Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτάσεις ανάγνωσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτάσεις ανάγνωσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

1981-1982: Οι Αλιέντε, Ρούσντι, Γκόρτιμερ, Κανταρέ, Μουρακάμι και Πεσσόα αλλάζουν τον τρόπο γραφής και αντίληψης της λογοτεχνίας

Αυτή τη διετία στη χώρα μας είμασταν απασχολημένοι με την ¨Αλλαγή¨, όμως είναι συναρπαστικό ότι στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα - κάτι που μαρτυρά τη δυναμική της εποχής -  προέκυψαν τόσοι πολλοί μελλοντικοί κλασσικοί που έφεραν αλλαγές στη λογοτεχνία.

Τα παιδιά του μεσονυκτίου (Σαλμάν Ρούσντι - 1981) Επανάσταση στη γλώσσα (μίξη αγγλικών με ινδικές λέξεις, ιδιωματισμούς) και τη δομή. Χρησιμοποιεί τον "μαγικό ρεαλισμό" σε μια αφήγηση με επικό ύφος ινδικού πλαισίου, δημιουργώντας ένα νέο είδος αγγλόφωνου μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημα αφηγείται τη ζωή του Σαλίμ, ενός από τα δύο παιδιά που γεννήθηκαν την πρώτη ώρα της 15ης Αυγούστου του 1947, τη στιγμή δηλαδή που η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη βρετανική αποικιοκρατία. Τα δύο αυτά παιδιά έχουν υπερφυσικές ικανότητες (τηλεπάθεια κτλ.) – όπως και όλα όσα γεννήθηκαν κοντά στα μεσάνυχτα. Τα παιδιά μεγαλώνουν μαζί με την Ινδία. Η ζωή τους αποδεικνύεται άρρηκτα δεμένη με το έθνος τους, την πλούσια ιστορία και τον πολιτισμό του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου, η ατομική ζωή του Σαλίμ συνδέεται με τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα της Ινδίας: η διάσπαση με το Πακιστάν, οι πρώτες εκλογές, η πολιτιστική / θρησκευτική ένταση, τα ζητήματα της ταυτότητας, της φυλής, της γλώσσας, της αποικιοκρατίας και του νέου έθνους. Ο αφηγητής, που είναι ο Σαλίμ, βιώνει τη διπλή ταυτότητά του (Ινδό-Άγγλος πατέρας, Ινδή μητέρα), με ένα προσωπικό πεπρωμένο που συμπλέκεται με την τύχη ενός ολόκληρου έθνους. Μέσα από μαγικό ρεαλισμό, αναμιγνύονται μύθος, φαντασία και πραγματικότητα: υπερφυσικά στοιχεία, ονειρικές σκηνές, παραμυθένιες εικόνες μαζί με πολύ σκληρές πραγματικότητες (βία, θάνατος, πολιτική αναταραχή). Καταγράφονται γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία της οικογένειάς του και της χώρας και δίνονται περιγραφές που ακροβατούν μεταξύ φάρσας και τραγωδίας, ρεαλισμού και φαντασίας.

Το βιβλίο διερευνά πολλαπλά θέματα, την αλήθεια της ιστορίας σε σχέση με την προσωπική αφήγηση, την αναξιοπιστία της αφήγησης, τη διάσπαση και την ενότητα, την εθνική ταυτότητα και τη δημιουργία έθνους, τη φαντασία και πραγματικότητα (μαγικός ρεαλισμός), τη ταυτότητα φυλής και θρησκείας, τη μεταναστευτική εμπειρία και τη μοίρα και ευθύνη του ατόμου απέναντι στην ιστορική δυναμική.

Είναι ένας σταθμός που άνοιξε το δρόμο για μια ολόκληρη γενιά μετα-αποικιακών συγγραφέων και παραμένει ένα από τα πιο συζητημένα και σημαντικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Υπάρχει ελληνική έκδοση του 2008 από τις εκδόσεις Ψυχογιός

By ChatGPT 
Οι άνθρωποι του Τζούλι (Ναντίν Γκόρντιμερ - 1981) Ισχυρό πολιτικό μυθιστόρημα. Η καινοτομία του έγκειται στην αντίστροφη προοπτική του Απαρτχάιντ. Τοποθετείται στη Νότια Αφρική, σε ένα φανταστικό αλλά πιθανό μέλλον όπου έχει ξεσπάσει εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στη λευκή και τη μαύρη κοινότητα, ως αποτέλεσμα της πτώσης του απαρτχάιντ. Η φιλελεύθερη λευκή οικογένεια Σμάιλς αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Γιοχάνεσμπουργκ και βρίσκει καταφύγιο στο χωριό του μαύρου υπηρέτη τους, Τζούλι.

Η αντιστροφή των ρόλων αποτελεί το κεντρικό μοτίβο: οι λευκοί πρώην επικυρίαρχοι εξαρτώνται τώρα πλήρως από το Τζούλι και την κοινότητά του. Ο άνδρας της οικογένειας, ο Μπαμ, χάνει κάθε εξουσία, ενώ η σύζυγός του, Μαουρίν, παλεύει να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου τα προνόμια της έχουν καταρρεύσει. Το τέλος αφήνεται ανοιχτό, με την Μαουρίν να τρέχει προς ένα ελικόπτερο, χωρίς να ξέρουμε αν αυτό σηματοδοτεί την διαφυγή ή πράξη απελπισίας.

Η ιστορία εξετάζει τις ψυχολογικές και κοινωνικές εντάσεις που προκύπτουν όταν οι παλιές ιεραρχίες ανατρέπονται. Μέσα από την απομόνωση, την ανάγκη για επιβίωση και τη σταδιακή απώλεια των πολιτισμικών σταθερών, η Γκόρντιμερ αναλύει τον ρατσισμό όχι μόνο ως πολιτικό, αλλά και ως εσωτερικό φαινόμενο: βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Συνολικά εξετάζει βαθιά τις πολύπλοκες δυναμικές εξουσίας, το ρατσισμό, τον φεμινισμό, την  αποδόμηση της φυλετικής ανωτερότητας, την επιβίωση υπό ακραίες συνθήκες, τη πολιτισμική μετάβαση, τη ταυτότητα και την ανατροπή της κοινωνικής τάξης.

Είχε τεράστια επιρροή ως δείκτης των πολιτικών ρευμάτων της εποχής. Η καινοτομία του έγκειται στην αμείλικτη και προφητική του προοπτική. Ανατρέπει τα γνωστά στερεότυπα του Απαρτχάιντ, θέτοντας τους λευκούς σε θέση εξάρτησης από τους μαύρους. Ήταν ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα την εποχή της κυκλοφορίας του και παραμένει κεντρικό κείμενο για την κατανόηση της δια φυλετικής πάλης. 

