![]() |
Leviathan_frontispiece_cropped_British_Library |
78. Η Σταχτοπούτα (αγνώστων – 1634) Κλασικό παραμύθι που αφηγείται τις περιπέτειες μιας κοπέλας, την οποία κακομεταχειρίζονται η κακιά μητριά και οι αδερφές της. Εκδόθηκε πρώτα το 1634 από τον Giambattista Basile και το 1697 από τον Σαρλ Περώ. Έγινε ευρύτερα γνωστό από την έκδοση των αδελφών Γκριμ το 1812. Στοιχεία του παραμυθιού υπάρχουν σε μύθους της αρχαιότητας. Μερικά από τα βασικά στοιχεία του αναφέρονται από τον Στράβωνα (1ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.) και τον Αιλιανό (2ος-3ος αι. μ.Χ.). Και οι δύο αντλούν από παλαιότερες παραδόσεις. Ο Στράβων αναφέρει ότι άκουσε αυτή τη διήγηση ως μύθο σχετιζόμενο με έναν τάφο στην Αίγυπτο. Ο τάφος ανήκε σε μια εταίρα που κατά την Σαπφώ λεγόταν Δωρίχα και ήταν ερωμένη του αδελφού της, ή κατ' άλλους λεγόταν Ροδώπις. Ενώ αυτή λουζόταν, ένας αετός άρπαξε το ένα παπούτσι της και το έριξε στη Μέμφιδα, μπροστά στο βασιλιά. Αυτός διέταξε να βρεθεί η κάτοχος του παπουτσιού, η οποία μετά έγινε σύζυγός του και μετά το θάνατό της τάφηκε στον τάφο που αναφέρει ο Στράβων (Γεωγραφικά, 17, 1, 33). Κατά τον Αιλιανό, η εταίρα ονομαζόταν Ροδώπις και βασιλιάς ήταν ο Ψαμμήτιχος ("Ποικίλη Ιστορία", 13, 33). Την παρουσία της Ροδώπιδος στην Αίγυπτο αναφέρει και ο Ηρόδοτος (2, 134-135), ως σχετιζόμενη με τον Χάραξο, αδελφό της Σαπφούς. Οι μελετητές σημειώνουν τον αετό ως βασιλικό και θεϊκό σύμβολο που δικαιολογεί την προσπάθεια ανεύρεσης της ιδιοκτήτριας του παπουτσιού από τη ρωμαϊκή εποχή μέχρι την Κίνα του 9ου αι. μ.Χ. Σε μια από τις πιο αρχαίες εκδοχές του παραμυθιού (Κίνα), η ηρωίδα φοράει παπούτσια υφασμένα από χρυσές κλωστές, με σόλες από καθαρό χρυσό. Στο παραμύθι των αδελφών Γκριμ, λαμβάνει πρώτα ως δώρο «παντόφλες κεντημένες με μετάξι και ασήμι» και το τελευταίο βράδυ «παντόφλες από καθαρό χρυσό». Στο ιταλικό παραμύθι, η Σταχτοπούτα φοράει ασημένιες παντόφλες και στη βενετσιάνικη εκδοχή του παραμυθιού, φοράει διαμαντένιες παντόφλες. Στο δανέζικο παραμύθι τα παπούτσια είναι μεταξωτά. Στο παραμύθι της Marie-Catherine d'Aulnoy, είναι φτιαγμένα από κόκκινο βελούδο και κεντημένα με πέρλες. Ο διάσημος Γάλλος ανθρωπολόγος Paul Delarue, έχοντας μελετήσει εκδοχές της Σταχτοπούτας σε παραμύθια διαφορετικών εθνών, ανακάλυψε τις ακόλουθες παραλλαγές για τα γοβάκια: Χωρίς προδιαγραφές: 24 - Σανδάλια: 1 – Από γυαλί ή κρύσταλλο: 6 – Από χρυσό: 1. Από τον 19ο αιώνα, το υλικό από το οποίο κατασκευάζονταν τα παπούτσια της Σταχτοπούτας έγινε αντικείμενο συνεχιζόμενης διαμάχης, αφού στα γαλλικά η λέξη για το γυαλί (verre) προφέρεται το ίδιο με το όνομα ενός ειδικού τύπου γούνας (verre). Ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ, ήταν ο πρώτος που επεσήμανε το ενδεχόμενο μιας τέτοιας παρανόησης που εισήγαγε το γυαλί ως υλικό για τα γοβάκια της Σταχτοπούτας.
