές δομές από τη γλώσσα των Μαορί (Te Reo Māori),
χωρίς μετάφραση ή επεξήγηση, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να βυθιστεί σε έναν
διαφορετικό τρόπο σκέψης.
Χρήμα, ένα σημείωμα αυτοκτονίας (Μάρτιν Έιμις (1984) Το βιβλίο είναι ο ορισμός του μυθιστορήματος για την εποχή του Θατσερισμού και του αδυσώπητου καπιταλισμού. Επηρέασε μια γενιά συγγραφέων στο πώς γράφεται σάτιρα για τα ηθικά ερείπια της σύγχρονης εποχής, με έναν αντιήρωα που είναι ταυτόχρονα αηδιαστικός και γοητευτικός.
Ο John Self, ο
υπερβολικά άθλιος άνθρωπος στην καρδιά αυτού του υπέροχου σατυρικού
μυθιστορήματος, δεν είναι ένα συνηθισμένο γουρούνι. Σκλάβος στις αμέτρητες
κακίες του και λάτρης των λαμπερών απολαύσεων είναι το είδος του σύγχρονου
ηλίθιου. Φυσικά, ασχολείται με τον κινηματογράφο. Για την ακρίβεια, είναι
σκηνοθέτης τηλεοπτικών διαφημίσεων που κάνει την πρώτη του ταινία
τελειοποιώντας το χάρισμά του για αυτοκαταστροφή. Οι θεαματικοί πόθοι του, η
ακατέργαστη λαχτάρα του για χρήματα, σεξ και διεγερτικά, η πονηριά του - κατά
κάποιο τρόπο όλα αυτά μαζί - τον κάνουν απόλυτα ακαταμάχητο για διάφορους
άλλους ηλίθιους.
Ο Martin Amis είναι γνωστός για την εκρηκτική του
γλώσσα. Στο "Money: A Suicide
Note", η αφήγηση είναι πρώτου προσώπου, μέσα από τη φωνή του
απαισιόδοξου, εθισμένου και εμμονικού με τα χρήματα Τζον Σελφ (Self = Εαυτός).
Η γλώσσα είναι γεμάτη σάτιρα, υπερβολή, αργκό και μια μοναδική ρυθμική
ποιητικότητα ακόμη και στις πιο χυδαίες σκηνές. Είναι ένα αριστούργημα της
σατιρικής γραφής. Εξετάζει την καταστροφική δύναμη του χρήματος, την κενότητα,
τον εγωισμό, τον εθισμό (στο αλκοόλ, το φαγητό, το σεξ) και την αυτοκαταστροφή.
Είναι μια οξεία κριτική στον αμερικανικό και βρετανικό τρόπο ζωής της δεκαετίας
του '80.
Αν και βαθιά ριζωμένο στη δεκαετία του '80, τα θέματα του για την απληστία, τον εθισμό και την κρίση της ανδρικής ταυτότητας παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα και σήμερα. Στη χώρα μας σε μετάφραση της Φωτεινής Μεγαλούδη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 1999.
Po-on (Χοσέ Φ. Σιονίλ - 1984) Είναι το πρώτο χρονικά μυθιστόρημα - μέρος της ευρύτερης Rosales Saga - μιας πενταλογίας που χαρτογραφεί τις ιστορικές, κοινωνικές και ηθικές μεταμορφώσεις των Φιλιππίνων από την ισπανική αποικιοκρατία ως τη σύγχρονη εποχή. Ο τίτλος σημαίνει “ρίζα” ή “αρχή” και παραπέμπει τόσο στη μετανάστευση και το ξερίζωμα της οικογένειας του βασικού ήρωα, όσο και στη γένεση της εθνικής συνείδησης των Φιλιππινέζων.
Σε αντίθεση με τα
περισσότερα έργα ιστορικής φαντασίας, ο José F. Sionil εστιάζει όχι στις
μάχες ή στους ήρωες, αλλά στους απλούς ανθρώπους, χωρικούς, εργάτες, αυτόχθονες
που υπέστησαν τη βία της ιστορίας και έπλασαν, με τον δικό τους τρόπο, τη
συλλογική ψυχή του έθνους. Αρχίζει από τα τέλη του 19ου αιώνα, στην περίοδο
λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης ενάντια στην ισπανική αποικιακή
κυριαρχία. Κεντρικός ήρωας είναι ο Istak,
ένας νεαρός Ilocano (λαός της βόρειας περιοχής των Φιλιππίνων), γιος φτωχών
αγροτών που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους εξαιτίας της καταπίεσης
των Ισπανών ιεραποστόλων και αξιωματούχων.