Το παλάτι των ονείρων (Ισμαήλ Κανταρέ – 1981) Μυθιστόρημα που συνδυάζει ιδιαίτερο ύφος με αλληγορία και στοιχεία από την αλβανική παράδοση Τοποθετείται σε μια αυτοκρατορία που θυμίζει την Οθωμανική, αλλά και κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς. Η δομή του, που μοιάζει με όνειρο, είναι πολύ καινοτόμα.

Ο πρωταγωνιστής, Μάρκ-Αλεμ, είναι μέλος μιας ευγενούς οικογένειας και διορίζεται σε ένα παράξενο και τρομακτικό θεσμό: το Παλάτι των Ονείρων. Πρόκειται για έναν γιγάντιο κρατικό μηχανισμό που συγκεντρώνει, καταγράφει και ερμηνεύει τα όνειρα όλων των πολιτών, με σκοπό να προβλέπει απειλές, προφητείες ή συνωμοσίες κατά της εξουσίας. Καθώς ο Μάρκ-Αλεμ ανεβαίνει τη διοικητική ιεραρχία, συνειδητοποιεί ότι η ίδια του η ύπαρξη παγιδεύεται μέσα σε ένα αποπνικτικό δίκτυο παρακολούθησης και φόβου. Το Παλάτι γίνεται σύμβολο της ολοκληρωτικής εξουσίας που διεισδύει ακόμη και στο υποσυνείδητο του ανθρώπου. Η συλλογή και ερμηνεία των ονείρων λειτουργεί ως παραβολή για την απόλυτη καταστολή της ατομικής σκέψης.

Η ιστορία εξελίσσεται μέσα σε ένα περιβάλλον γραφειοκρατικής τρέλας και ηθικής διάβρωσης. Ο πρωταγωνιστής μεταμορφώνεται από αθώο δημόσιο υπάλληλο σε σιωπηλό συνένοχο ενός απάνθρωπου συστήματος. Το όνειρο, αρχικά στοιχείο ελευθερίας, μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου. Το έργο αναδεικνύει πώς η πολιτική εξουσία καταστρέφει την ανθρώπινη φαντασία, την πνευματικότητα και την ανεξαρτησία της σκέψης.

Μια βαθιά μελέτη της φύσης της εξουσίας, της λογοκρισίας, του φόβου και του τρόπου με τον οποίο τα καθεστώτα ελέγχουν τη σκέψη των ανθρώπων και θα ήθελαν να ελέγξουν ακόμα και τα όνειρα τους. Διερευνά με πρωτότυπο τρόπο τον ολοκληρωτισμό, το φόβο, τη συλλογική καταστολή, τη σύγκρουση εξουσίας και συνείδησης, ξεκινώντας από την Αλβανία και δίνοντας στην ιστορία του παγκόσμια διάσταση.

Είχε τεράστια διεθνή αναγνώριση και επηρέασε την αντίληψη για τη λογοτεχνία της Ανατολικής Ευρώπης, επηρέασε τον ευρύτερο ευρωπαϊκό κανόνα, και τη μελέτη των μηχανισμών ελέγχου και καταστολής των σύγχρονων δικτατοριών.  Παραμένει μια ισχυρή και συναρπαστική προφητεία για όλες τις μορφές τυραννίας. Η πρώτη ελληνική έκδοση έγινε το 1990 από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Housekeeping (Μέριλιν Ρόμπινσον - 1981) Ο τίτλος λειτουργεί ειρωνικά: δείχνει την αδυναμία διατήρησης τάξης σε έναν κόσμο όπου τα πάντα ρευστοποιούνται. Λυρικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα με πρωτοποριακή γλώσσα που αντιμετωπίζει με προσοχή τις λεπτομέρειες σαν ποίηση.

Το μυθιστόρημα αφηγείται τη ζωή δύο ορφανών κοριτσιών, της Ρουθ και της Λούσι, που ζουν σε μια απομονωμένη πόλη κοντά σε μια μεγάλη λίμνη. Μετά από μια σειρά απωλειών (ο πατέρας πεθαίνει, η μητέρα αυτοκτονεί), οι δύο αδελφές μεγαλώνουν με διάφορους συγγενείς, ώσπου αναλαμβάνει τη φροντίδα τους η θεία τους Σιλβί. Η θεία ζει περιπλανώμενη, χωρίς σταθερότητα, και η δική της αντίληψη για τη ζωή έρχεται σε σύγκρουση με τις ισχύουσες κοινωνικές νόρμες. Η Ρουθ, αφηγήτρια του έργου, έλκεται από την ελευθερία και τη μοναξιά της θείας της, ενώ η Λούσι αναζητά ασφάλεια και τελικά απομακρύνεται.

Παρότι φαινομενικά πρόκειται για μια οικογενειακή ιστορία, το έργο είναι βαθιά υπαρξιακό. Εξετάζει την έννοια του «ανήκειν», της απώλειας, της θηλυκής μοναξιάς, της πνευματικής περιπλάνησης, της οικογένειας, θηλυκής ανεξαρτησίας, απώλειας, νοσταλγίας και της απόκλισης από τους κοινωνικούς κανόνες. Είχε επιρροή στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στον "Νότιο Γοτθικό" ρεαλισμό.

Γ. Γαΐτης, Λούνα παρκ ή Τα αλογάκια, 1967, Συλλογή Άννυς Κωστοπούλου
Ο συμβιβασμός (Σεργκέϊ Ντοβλάτοφ – 1981) Αποτελεί μια συλλογή δεκατριών σύντομων ιστοριών που συνδέονται μεταξύ τους και βασίζονται στις εμπειρίες του Dovlatov ως δημοσιογράφου στη Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του ’70. Κάθε ιστορία είναι ένα στιγμιότυπο της καθημερινής ζωής σε μια κοινωνία όπου η αλήθεια και το ψέμα συνυπάρχουν σε μια διαρκή κατάσταση «συμβιβασμού».

Ο αφηγητής, Μπόρις (ένα alter ego του ίδιου του συγγραφέα), εργάζεται σε μια εφημερίδα του Λένινγκραντ. Για να κρατήσει τη δουλειά του, πρέπει να γράφει άρθρα σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα - γνωρίζοντας όμως ότι οι ιστορίες του είναι ψευδείς. Η ειρωνεία, το χιούμορ και ο κυνισμός αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας επιβιώνει μέσα σε ένα καθεστώς που ακυρώνει τη λογική και την ελευθερία. Κάθε ιστορία αρχίζει με ένα απόσπασμα ενός άρθρου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα, και ακολουθεί η πραγματική ιστορία πίσω από το άρθρο, η οποία αποκαλύπτει τη διαστρέβλωση της αλήθειας. Ο «συμβιβασμός» δεν αφορά μόνο τη σχέση του δημοσιογράφου με το καθεστώς, αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο: τη σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική και την επιβίωση.