79. Σχετικά με το Πολίτη «De Cive» (Τόμας Χομπς – 1642) Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Λατινικά. Λόγω της πολιτικής αναταραχής της εποχής, που οδήγησε στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1642, δημοσίευσε βιαστικά το έργο το οποίο σκόπευε να το δημοσιεύσει αργότερα. Περιλαμβάνει τρία μέρη: Libertas (Ελευθερία), Dominion (Κυριαρχία) και Religio (Θρησκεία). Στο πρώτο μέρος, περιγράφει τη φυσική κατάσταση του ανθρώπου, ασχολούμενος με τους φυσικούς νόμους. Στο δεύτερο, υποδεικνύεται η αναγκαιότητα συγκρότησης σταθερής κυβέρνησης. Τέλος, στο τρίτο μέρος γράφει για τη θρησκεία. Πραγματεύεται την ανθρώπινη φύση και την αναγκαιότητα μιας κυρίαρχης εξουσίας, όπως στο μεταγενέστερο «Λεβιάθαν», αλλά με πιο συνοπτική μορφή. Το κείμενο κυριαρχείται από δραματικούς και συναισθηματικούς προβληματισμούς σχετικά με τη φύση της σύγκρουσης και της ειρήνης. Χρησιμοποιεί ισχυρές περιγραφές της ανθρώπινης κατάστασης, εστιάζοντας σε θέματα φόβου, ατομικού συμφέροντος και ανάγκης για κοινωνική τάξη, έννοιες που έχουν εξερευνήσει οι λογοτεχνικοί συγγραφείς, ειδικά σε έργα πολιτικής δυστοπίας.
80. Λεβιάθαν (Τόμας Χομπς – 1651) Είχε απαγορευτεί στην Αγγλία εκείνη την εποχή. Ειδικότερα, το βιβλίο συμπεριλήφθηκε στην «Κρίση και Ψήφισμα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης της 21ης Ιουλίου 1683, κατά ορισμένων ολέθριων βιβλίων» και υπέστη καύση. έχει την ίδια δομή με το «De Cive και ένα επιπλέον μέρος (συνολικά 47 κεφάλαια και ένα παράρτημα). Στο επιπλέον μέρος ο Χομπς θέτει το ζήτημα του βασιλείου του σκότους. Ο Λεβιάθαν είναι το όνομα ενός βιβλικού τέρατος που απεικονίζεται ως δύναμη της φύσης που εξευτελίζει τον άνθρωπο. Ο Χομπς χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα για να περιγράψει μια ισχυρή κατάσταση (έναν «θνητό θεό»). Δημιουργώντας τη θεωρία της ανάδυσης του κράτους, ξεκινά από το αξίωμα της φυσικής κατάστασης των ανθρώπων «Πόλεμος όλων εναντίον όλων» (Bellum omnium contra omnes) και αναπτύσσει την ιδέα «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο» (Homo homini lupus est). Οι άνθρωποι, σε σχέση με την αναπόφευκτη εξόντωση, ενώ βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση για μεγάλο χρονικό διάστημα, για να διατηρήσουν τη ζωή τους και τη γενική ειρήνη, αποποιούνται μέρος των φυσικών τους δικαιωμάτων και, σύμφωνα με ένα σιωπηρά συναφθέν κοινωνικό συμβόλαιο, τα δωρίζουν σε αυτόν που αναλαμβάνει να διατηρήσει την ελεύθερη χρήση των εναπομεινάντων δικαιωμάτων - το κράτος. Το κράτος, μια ένωση ανθρώπων στην οποία η βούληση του ενός (επικεφαλής) είναι δεσμευτική για όλους, έχει το καθήκον να ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ όλων των ανθρώπων. Παρουσιάζει ένα πλαίσιο της ανθρώπινης φύσης ως εγγενώς εγωιστικής και ανταγωνιστικής, υποστηρίζοντας μια ισχυρή, κεντρική εξουσία (τον Λεβιάθαν) για τη διατήρηση της ειρήνης και της τάξης. Ενώ είναι μια πολιτική και φιλοσοφική πραγματεία, είναι γεμάτο με ζωντανές μεταφορές, όπως η περιγραφή του κράτους ως «θνητού θεού», που έχουν λογοτεχνικό χαρακτήρα. Ο μεταφορικός πλούτος, ιδιαίτερα η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου και η ισχυρή εικονογράφηση, συμβάλλουν στη λογοτεχνική του αξία. Η χρήση της γλώσσας για την απεικόνιση πολύπλοκων εννοιών της εξουσίας και του φόβου έχει επηρεάσει τόσο τους λογοτεχνικούς όσο και τους πολιτικούς στοχαστές, ιδιαίτερα αυτούς που ασχολούνται με τη φύση της εξουσίας και την ανθρώπινη κατάσταση.