Η αφήγηση ακολουθεί το ταξίδι της οικογένειας μέσα από τον
πόνο, την απώλεια και την επιβίωση. Οι χαρακτήρες προσπαθούν να χτίσουν μια νέα
ζωή ενώ κουβαλούν την κληρονομιά της δουλείας, του φόβου και της πίστης. Ο
Istak, που έχει μορφωθεί κοντά στους Ισπανούς ιερείς, εκπροσωπεί τη σύγκρουση
ανάμεσα στην πνευματικότητα και τη δικαιοσύνη. Παρότι πιστός χριστιανός,
αντιλαμβάνεται ότι η Εκκλησία χρησιμοποιείται ως όργανο καταπίεσης. Ο
εσωτερικός του αγώνας είναι ανάμεσα στο δόγμα της υπακοής και στην ανάγκη της
αντίστασης. Το έργο καταγράφει τη σταδιακή αφύπνιση της εθνικής και ταξικής
συνείδησης. Μέσα από την πορεία του Istak, ο συγγραφέας παρουσιάζει πώς οι
αγρότες, που μέχρι τότε θεωρούσαν φυσική τη σκλαβιά τους, αρχίζουν να βλέπουν
τη ζωή τους μέσα από το πρίσμα της αδικίας και να διεκδικούν ελευθερία. Η
ιστορία της οικογένειας γίνεται έτσι η μικρογραφία της ιστορίας ενός λαού:
ξεριζωμένοι, κυνηγημένοι, μα γεμάτοι αξιοπρέπεια και επιμονή.
Παράλληλα, το έργο εξετάζει την έννοια της πίστης και του πεπρωμένου. Ο Istak πιστεύει ότι ο Θεός τον καλεί σε έναν
υψηλότερο σκοπό - να υπηρετήσει τον λαό του, όχι την εξουσία. Όμως η πίστη του
δοκιμάζεται από τη φρίκη της αποικιοκρατικής βίας: οι εκτελέσεις, οι λεηλασίες,
οι εξευτελισμοί μετατρέπουν το πνευματικό του ταξίδι σε πορεία μαρτυρίου. Ο
συγγραφέας δείχνει έτσι τη μετάβαση από την τυφλή θρησκευτική πίστη στη
συνειδητή ηθική ευθύνη, από τη δουλεία στην αυτονομία. Σε δεύτερο επίπεδο, το Po-on
είναι μια σπουδή πάνω στην έννοια της μετανάστευσης
και του «ανήκειν». Οι ήρωες,
κυνηγημένοι από τη βία και την αδικία, χάνουν τη γη τους και ψάχνουν έναν τόπο
όπου μπορούν να ριζώσουν ξανά. Αυτή η αναζήτηση του “σπιτιού” είναι τόσο
κυριολεκτική όσο και υπαρξιακή: πού ανήκει ένας λαός όταν του έχουν στερήσει το
παρελθόν και την αξιοπρέπεια;
Μέσα από λιτή αλλά έντονη αφήγηση, ο Σιονίλ συνδέει το
προσωπικό με το συλλογικό. Ο πόνος της οικογένειας του Istak είναι ο πόνος ενός
έθνους που γεννιέται μέσα από την εξορία και τη θυσία. Παρά τη μελαγχολία,
υπάρχει και ελπίδα: η πίστη στην αξιοπρέπεια, στην αλληλεγγύη και στην ηθική
αναγέννηση. τελικά το έργο δεν είναι μόνο μια ιστορία ιστορικής αντίστασης,
αλλά και μια αλληγορία για τη ρίζα της ταυτότητας: πώς ένας λαός βρίσκει το
θάρρος να σταθεί ξανά όρθιος, να θυμηθεί ποιος είναι και να διεκδικήσει το
δικαίωμα να ορίσει το δικό του μέλλον. Είναι ένα έργο για τη δύναμη της μνήμης
και της ανθρωπιάς μέσα στην πιο σκοτεινή εποχή της ιστορίας.
Το Άρωμα του Ονείρου (Τομ Ρόμπινς – 1984) Ένα από τα πιο πολυσύνθετα και ευφάνταστα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας, γραμμένο με χαρακτηριστική λυρική και εκκεντρική πένα του Tom Robins. Κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μυθολογία, την κωμωδία και τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τη μεταφυσική. Ωστόσο, πίσω από τη φαινομενική του παραδοξότητα, το έργο αποτελεί μια βαθιά αλληγορία για τη ζωή, τον έρωτα, τη δημιουργία, τη μνήμη και την αθανασία. Το περιεχόμενο του βιβλίου απλώνεται σε πολλούς χρόνους και τόπους, όμως όλα συνδέονται από ένα κοινό νήμα: την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης και της διάρκειας της ζωής μέσα από την αίσθηση - τη μυρωδιά.
Η ιστορία ξεκινά στην αρχαία Βοημία, όπου ο Alobar,
βασιλιάς που αρνείται να αποδεχτεί το αναπόφευκτο του θανάτου, εγκαταλείπει το
βασίλειό του για να αναζητήσει τη μυστική γνώση της αθανασίας. Στο ταξίδι του
γνωρίζει την Kudra, μια γυναίκα
από την Ινδία που συμμερίζεται την ίδια δίψα για υπέρβαση. Μαζί ανακαλύπτουν
τελετουργίες αναπνοής, διαλογισμού, σωστής διατροφής και έρωτα που επιτρέπουν
την παράταση της ζωής. Το ζευγάρι ταξιδεύει μέσα στους αιώνες, βιώνοντας την
εξέλιξη των ανθρώπινων πολιτισμών και την ατέρμονη περιπλάνηση της ψυχής.