Ήταν καινοτόμο για την ισχύουσα τότε ρωσική λογοτεχνική παράδοση με στεγνό, σαρκαστικό χιούμορ και μικροαφηγήσεις.  Συνδύασε τη σατιρική γραφή με μια βαθιά ανθρώπινη παρατήρηση. Εξετάζει το ψέμα και την αλήθεια, την ατομική ευθύνη, τη λογοκρισία, την ηθική επιβίωση και τον παραλογισμό στη καθημερινή ζωή στη Σοβιετική Ένωση. Παρουσιάζει τους Σοβιετικούς όχι ως ήρωες ή θύματα, αλλά ως απλούς ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν με τη διαφθορά, τη λογοκρισία και τη μόνιμη ειρωνεία της ύπαρξής τους. Επηρέασε ως κλασικό το σοβιετικό "αντικαθεστωτικό" ρεαλισμό. 

Goodnight Mister Tom (Μισέλ Μαγκόριαν - 1981) Ξεχωριστό για τη κατηγορία της εφηβικής λογοτεχνίας. Η καινοτομία του δεν βρίσκεται στη φόρμα, αλλά στην ειλικρινή και βαθιά αντιμετώπιση δύσκολων θεμάτων (κακοποίηση, πένθος, πόλεμος) για το νεαρό κοινό.

Το 1939, με την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, πολλά παιδιά απομακρύνονται από μεγάλα αστικά κέντρα της Αγγλίας προς την εξοχή για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς. Ο κύριος χαρακτήρας, ο «Γουίλι» Μπιτς, είναι ένα αγόρι από το Λονδίνο που έχει υποστεί σωματική και ψυχική κακοποίηση από τη μητέρα του. Εκκενώνεται και πηγαίνει να ζήσει με τον Τομ Όκλεϊ, έναν ηλικιωμένο και απομονωμένο χήρο στην εξοχή σε ένα μικρό χωριό. Ο Τομ, αρχικά δύσπιστος και αυστηρός, σταδιακά ανακαλύπτει την έκταση της αγωνίας και των πληγών του Γουίλι - τους φόβους του, την άγνοιά του, την πεποίθηση που του έχει εμφυσήσει η μητέρα του ότι είναι «κακός». Με τρυφερότητα, υπομονή και φροντίδα, ο Τομ βοηθά τον Γουίλι να αναρρώσει: τον διδάσκει να διαβάζει, να γράφει, τον ενθαρρύνει στις τέχνες, τον βοηθά να κάνει φίλους. Σε κάποια στιγμή όμως, η μητέρα καλεί τον Γουίλι πίσω στην πόλη. Εκεί, οι καταστάσεις είναι χειρότερες απ’ όσο φανταζόταν: η μητέρα είναι βαθιά συντηρητική και θρησκόληπτη, η επανένωση θα οδηγήσει σε κακοποίηση και παραμέληση. Ο Τομ, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι πολύ άσχημο συμβαίνει, ταξιδεύει στο Λονδίνο, βρίσκει τον Γουίλι σε άσχημη κατάσταση, τον διασώζει και τον παίρνει πίσω στην εξοχή. Μετά από πολλές δυσκολίες, καταφέρνει να τον υιοθετήσει, αφού η μητέρα του πεθαίνει. Ο Γουίλι αντιμετωπίζει την απώλεια της μητέρας, τον θάνατο φίλων (ένας από τους φίλους του, σκοτώνεται σε βομβαρδισμό) και το τραύμα. Μέσα απ’ αυτές τις εμπειρίες, ωριμάζει, βρίσκει δύναμη, αλλά κυρίως βιώνει τη διάσωση της ύπαρξής του μέσα από τη στοργή και την αγάπη.

Τα θέματα που εξετάζονται είναι η παιδική κακοποίηση, ο θεσμός της οικογένειας και της υιοθεσίας, ο πόλεμος και οι κοινωνικές συνέπειες (εκκένωση οικισμών, βομβαρδισμοί, απώλειες), η ανάπτυξη προσωπικότητας μέσα από στοργική σχέση, η θλίψη, απώλεια αλλά και ελπίδα. 

Το βιβλίο της ανησυχίας (Φερνάντο Πεσσόα – 1982) Απολύτως καινοτόμο στη φόρμα - δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά μια συλλογή από αφορισμούς, προσωπικές σκέψεις και φιλοσοφικούς προβληματισμούς. Ένα μωσαϊκό σκέψεων, ονείρων και στοχασμών που γράφτηκε αποσπασματικά και εκδόθηκε μεταθανάτια. Ο συγγραφέας το υπογράφει με το ετερώνυμο Μπερνάρντο Σοάρες, ένός λογιστή στη Λισαβόνα που καταγράφει τη ζωή του μέσα από στοχασμούς και παρατηρήσεις.

Αποτελείται από εκατοντάδες αποσπάσματα, ημερολογιακές σημειώσεις, εσωτερικούς μονολόγους, περιγραφές τοπίων και σκέψεις πάνω στη ζωή, τον χρόνο, την τέχνη, τη μοναξιά και το όνειρο. Ενισχύει τη ρήξη με την παραδοσιακή αφηγηματική φόρμα. Ο Σοάρες περιγράφει τη ρουτίνα του, τις περιπλανήσεις του στη Λισαβόνα, τη βαρεμάρα της καθημερινότητας, αλλά μέσα από αυτά αναδύεται μια βαθιά φιλοσοφική θέαση του κόσμου.

Το βιβλίο λειτουργεί ως εσωτερικός καθρέφτης ενός ανθρώπου που ζει σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στη σκέψη του. Ο Πεσσόα χρησιμοποιεί τον Σοάρες για να εκφράσει την ψυχική διάσπαση, την αδυναμία σύνδεσης με την πραγματικότητα και τη διαρκή αίσθηση ανησυχίας που προκύπτει από την επίγνωση της ύπαρξης. Οι σκέψεις του Σοάρες δεν καταλήγουν σε συμπεράσματα· μοιάζουν με κύματα που διαρκώς επιστρέφουν. Περιγράφει τον εαυτό του ως «ονειροπόλο χωρίς όνειρα», ως παρατηρητή της ζωής που δεν συμμετέχει. Ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας εσωτερικής κατάστασης συνεχούς αστάθειας - της «ανησυχίας» που είναι και η ουσία του τίτλου. Το έργο, παρά την αποσπασματική του φύση, σχηματίζει μια βαθιά ψυχογραφία της ανθρώπινης ύπαρξης και της αδυναμίας της να βρει νόημα. Είναι μια λογοτεχνική εξομολόγηση χωρίς ελπίδα, αλλά με απέραντη αισθητική διαύγεια. Είναι ένα ασυνεχές, φιλοσοφικό ημερολόγιο - αποτύπωμα της συνείδησης, γραμμένο από έναν "ετερώνυμο", μια λογοτεχνική απόδειξη της κατακερματισμένης ταυτότητας. Επικεντρώνεται στη μελαγχολία, την αίσθηση του παράδοξου, το όνειρο, τη δημιουργία και τη φύση της πραγματικότητας, την αποξένωση, τη μοναξιά, το μηδενισμό, τη ταυτότητα και τη σχέση τέχνης και ύπαρξης.