81. «Τα επαρχιακά γράμματα» (Μπλεζ Πασκάλ, 1656-1657) Μια σειρά σατιρικών κειμένων που υπερασπίζονται τον Γιανσενισμό, ένα θεολογικό κίνημα, ενάντια στους Ιησουίτες. Είναι γραμμένα με οξύ πνεύμα και ειρωνικό χιούμορ και η ρητορική μαεστρία είναι εμφανής στην έξυπνη χρήση του διαλόγου και της σατιρικής αφήγησης. Αφορούν ζητήματα πίστης και θρησκευτικής πολιτικής, αλλά το ύφος τους τις καθιστά σημαντικά ως έργα λογοτεχνικής κριτικής. Χρησιμοποιούν σάτιρα και ειρωνεία για να ασκήσουν κριτική στους πολιτικούς και θρησκευτικούς θεσμούς της εποχής. Η λογοτεχνική ποιότητα τους προέρχεται από το ελκυστικό αφηγηματικό ύφος και τη ρητορική τους έξαρση, καθιστώντας τα ένα σημαντικό παράδειγμα φιλοσοφικής σάτιρας στη λογοτεχνική παράδοση. Για να αντιμετωπίσουν μια διαδικασία που ήταν εξαρχής καταδικασμένη, οι Γιανσενιστές αποφάσισαν να απευθυνθούν στην κοινή γνώμη και κάλεσαν τον Blaise Pascal: αυτός, όμως δεν είχε ποτέ μέχρι τότε επιχειρήσει αυτού του είδους την εργασία, χτίζοντας τη φήμη του με τη δουλειά του στα μαθηματικά και τη φυσική. τα γράμματα όμως σημείωσαν άμεση και αυξανόμενη επιτυχία, κάτι που δικαιολογείται τόσο από την ποιότητα της γραφής του συγγραφέα (χρήση ευχάριστου ύφους, αποτελεσματική χρήση κωμωδίας, επιτυχημένη «εκλαΐκευση» της θεολογίας), όσο και από τη στιβαρότητα του επιχειρήματός του. Ο τελευταίος επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη μυθοπλασία: ένας Παριζιάνος από την υψηλή κοινωνία θα ενημέρωνε με επιστολή έναν φίλο που ζούσε στις επαρχίες για την πρόοδο της δίκης του Arnauld στη Σορβόννη. Η πρώτη επιστολή εμφανίστηκε τον Ιανουάριο του 1656, ανώνυμα και λαθραία. Μετά τη τρίτη επιστολή επιτέθηκε αποκλειστικά στους Ιησουΐτες και με την 11η εγκαταλείπει τη μυθοπλασία για να τους απαντήσει απευθείας. Σταμάτησαν να εκδίδονται τον Μάρτιο του 1657, για λόγους που δεν είναι καλά γνωστοί. Παρά την έντονη καταστολή από τις πολιτικές αρχές, το έργο άλλαξε την κοινωνική ελίτ που αποτελούσε την κοινή γνώμη εκείνη την εποχή υπέρ του Γιανσενισμού, ενώ έδωσε μια αρνητική εικόνα για την Κοινωνία του Ιησού στη Γαλλία. Οι χαλαρές ηθικές αρχές που κατήγγειλε ο Πασκάλ, έγιναν γρήγορα αντικείμενο γενικής αποδοκιμασίας και καταδικάστηκαν πολλές φορές από τη Ρώμη. Ωστόσο, οι επιστολές δεν είχαν την ίδια επιτυχία στην υπεράσπιση του Γιανσενισμού και του Port-Royal, του αβαείου που το ενσάρκωσε: στα χρόνια που ακολούθησαν, τα μέτρα δίωξης από τον βασιλιά της Γαλλίας και την Αγία Έδρα διπλασιάστηκαν εναντίον τους. Από λογοτεχνική άποψη, η φήμη του έργου δεν αμφισβητήθηκε ποτέ: θεωρείται σήμερα κλασικό της γαλλικής λογοτεχνίας.