Κυνηγημένοι από γείτονες και εξουσιαστές – που παραξενεύονταν από την συνεχή
νεότητά τους – φτάνουν στη σύγχρονη
εποχή, όπου τέσσερις διαφορετικοί χαρακτήρες - η Priscilla, η Madame
Devalier, ο V'lu και ο Pan - εμπλέκονται γύρω από ένα μυστήριο: ένα άρωμα που φαίνεται να έχει τις ρίζες
του στην αρχαιότητα. Η δημιουργία αυτού του αρώματος και η προσπάθεια
αναπαραγωγής του συμβολίζουν τη διαχρονική αναζήτηση του ανθρώπου για το «ουσιαστικό
άρωμα της ύπαρξης» - κάτι που υπερβαίνει τον χρόνο και τη φθορά. Η μυρωδιά
λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, το σώμα και το πνεύμα,
τη ζωή και την ανάμνηση.
Το Jitterbug
Perfume δεν είναι απλώς μια περιπέτεια που εκτείνεται σε χιλιετίες, αλλά
μια φιλοσοφική εξερεύνηση πάνω στην έννοια
της αθανασίας. Ο Ρόμπινς δεν αντιμετωπίζει την αθανασία ως φυσική ή
θεϊκή κατάσταση, αλλά ως αποτέλεσμα της ζωντάνιας
και της απόλαυσης της ζωής. Η
αληθινή “αθανασία” δεν βρίσκεται στη νίκη επί του θανάτου, αλλά στην ικανότητα
να ζεις ολοκληρωτικά, να βιώνεις την κάθε στιγμή με επίγνωση και πάθος. Ο
συγγραφέας προτείνει ότι ο άνθρωπος γίνεται αθάνατος όταν αποδέχεται τη ζωή ως
τέχνη - όταν χορεύει, γελά, αγαπά και δημιουργεί με πλήρη συνείδηση της
παροδικότητάς του. Μέσα από τα αλλεπάλληλα επίπεδα του χρόνου και της πλοκής,
το βιβλίο εξετάζει επίσης τη σύγκρουση
ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα. Ο Alobar και η Kudra αντιλαμβάνονται ότι
η αθανασία απαιτεί όχι την αποκοπή από το σώμα, αλλά την ενοποίηση μαζί του - τη
συμφιλίωση με τις επιθυμίες και τις αισθήσεις. Το άρωμα, που διαπερνά όλο το
έργο, γίνεται το σύμβολο αυτής της ένωσης: είναι κάτι αόρατο, αλλά έντονα παρόν,
προσωρινό, αλλά ικανό να αναβιώσει μνήμες και συναισθήματα, μια μορφή τέχνης
που υπερβαίνει τον χρόνο.
Το έργο αγγίζει και το θέμα της δημιουργίας: τόσο τη φυσική (μέσα από τον έρωτα και τη γέννηση)
όσο και τη καλλιτεχνική (μέσα από την παραγωγή του αρώματος). Ο Ρόμπινς δείχνει
πως η δημιουργικότητα είναι η πιο καθαρή μορφή αντίστασης απέναντι στη φθορά.
Όσοι δημιουργούν - είτε άνθρωποι, είτε θεοί, είτε εραστές - αφήνουν πίσω τους
“μυρωδιές” που συνεχίζουν να υπάρχουν, ακόμα κι όταν εκείνοι έχουν χαθεί.
Το ύφος της αφήγησης συνδυάζει το χιούμορ, τον μυστικισμό
και τη φιλοσοφία, αλλά κάτω από αυτή την παιχνιδιάρικη επιφάνεια κρύβεται ένα
στοχαστικό μήνυμα: ότι η ζωή είναι μια ευωδιά που πρέπει να τη βιώνεις πριν
χαθεί. Ο τίτλος - Jitterbug Perfume -
παραπέμπει σε αυτόν τον χορό ανάμεσα στο παλιό και το νέο, το γήινο και το
θεϊκό, το εφήμερο και το αιώνιο.
Στο τέλος, το βιβλίο προσκαλεί τον αναγνώστη να αναρωτηθεί: μήπως η αθανασία δεν είναι κάτι που πρέπει να κυνηγάμε, αλλά κάτι που ήδη ζούμε κάθε φορά που δημιουργούμε, αγαπάμε ή θυμόμαστε; Το “άρωμα του ονείρου” είναι έτσι η ίδια η ζωή — εύθραυστη, μαγική και ανεπανάληπτη. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε το 1999 απο τις εκδόσεις Αίολος.




