Παρότι δημοσιεύτηκε αργά, είναι μια συνεχής πηγή έμπνευσης και μελέτης και έχει τεράστια επιρροή στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και στη φιλοσοφική λογοτεχνία. Πρώτη ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Ίκαρος το 2007 (σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα).

Πρώτη Ιαπωνική έκδοση
Ο θηρευτής των προβάτων (Χαρούκι Μουρακάμι – 1982) Από τα πρώτα βιβλία που καθόρισαν μια νέα λογοτεχνική αισθητική παγκοσμίως. Συνδυάζει το πεζό με το φανταστικό, την ιαπωνική παράδοση με τη δυτική ποπ κουλτούρα, το καθημερινό με το υπερφυσικό. Έθεσε τα θεμέλια της μοναδικής λογοτεχνικής "αισθητικής Murakami".

Είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Μουρακάμι και το πρώτο που του χάρισε διεθνή αναγνώριση. Πρόκειται για μια παράξενη μείξη νουάρ, φαντασίας και υπαρξιακής αναζήτησης. Ο αφηγητής, ένας ανώνυμος άνδρας γύρω στα 30, ζει στο Τόκιο και εργάζεται σε διαφημιστικό γραφείο. Η ζωή του είναι άτονη και αδιάφορη, μέχρι που λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από έναν μυστηριώδη άνδρα που τον αναγκάζει να ξεκινήσει μια αποστολή: να βρει ένα σπάνιο πρόβατο με ένα αστερισμό στη ράχη του. Το πρόβατο αυτό έχει υπερφυσικές δυνάμεις και, σύμφωνα με τον μυστηριώδη εργοδότη του, μπορεί να «καταλαμβάνει» ανθρώπους και να τους χαρίζει εξουσία. Η αναζήτηση οδηγεί τον ήρωα στη βόρεια Ιαπωνία, όπου αρχίζει να χάνεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το παράλογο. Αντιμετωπίζει παράξενα πρόσωπα: τη φίλη του που διαθέτει «μαγικά αυτιά», έναν φίλο που εξαφανίζεται, έναν «άνθρωπο-πρόβατο» που μοιάζει με υπερβατική μορφή.

Το πρόβατο λειτουργεί ως σύμβολο της πνευματικής δύναμης και της καταστροφικής επιρροής της εξουσίας. Ο ήρωας παλεύει με το ερώτημα της ταυτότητας, της απώλειας και της σημασίας της ύπαρξης σε έναν κόσμο χωρίς σκοπό. Παρά τη φαινομενική παραδοξότητα, το έργο αντικατοπτρίζει την κρίση του σύγχρονου ανθρώπου - την αποξένωση, τη ματαιότητα και την ανάγκη νοήματος. Ο Μουρακάμι συνδυάζει δυτικότροπη αφήγηση με ιαπωνικό μυστικισμό, δημιουργώντας μια μυστηριακή, υπνωτιστική και υπαρξιακή ατμόσφαιρα.

Εξερευνά τη την αποξένωση, την απώλεια, τη μνήμη, το υπαρξιακό κενό, την εξουσία, την αναζήτηση της ταυτότητας και τα μυστήρια της ύπαρξης μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία. Παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή και αναγνωρισμένα έργα του. Η πρώτη ελληνική έκδοση έγινε το 2006 από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Το Σπίτι των Πνευμάτων (Ιζαμπέλ Αλιέντε – 1982) Καινοτόμο ως η πιο γνωστή πύλη του "μαγικού ρεαλισμού" εκτός του Μάρκες. Ένα οικογενειακό έπος που συνδυάζει ρεαλισμό και μαγικό στοιχείο, καλύπτοντας τρεις γενιές μιας οικογένειας στη Χιλή.

Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Εστεμπάν Τρουέμπα, πατριάρχης μιας μεγάλης οικογένειας, και η γυναίκα του, Κλάρα, που διαθέτει μυστικιστικές ικανότητες -  επικοινωνεί με πνεύματα και προβλέπει γεγονότα. Η ιστορία ξεκινά στις αρχές του 20ού αιώνα και φτάνει έως τα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας στη Χιλή. Η αφήγηση περνάει από τον κόσμο της ευημερίας και της γαιοκτησίας στην πολιτική αστάθεια, την ταξική σύγκρουση και την τραγωδία. Μέσα από τις ζωές των Τρουέμπα, η Αλιέντε αφηγείται την ιστορία μιας χώρας που μεταμορφώνεται βίαια. Ο Εστεμπάν είναι αυταρχικός, παλαιομοδίτης και εκπρόσωπος της παλιάς τάξης. Η Κλάρα και η εγγονή της, Μπλάνκα, αντιπροσωπεύουν την πνευματικότητα, τη δικαιοσύνη και την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Το σπίτι όπου ζουν λειτουργεί ως μικρογραφία της χώρας: γεμάτο πνεύματα του παρελθόντος, αναμνήσεις, αγάπες, φαντάσματα και τραύματα. Το υπερφυσικό στοιχείο (φαντάσματα, προφητείες, όνειρα) συμβολίζει τη μνήμη - μια μνήμη που δεν πεθαίνει ποτέ και καθορίζει την πορεία του παρόντος. Η ιστορία κορυφώνεται με τη σύλληψη της Άλμπα, εγγονής του Εστεμπάν, από τη δικτατορία. Η μνήμη και η αγάπη αποτελούν τη μόνη λύτρωση σε έναν κόσμο φθοράς.

Αν και επηρεασμένο από τον Γκαρσία Μάρκες, το έργο της Allende εκδημοκράτισε τον μαγικό ρεαλισμό και το έκανε προσιτό σε ευρύ κοινό, ενσωματώνοντάς το σε μια οικογενειακή σάγκα. Καλύπτει δεκαετίες πολιτικής ιστορίας, φεμινισμού, αγάπης, θανάτου και την πάλη μεταξύ δικτατορίας και δημοκρατίας. Κύρια θέματα: οικογένεια, πολιτική ιστορία, κοινωνική ανισότητα, βία, φεμινισμός, πολιτική συνείδηση, μαγικός ρεαλισμός.