82. Χαμένος παράδεισος (Τζον Μίλτον - 1667) Σε αντίθεση με τα ηρωικά έπη του Ομήρου και τα μεσαιωνικά έπη, καθώς και το ποίημα του Δάντη, ο Χαμένος Παράδεισος δεν δίνει πεδίο στη δημιουργική φαντασία του ποιητή. Ο πουριτανός Μίλτον διάλεξε μια βιβλική ιστορία και τη μετέφερε σύμφωνα με τα λόγια της Γραφής. Επιπλέον, οι χαρακτήρες του ανήκουν κυρίως στην υπεράνθρωπη σφαίρα και δεν επιτρέπουν ρεαλιστικές περιγραφές. Από την άλλη πλευρά, οι άγγελοι και οι δαίμονες, ο Αδάμ και η Εύα και άλλοι χαρακτήρες έχουν μια συγκεκριμένη εικόνα στη λαϊκή φαντασία, που καθοδηγείται από τη Βίβλο, και ο Milton, ένας βαθιά εθνικός ποιητής, δεν παρεκκλίνει ποτέ από αυτές τις παραδόσεις. Αυτά τα χαρακτηριστικά του υλικού πάνω στο οποίο εργάστηκε αντικατοπτρίζονται στο ποίημά του. Η τεχνική πλευρά των περιγραφών είναι υπό όρους, υπάρχουν λίγες εικόνες στην παρουσίαση. Τα βιβλικά πλάσματα συχνά φαίνονται να είναι μόνο αλληγορία. Η μεγάλη σημασία του έργου βρίσκεται στην ψυχολογική εικόνα της πάλης μεταξύ του παραδείσου και της κόλασης. Τα έντονα πολιτικά πάθη του Μίλτον τον βοήθησαν να δημιουργήσει μια μεγαλειώδη εικόνα του Σατανά, τον οποίο η δίψα για ελευθερία οδήγησε στο κακό. Το πρώτο τραγούδι, όπου ο ηττημένος εχθρός του δημιουργού υπερηφανεύεται για την πτώση του και χτίζει το Πανδαιμόνιο, στέλνοντας απειλές στον ουρανό, είναι το πιο εμπνευσμένο σε ολόκληρο το ποίημα και χρησίμευσε ως η αρχική πηγή του δαιμονισμού του Βύρωνα και όλων των ρομαντικών γενικότερα. Η μαχητική θρησκευτικότητα του πουριτανού ενσάρκωσε το πνεύμα των καιρών στην εικόνα μιας ψυχής που αγωνίζεται για ελευθερία. Το πάθος αυτής της δαιμονικής πλευράς, αντιστοιχεί στο ειδυλλιακό μέρος – ποιητικές περιγραφές του παραδείσου, της αγάπης των πρώτων ανθρώπων και της εκδίωξής τους. Αμέτρητα ποιητικά κάλλη στη μετάδοση συναισθημάτων, η μουσικότητα του στίχου, οι απειλητικές συγχορδίες που μιλούν για ασυμβίβαστο σε θέματα πίστης, δίνουν αιώνια ζωή στο έπος του 17ου αιώνα. «Εκείνος, χωρίς αντίσταση, την οδήγησε από το χέρι στον σκιερό λόφο, κάτω από τη σκιά των κλαδιών, κάτω από το κάλυμμα του πυκνού φυλλώματος, βιολέτες, ξεχασμένοι υάκινθοι με ασφοδέλους γύρω τους, ένα κρεβάτι με λουλούδια, απαλό σαν χνούδι. Δροσερό γήινο στήθος! Εκεί επιδόθηκαν σε πλούσιο έρωτα, στέφθηκαν με όλες τις σαρκικές ηδονές, με αμοιβαία ενοχή προσπάθησαν να αποκαλύψουν την συνείδηση της αμαρτωλότητας. Μετά, κουρασμένοι από τα παθιασμένα χάδια, αποκοιμήθηκαν, νανουρισμένοι από τη δροσιά». Ήταν ο Εωσφόρος ένας μεγάλος αν και καταραμένος (για ποιους