Έχει γίνει ένα από τα πιο αγαπητά βιβλία παγκοσμίως με συνεχή απήχηση και είναι βασικό ανάγνωσμα σε πολλά προγράμματα σπουδών. Πρώτη ελληνική έκδοση: Ψυχογιός, 1985

Η Κιβωτός του Σίντλερ (Τόμας Κένελι – 1982) Εντυπωσιακό ιστορικό μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί τεκμηρίωση (συνεντεύξεις, έγγραφα) σε μια μυθιστορηματική διήγηση βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα.

Ο Keneally αφηγείται την ιστορία του Όσκαρ Σίντλερ, Γερμανού επιχειρηματία και μέλους του ναζιστικού κόμματος, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έσωσε περισσότερους από 1.000 Εβραίους εργαζομένους του, προστατεύοντάς τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η αφήγηση ακολουθεί τον Σίντλερ από τις αρχές του πολέμου έως την πτώση του Γ΄ Ράιχ. Αρχικά κυνικός επιχειρηματίας που εκμεταλλεύεται τον πόλεμο για κέρδος, ο Σίντλερ σταδιακά μεταμορφώνεται. Βλέποντας τη φρίκη του Ολοκαυτώματος, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να σώσει όσο περισσότερους Εβραίους μπορεί, φτιάχνοντας μια «κιβωτό» σωτηρίας: τη λίστα των εργατών του, που θα γίνει γνωστή αργότερα ως Schindler’s List.

Το έργο δεν εξιδανικεύει τον Σίντλερ. Ο Κένελι τον παρουσιάζει ως έναν ατελή, ηδονιστή άνθρωπο που ωστόσο επιλέγει, μέσα στο απόλυτο κακό, να πράξει το καλό. Η γραφή του συνδυάζει ιστορική ακρίβεια με συγκινητική αφήγηση, προσφέροντας μια από τις πιο ανθρώπινες εικόνες της ηθικής γενναιότητας μέσα στον τρόμο.

Διερευνά τη πολύπλοκη φύση της ανθρώπινης προσωπικότητας, το «κακό» και την Αντίσταση, την ανθρώπινη ευθύνη, τη λύτρωση, την ηθική πράξη μέσα στην ιστορία, το ρόλο της μνήμης. Πρώτη ελληνική έκδοση: εκδόσεις Λιβάνη, 1994.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

1980: Από την Ιταλια στη Κένυα, στη Σενεγάλη στη Ν.Αφρική και απο εκεί στη Κορέα και στην Ινδονησία

Το όνομα του ρόδου (Ουμπέρτο Έκο) Πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που συνδυάζει στοιχεία αστυνομικού, ιστορικού και φιλοσοφικού έργου, εξετάζοντας τη σχέση ανάμεσα στη γνώση και την εξουσία. Αντιπροσωπεύει την απορία του ανθρώπου μπροστά στο ανεξήγητο και το σκοτάδι της ιστορίας. «Ο τίτλος δεν έχει σχέση με το περιεχόμενο του έργου, καθώς ο τίτλος πρέπει να συγχέει τα νοήματα (του βιβλίου) και όχι να τα συγκροτεί».

Μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα ιταλικό μοναστήρι των Βενεδικτίνων όπου γύρω από την αναζήτηση ενός χειρόγραφου του Αριστοτέλη, αναπτύσσεται η πλοκή του, με φόνους, άνομες σχέσεις μεταξύ μοναχών και το κυνήγι των αιρετικών εν έτει 1327. Ο μοναχός Γουλιέλμος και ο νεαρός μαθητής του Άντσο, φτάνουν στο μοναστήρι για να συμμετάσχουν σε θεολογική σύνοδο, αλλά σύντομα έρχονται αντιμέτωποι με μια σειρά ασυνήθιστων γεγονότων. Ο Γουλιέλμος, ορθολογιστής και λάτρης της λογικής —θυμίζει τον Σέρλοκ Χολμς— προσπαθεί να τα εξιχνιάσει μέσα σε ένα περιβάλλον δεισιδαιμονίας και φανατισμού. Στο έργο γίνεται εκτενής παρουσίαση της Σχολαστικής Μεθόδου, η οποία κυριαρχούσε στη μεσαιωνική σκέψη και εμπλέκονται τόσο φανταστικά όσο και ιστορικά πρόσωπα, όπως ο ιεροεξεταστής Μπερνάρντο Γκι και ο μοναχός Ουμπερτίνο του Καζάλε.                         

Κεντρικό σημείο της πλοκής είναι η περίφημη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, ένας λαβύρινθος γεμάτος απαγορευμένα βιβλία. Ο Έκο χρησιμοποιεί αυτή τη βιβλιοθήκη ως μεταφορά για τη γνώση και τη δύναμή της: όποιος την ελέγχει, ελέγχει και την ερμηνεία της αλήθειας. Ο φόνος συνδέεται με ένα χαμένο βιβλίο του Αριστοτέλη για την κωμωδία, το οποίο θεωρείται επικίνδυνο γιατί υπερασπίζεται το γέλιο - πράξη που απειλεί τη δογματική αυθεντία της Εκκλησίας.

Η αφήγηση λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: αστυνομικό μυστήριο, θεολογική αλληγορία, στοχασμός πάνω στη σχέση γνώσης και εξουσίας, αλλά και φιλοσοφική μελέτη της αμφιβολίας. Ο Έκο εξερευνά την έννοια της αλήθειας, της ερμηνείας, και την ευθραυστότητα της πίστης. Μέσα από το βλέμμα του νεαρού Άντσο, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας πορείας από τη βεβαιότητα προς τη συνειδητοποίηση της σχετικότητας των πάντων. Το τέλος είναι συμβολικό: η βιβλιοθήκη καίγεται, τα βιβλία χάνονται, και ο αφηγητής μένει με το ερώτημα αν η γνώση σώζει ή καταστρέφει. Το έργο είναι βαθύτατα πολιτικό, καθώς αναφέρεται στον φανατισμό και την καταστολή της σκέψης - ένα σχόλιο για κάθε εποχή.

Η καινοτομία του έργου είναι εξαιρετική, συνδυάζει το αστυνομικό με το ιστορικό μυθιστόρημα και το δοκίμιο φιλοσοφίας, σημειολογίας και μεσαιωνικής θεολογίας. Διερευνά τη σχέση γνώσης και εξουσίας, τον φόβο για τη διαφορετικότητα, τη σύγκρουση λόγου και δογματισμού, τη φύση της αλήθειας και τη σημασία του γέλιου. Η γλώσσα είναι περίτεχνη, μιμείται τα μεσαιωνικά χρονικά και είναι γεμάτη διπλά νοήματα. Είναι ένα από τα πιο γνωστά και αναγνωρίσιμα μυθιστορήματα που απαιτούν εμβάθυνση από τον αναγνώστη.

Έδωσε νέα πνοή στο ιστορικό μυθιστόρημα, ανεβάζοντας το λογοτεχνικό του επίπεδο και επηρέασε μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων. Παραμένει ένα διεθνές μπεστ-σέλερ και αντικείμενο ακαδημαϊκών μελετών, αποτελώντας κλασικό της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η πρώτη ελληνική έκδοση έγινε το 1985 από τις εκδόσεις Γνώση.

Η αναμονή των βαρβάρων (Τζ. Μ. Κούτσεε) Το βιβλίο είναι αλληγορία της αποικιοκρατίας και του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, αλλά και πανανθρώπινος στοχασμός για τη βία, την ενοχή και τη σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία και τη συνείδηση. Ο τίτλος παραπέμπει στον Καβάφη, προβάλλοντας την ειρωνεία μιας κοινωνίας που χρειάζεται «βαρβάρους» για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της.

Το έργο εκτυλίσσεται σε μια ακαθόριστη αποικιακή αυτοκρατορία, στα σύνορα της οποίας βρίσκεται μια μικρή επαρχιακή πόλη. Ο αφηγητής, ένας ηλικιωμένος αξιωματούχος, ζει μια ρουτίνα ειρηνικής διοίκησης μέχρι που φτάνει ένας αξιωματικός της Αυτοκρατορίας, ο Συνταγματάρχης Τζολ, για να αντιμετωπίσει μια «απειλή» από τους λεγόμενους «βαρβάρους» - αυτόχθονες ή ανθρώπους που θεωρούνται απειλή.  Οι πρακτικές του περιλαμβάνουν βασανιστήρια και προπαγάνδα, μέσα από τις οποίες ο Coetzee αποκαλύπτει τη μηχανική της εξουσίας και τον τρόπο με τον οποίο ο φόβος συντηρεί την καταπίεση. Ο αξιωματούχος αρχικά σιωπά, αλλά όταν έρχεται σε επαφή με μια νεαρή βάρβαρη που έχει βασανιστεί, αρχίζει να αισθάνεται ενοχή. Προσπαθεί να την βοηθήσει, όμως η πράξη του αυτή ερμηνεύεται ως προδοσία και φυλακίζεται από το ίδιο το καθεστώς που υπηρέτησε. Μέσα από τη σταδιακή του συνειδητοποίηση, ο συγγραφέας θίγει το ηθικό δίλημμα του ανθρώπου μπροστά στην εξουσία: η παθητικότητα είναι συνενοχή;

Εξετάζει επίσης τα θέματα της ψυχολογίας της καταπίεσης, ηθικής ευθύνης, σχέσεων κυριαρχίας / υποταγής, αναγκαιότητας δημιουργίας "Εχθρού" ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της κρατικής ισχύος, σύγκρουσης μεταξύ ανθρώπινης συμπόνιας και θεσμικού εξαναγκασμού, ορίων εξέγερσης / αντίστασης.

Είναι μια αλληγορική, φιλοσοφική και σχεδόν μυθική αφήγηση, χωρίς συγκεκριμένη χρονική ή γεωγραφική τοποθέτηση. Η γλώσσα είναι λιτή, ποιητική και απόλυτα ελεγχόμενη, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ψυχρότητας και απελπισίας. Ένα από τα σημαντικότερα έργα που ασχολούνται με το θέμα της αποικιοκρατίας και τη φύση της εξουσίας. Θεωρείται ένα σύγχρονο κλασικό, με αντιδράσεις που παραμένουν δριμείες και σχετικές σε ένα κόσμο με πολιτικές κρίσεις και προσφυγικές ροές. Η ελληνική έκδοση έγινε το 2013 από το Μεταίχμιο.

Ο διάβολος στο Σταυρό (Νγκούγκι Γουά Θιόνγκο) Το βιβλίο είναι μια καταγγελία κατά του κοινωνικού εκφυλισμού, της υποταγής στην αποικιακή νοοτροπία και της προδοσίας των αξιών της ανεξαρτησίας. Γράφτηκε στη φυλακή, σε χαρτοπετσέτες, και αποτελεί μια οργισμένη αλληγορία για την Κένυα μετά την ανεξαρτησία. Η ηρωϊδα στο τέλος ανακτά την αξιοπρέπειά της, εκπροσωπώντας την αφύπνιση της αφρικανικής συνείδησης.

Η πρωταγωνίστρια, Wariinga, είναι μια νεαρή γυναίκα που βιώνει την εγκατάλειψη, τη ταξική ανισότητα, τη διαφθορά και τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Αφού απολύεται άδικα, αποφασίζει να συμμετάσχει σ’ ένα «συνέδριο ληστών» - μια σατιρική σύναξη όπου οι πλούσιοι καυχιούνται για τα εγκλήματά τους εναντίον των φτωχών. Εκεί αποκαλύπτεται η δομή του νεοαποικιακού καπιταλισμού, όπου οι ελίτ συνεργάζονται με ξένες δυνάμεις για την εκμετάλλευση του λαού. Ολόκληρη η αφήγηση χρησιμοποιεί αλληγορία για να κριτικάρει τον καπιταλισμό, την κοινωνική άνιση κατανομή εξουσίας και πλούτου, την επίδραση της αποικιοκρατίας, τον ρόλο του ατόμου ως θύματος αλλά και ως φορέα αντίστασης.

Γραμμένο εντελώς στην τοπική γλώσσα Γκικούγιου (Gikuyu) ενώ ο συγγραφέας ήταν στη φυλακή, είναι μια επαναστατική πράξη πολιτισμικής αυτοδιάθεσης. Χρησιμοποιεί παραδοσιακές αφηγηματικές τεχνικές, στοιχεία λαϊκής αφήγησης, θεατρικότητας, ονειρικές αλληγορίες και σατιρικά στοιχεία για να καταδικάσει τη νεο-αποικιακή διαφθορά. Ασχολείται με την εκμετάλλευση της πλειοψηφίας από μια νέα, αυτόχθονά αστική τάξη, την κρίση του καπιταλισμού και την αναζήτηση μιας αυθεντικής αφρικανικής ταυτότητας.

Αυτό το έργο και η επιλογή του Ngũgĩ να γράφει στις αφρικανικές γλώσσες είχε τεράστιο αντίκτυπο στη μετα-αποικιακή λογοτεχνία, προωθώντας την απο-αποικιοποίηση της γλώσσας και του νου. Είναι ένα σημείο αναφοράς για τους Αφρικανούς διανοούμενους και συγγραφείς.

Παραμένει κύριο έργο για τη γνωριμία και τη μελέτη της αφρικανικής λογοτεχνίας και της αποικιακής κριτικής. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2023 από το Καστανιώτη.