καταραμένος;) επαναστάτης, όπως εδώ ή το θλιμμένο εκείνο πλάσμα της Θείας Κωμωδίας; Προτιμάμε το πρώτο. Όχι μόνο επειδή δεν μας αρέσει που η Βεατρίκη του Δάντη ζητά από τον Αγ. Βερνάρδο, όταν φτάνουν στο Παράδεισο να μεσολαβήσει στη Παναγία ώστε να τον προστατεύει. Ακόμη και στο Παράδεισο προστασία; Μήπως τελικά σωστά οι άνθρωποι "προτιμούν να κυβερνούν στην κόλαση παρά να υπηρετούν στον παράδεισο". (βλ. Ο δικηγόρος του διαβόλου). Ο Εωσφόρος του Μίλτον είναι ο αιώνιος επαναστάτης, αιώνιος κακός για κάποιους, συνεχιστής των πιο αμφίσημων πλευρών του Οδυσσέα, του Άμλετ και άλλων κακών της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η ανυπακοή, έχει πολύ βαθιές ρίζες, ξεκινά πάντα από την αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων και απεικονίζεται στη παγκόσμια λογοτεχνία με την ανυπακοή απέναντι σε πολλούς και διάφορους θεούς, μετά απέναντι σε όλους και πάει λέγοντας. Είναι η ανυπακοή της προσωπικότητας απέναντι στο εναλλακτικό «εγώ», το κοινωνικό κατεστημένο. «Σε όποια μεριά και αν καταφύγω η Κόλαση είμαι εγώ» γράφει ο Μίλτον και έχει δίκιο.
83. Ο περιπετειώδης Σιμπλιτσίσιμος Τόιτς (Hans Jakob Christoph von Grimmelshausen – 1669) Γράφει για τις περιπέτειες ενός νεαρού κατά τη διάρκεια του 30ετούς πολέμου, συνδυάζοντας τη φάρσα με την τραγωδία, την κριτική της κοινωνίας και την ανατροπή των ηθικών αξιών. Το πρώτο αυτοβιογραφικό περιπετειώδες μυθιστόρημα στα γερμανικά, θεωρείται το σημαντικότερο επικό μυθιστόρημα του 17ου αιώνα. Παρά την επιφανειακή ομοιότητά του με το ισπανικό πικαρέσκ, το έργο ακολουθεί τις παραδόσεις του γερμανικού ιπποτικού ρομαντισμού και της σατυρικής λογοτεχνίας του 16ου αιώνα. Η αυτοβιογραφική μορφή χρησιμεύει για να δημιουργήσει στον αναγνώστη την ψευδαίσθηση μιας αληθινής ιστορίας για αυτό που βιώθηκε άμεσα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την εξομολογητική αφήγηση όχι για να σκιαγραφήσει μια ατομική ιστορία ζωής, αλλά για να δείξει την ατέλεια του κόσμου, την καταστροφή των ψευδαισθήσεων είναι σαν έναν καθρέφτη στον οποίο ο κόσμος βλέπει τον εαυτό του χωρίς εξωραϊσμό. «Η σημασία του Grimmelshausen δεν είναι ότι έμεινε έξω από το λογοτεχνικό στυλ του μπαρόκ, αλλά ότι διεύρυνε τα όριά του, χρησιμοποίησε και μεταμόρφωσε τα καλλιτεχνικά του μέσα. Λόγω των κοινωνικών φιλοδοξιών που είναι ενσωματωμένες σε αυτό, ο Grimmelshausen υπέταξε τα ρητορικά μέσα του μπαρόκ στις νέες ανάγκες κατανόησης και αντανάκλασης της πραγματικότητας. Η δημοφιλής εκδοχή του μπαρόκ μυθιστορήματος ξεπέρασε τους άλλους συγχρόνους της λογοτεχνίας» (A.A.Morozov).
84. Σκέψεις «Pensées» (Μπλεζ Πασκάλ – 1670) Συνδυάζει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και τον προσωπικό προβληματισμό με έναν εξαιρετικά λογοτεχνικό τρόπο, χρησιμοποιώντας συχνά αφορισμούς, παράδοξα και μεταφορές. Οι στοχασμοί του Πασκάλ για την ανθρώπινη κατάσταση -ιδιαίτερα η ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και τα παράδοξα της πίστης, δίνουν αφηγηματικό βάθος και μια συναισθηματική απήχηση που έχει ευρέως εκτιμηθεί. Σαν φυσικός επιστήμονας που ήταν προσπάθησε να μεταφέρει τους νόμους της Λογικής στη χριστιανική θρησκεία. Το εγχείρημα αυτό απέτυχε "λόγω των αδιεξόδων που συνάντησε ο Πασκάλ στην επιχειρηματολογία του". (Μπέρτραντ Ράσελ)
![]() |
Το γραφείο του Σπινόζα Estudio_Espinoza |
86. Ηθική (Μπαρούχ Σπινόζα – 1677) Γραμμένο σε επαγωγικό ύφος είναι τεχνικά αυστηρό κείμενο, αλλά περιέχει επίσης αποσπάσματα ομορφιάς και λυρικής διορατικότητας. Για παράδειγμα, η εξερεύνηση του Θεού, της ελευθερίας και του συναισθήματος εμπλέκεται με βαθιά ανθρώπινα ερωτήματα, και η πεζογραφία του Σπινόζα κατά καιρούς παίρνει σχεδόν την ποιότητα ενός διαλογιστικού στοχασμού για τη φύση της ύπαρξης και την ανθρώπινη χαρά. Η συστηματική δομή του έργου και οι βαθιές γνώσεις για το ανθρώπινο συναίσθημα, την ηθική και τη φύση οδήγησαν στη λογοτεχνική του εξέταση σε διάφορα κείμενα, καθώς διερευνά θέματα ελευθερίας, ευτυχίας και θείας τάξης που είναι βαθιά συναρπαστικά από αφηγηματική και συμβολική προοπτική.
88. Ιστορία του Ζιλ Μπλας ντε Σαντιλιάν (Αλαίν Ρενέ Λεσάζ - 1715-1735) Ένα μεγάλο, επεισοδιακό πικαρέσκο μυθιστόρημα που συχνά θεωρείται το αριστούργημα του Lesage. Αφηγείται την ιστορία του Gil Blas, ενός νεαρού άνδρα που περνά από μια σειρά από περιπέτειες σε διαφορετικά τμήματα της ισπανικής κοινωνίας και συναντά μια ποικιλία χαρακτήρων, καθένας από τους οποίους αντιπροσωπεύει διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης φύσης και κοινωνίας. Ο συγγραφέας αναπτύσσει τα αγαπημένα του θέματα: για μια ακόμη φορά διηγείται όχι μόνο για υπηρέτες-απατεώνες που υπηρετούν διεφθαρμένα αφεντικά, γυναίκες ελευθερίων ηθών, συζύγους εξαπατημένους και ευτυχισμένους αλλά επίσης και επιτηδευμένους σχολαστικούς, γελοίους ποιητές, ψευδό-σοφούς ή γιατρούς δολοφονικής άγνοιας. Κάθε τάξη, κάθε επάγγελμα περιγράφεται μέσα από χαρακτηριστικούς τύπους που αυτό-σκιαγραφούνται μέσα στη δράση. Κάθε χαρακτήρας στην ιστορία του Ζιλ Μπλας αποτελεί τμήμα της πραγματικής κοινωνίας της εποχής του, που έμμεσα απεικονίζεται σε όλο το έργο. Όσο απίθανες κι αν είναι οι περιπέτειές του, ο ήρωας μας τις διηγείται, όχι σαν μυθοπλασία, αλλά σαν πραγματικές ιστορίες που του έτυχαν, και που άλλοτε τις απόλαυσε και άλλοτε υπέφερε. Συχνά θεωρείται ως μια ιστορία ενηλικίωσης, η οποία ενσωματώνει τόσο χιούμορ όσο και φιλοσοφικούς στοχασμούς για τη φιλοδοξία, την αρετή και την ηθική. Ασκεί κριτική τόσο στη διαφθορά όσο και στην υποκρισία της κοινωνίας, ιδιαίτερα του κλήρου και της αριστοκρατίας της Ισπανίας. Ο επεισοδιακός χαρακτήρας του επιτρέπει στον να εξερευνήσει ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών τάξεων και ανθρώπινων συμπεριφορών. Επίσης αξιοσημείωτο για τους πλούσιους χαρακτηρισμούς και τις ζωντανές περιγραφές του, που εξυψώνουν το πικαρέσκο είδος πέρα από απλές ιστορίες περιπέτειας. «Ένα από τα λίγα μυθιστορήματα που δείχνουν τι ακριβώς συμβαίνει στον κόσμο»