Ένα τόσο μακρύ γράμμα (Μαριάμα Μπα) Χρησιμοποιεί τη μορφή του επιστολικού μυθιστορήματος, όπου η πρωταγωνίστρια γράφει μια μακρά επιστολή στην καλύτερή της φίλη. Αυτή η μορφή δίνει μια πολύ προσωπική, εμπεριστατωμένη και συναισθηματικά δυνατή φωνή σε μια γυναίκα της Σενεγάλης. Δεν είναι μόνο προσωπικό γράμμα αλλά και πολιτικό μανιφέστο. Η Mariama Bâ εκφράζει την απογοήτευσή της από την ανδρική κυριαρχία και την αποικιακή κληρονομιά που συνεχίζει να ορίζει τις ζωές των γυναικών.

Μέσα από την εξομολογητική επιστολή της Ραματουλάγιε προς τη φίλη της Αϊσατού, η Mariama Bâ σκιαγραφεί την εμπειρία της γυναίκας στη μετα-αποικιακή Σενεγάλη. Ο θάνατος του συζύγου της, που είχε πάρει δεύτερη γυναίκα, γίνεται αφορμή για έναν απολογισμό ζωής. Η Ραματουλάγιε αναπολεί τη ζωή της: παιδική ηλικία, εκπαίδευση, γάμος, μητρότητα (έχει δώδεκα παιδιά), τη συνύπαρξη με την παράδοση (π.χ. πολυγαμία), τις προσδοκίες της, τις δυσκολίες της στην καθημερινότητα ως γυναίκα, τη θέση της στην κοινωνία στη μετά-αποικιακή Αφρική, αλλά και τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση (πολυγαμία, κοινωνικές προσδοκίες) και τη σύγχρονη εκπαίδευση.

Το έργο επικεντρώνεται στις πιέσεις που ασκούνται στις μορφωμένες γυναίκες σε μια πατριαρχική, μουσουλμανική και ταυτόχρονα μεταβαλλόμενη κοινωνία: γάμος, πολυγαμία, η χηρεία, η μητρότητα, η φιλία μεταξύ γυναικών και η αναζήτηση αυτονομίας.

Η συγγραφέας δείχνει τη δύναμη της αλληλεγγύης μεταξύ γυναικών και την ανάγκη κοινωνικής χειραφέτησης. Η γλώσσα είναι απλή, συναισθηματική, γεμάτη αξιοπρέπεια και εσωτερική δύναμη.

Το μυθιστόρημα θεωρείται θεμέλιο της αφρικανικής φεμινιστικής λογοτεχνίας και ένα από τα πρώτα έργα που εξέφρασαν τη γυναικεία εμπειρία στη μετα-αποικιακή Δυτική Αφρική. Επηρέασε βαθιά γυναικείες φωνές σε όλη την ήπειρο και πέραν αυτής.

Η Φυλή της Αρκούδας των Σπηλαίων (Ζαν Μαρί Ωελ) Η προϊστορική αφήγηση αφορά μια ομάδα ανθρώπων που αυτοαποκαλούνται «Φυλή» των οποίων η σπηλιά καταστράφηκε από σεισμό και αναζητούν ένα νέο χώρο.

Η αρχαιολογική και παλαιοντολογική έρευνα για αυτό το βιβλίο πραγματοποιήθηκε από την Auel στη δημόσια βιβλιοθήκη της, μέσω έρευνας γραφείου, της συμμετοχής σε αρχαιολογικά συνέδρια και της εκτενούς περιήγησής της σε χώρους με ενημερώσεις από εργαζόμενους αρχαιολόγους πεδίου. Ορισμένες από τις περιγραφές βασίζονται στους πρώτους σκελετούς ενήλικων Νεάντερταλ που βρέθηκαν στο Ιράκ στο σπήλαιο Shanidar, που χρονολογούνται μεταξύ 60.000-80.000 ετών πριν από σήμερα. Άλλα δεδομένα συνδέονται σαφώς με τον ευρέως μελετημένο πολιτισμό Aurignacian και τον πολιτισμό Gravettian, και τα αποκαλυπτικά ειδώλια της Αφροδίτης, τα οποία η Auel προσεγγίζει ως στοιχείο λατρείας θρησκευτικών πρακτικών των  Cro-Magnon. Η λεπτομερής αναπαράσταση της ζωής των πρώτων ανθρώπων βασίζεται σε αρχαιολογικά δεδομένα, συνδυάζοντας επιστήμη και μυθοπλασία.

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται πριν 30.000 χρόνια στην Ευρώπη. Η ηρωίδα, Άιλα, ένα κορίτσι Κρο-Μανιόν, επιβιώνει μόνο αυτή μετά από σεισμό και βρίσκει καταφύγιο σε μια φυλή Νεάντερταλ, που την ανατρέφει. Υιοθετείται από την Ίζα και τον μεγαλύτερο αδελφό της, τον Κρεμπ. Ο Κρεμπ είναι ο σαμάνος της φυλής, παρά το γεγονός ότι είναι παραμορφωμένος ως αποτέλεσμα μιας δύσκολης γέννας που προκλήθηκε από το ασυνήθιστα μεγάλο κεφάλι του, και την μετέπειτα απώλεια ενός χεριού και ενός ματιού μετά από επίθεση από μια αρκούδα των σπηλαίων. Η φυλή λατρεύει πνευματικές αναπαραστάσεις γήινων ζώων, που ονομάζονται τοτέμ, πιστεύοντας ότι μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή στέλνοντας καλή ή κακή τύχη, και για τα οποία ο σαμάνος ενεργεί ως μεσάζων. Ο αρχηγός της φυλής επιτρέπει στην Ίζα να περιθάλψει το ετοιμοθάνατο παιδί και συμφωνεί να την υιοθετήσει, εφόσον ο Κρεμπ ανακαλύψει το προσωπικό της τοτεμικό πνεύμα. Μέσω του διαλογισμού, ο Κρεμπ καταλήγει ότι το παιδί μπορεί να προστατεύεται από το πνεύμα του λιονταριού των σπηλαίων, ένα ισχυρό τοτέμ που δεν δόθηκε ποτέ σε γυναίκα και μόνο σε πολύ λίγους άνδρες. Αναφέρει την επίθεση του λιονταριού των σπηλαίων που βίωσε το κορίτσι λίγο πριν ανακαλυφθεί ως απόδειξη ότι το πνεύμα του την σημάδεψε, ώστε να μπορέσει να υιοθετηθεί από την φυλή. Το κορίτσι ταξιδεύει μαζί τους για λίγο και αρχίζει να θεραπεύεται. Όταν η ομάδα σταματά για να συζητήσει τι πρέπει να κάνουν, αφού δεν έχουν βρει νέο σπίτι, η Άιλα περιπλανιέται και ανακαλύπτει μια τεράστια, όμορφη σπηλιά, ιδανική για τις ανάγκες τους. Πολλοί από τους ανθρώπους αρχίζουν να θεωρούν την Άιλα τυχερή, ειδικά επειδή η καλή τύχη συνεχίζει να έρχεται προς το μέρος τους καθώς ζει ανάμεσά τους.

Στα βιβλία της Auel, οι Νεάντερταλ διαθέτουν μόνο περιορισμένη φωνητική ικανότητα και σπάνια μιλούν. Ωστόσο, έχουν μια πολύ ανεπτυγμένη νοηματική γλώσσα. Δεν γελούν ούτε καν χαμογελούν, και δεν κλαίνε. Όταν η Άιλα κλαίει νομίζουν ότι έχει κάποια οφθαλμική πάθηση. Επίσης, ωριμάζουν πολύ νωρίς - σε σημείο που ένα άτομο 20 και 30 ετών θεωρείται ηλικιωμένο και γίνονται έφηβοι περίπου στην ηλικία των 7-9 ετών, με αρκετούς να ωριμάζουν στα 10. Πολύ σύντομα μετά, τους δίνεται ένας σύντροφος και αποκτούν παιδιά.

Η σύγκρουση μεταξύ της βιολογικής διαφοράς και της συναισθηματικής οικειότητας γίνεται κεντρικό θέμα: η Άιλα ξεχωρίζει για την ευφυΐα και την ευρηματικότητά της, αλλά η φυλή την αντιμετωπίζει ως ξένη. Οι διαφορετικές μέθοδοι σκέψης της Άιλα την οδηγούν στο να παραβιάσει σημαντικά έθιμα της Φυλής, ιδιαίτερα το ταμπού κατά του χειρισμού όπλων από τις γυναίκες. Είναι ισχυρογνώμων και ζωηρή, αλλά προσπαθεί να ενταχθεί με τους Νεάντερταλ, αν και πρέπει να μάθει τα πάντα από πρώτο χέρι. Δεν διαθέτει τις προγονικές μνήμες της Φυλής που τους επιτρέπουν να εκτελούν ορισμένες εργασίες αφού τους δείξουν μόνο μία φορά.

Το έργο ερευνά ζητήματα ταυτότητας, πολιτισμικής εξέλιξης, φύλου και γνώσης. Η Auel χρησιμοποιεί την προϊστορία για να αναδείξει το ανθρώπινο ένστικτο επιβίωσης και την αναζήτηση της αποδοχής.

Ζήτω ο Αυτοκράτορας! (Γι Μυνγιόλ, 1980-1982) Ένα σημαντικό έργο της κορεατικής λογοτεχνίας που εξερευνά την Κορεατική ταυτότητα και την ηθική. Η διεθνής του επιρροή και η καινοτομία στη φόρμα είναι σημαντικές για την ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ασίας,  όμως μικρότερες σε παγκόσμια κλίμακα.

Το έργο του Νοτιοκορεάτη συγγραφέα Yi Munyeol είναι μια πολιτική αλληγορία που σατιρίζει τη λατρεία της εξουσίας. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια φανταστική αυτοκρατορία, όπου ο ηγεμόνας λατρεύεται ως θεός και κάθε αμφισβήτηση θεωρείται προδοσία. Μέσα από τη φωνή ενός αυλικού, ο συγγραφέας αποκαλύπτει τον μηχανισμό του αυταρχισμού και τη διαφθορά της πίστης προς τον ηγέτη.

Το βιβλίο γράφτηκε την εποχή της δικτατορίας στη Νότια Κορέα και αντικατοπτρίζει την αγωνία ενός λαού που ζει υπό συνεχή φόβο. Ο Yi Munyeol συνδυάζει ιστορική αφήγηση, ψυχολογικό βάθος και σαρκασμό για να δείξει πώς οι κοινωνίες εθίζονται στην υποταγή. Το Ζήτω ο Αυτοκράτορας! είναι τελικά μια σπουδή πάνω στη φύση της εξουσίας, στην ηθική του πλήθους και στην τραγική επανάληψη της ιστορίας.

Ασχολείται με τον έντονο ανταγωνισμό των αυτοκρατορικών παγκόσμιων δυνάμεων γύρω από την Κορέα στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζει την ιαπωνική αποικιακή εποχή, τον πόλεμο της Κορέας και την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας, διεισδύοντας στη σύγχρονη ιστορία της Κορέας. Με έναν πρωταγωνιστή σε στιλ Δον Κιχώτη, το μυθιστόρημα υιοθετεί ένα πλούσιο παραδοσιακό ύφος πεζογραφίας που παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη κατανόηση της παραδοσιακής λογοτεχνίας της Ανατολικής Ασίας και προσελκύει τους αναγνώστες στην αφήγηση με δυνατές περιγραφές της ταραγμένης ιστορίας της Κορέας. Η Michelle Tanenbaum, σε μια κριτική της επιρροής του «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες στην κορεατική λογοτεχνία, κατέληξε ότι το έργο  ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένο στο να αποτυπώσει το πνεύμα του αρχικού μυθιστορήματος. Ο πρωταγωνιστής, που αναφέρεται πάντα ως Αυτοκράτορας, «εκδηλώνει μια τρέλα για την υπερβολική ανάγνωση. Αναζητά περιπέτειες που στρέφονται προς την αναζήτηση της δικαιοσύνης. Συνοδεύεται από βοηθούς που είναι εξίσου τρελοί. Κατοικεί στον κόσμο του παρελθόντος, ο οποίος φυσικά έχει εξαφανιστεί. Και τέλος, διαπράττει επανειλημμένα παράλογες πράξεις, μετατρέποντας το έργο σε κωμωδία».

Ο Αυτοκράτορας πιστεύει ότι είναι χειροτονημένος από τον ουρανό για να ιδρύσει μια νέα δυναστεία που θα αντικαταστήσει τη προηγούμενη δυναστεία και ότι η νέα θα ευημερήσει για 800 χρόνια, όπως προβλέπεται στο μυστικό προφητικό κείμενο, Τσονγκ-καμ-ροκ, γνωστό και ως Τζεονγκαμνοκ. Το όνειρό του είναι να γίνει ηγεμόνας που θα απελευθερώσει το βασίλειο από την ξένη κυριαρχία, τόσο στρατιωτική όσο και πολιτιστική. Το τελευταίο παρουσιάζεται ως ένα φαινομενικά αδύνατο έργο, ένας αγώνας που θα απαιτούσε «τρέλα» για να διατηρηθεί σε όλη του τη ζωή.

Ο Σολ Σουν-μπανγκ, συγγραφέας του προλόγου της αγγλικής μετάφρασής του, σημείωσε ότι παρόλο που το όνειρο του Αυτοκράτορα να γίνει ηγέτης του λαού απέτυχε στην πράξη, παρ' όλα αυτά, με τον θάνατό του, επιτυγχάνει «μεγαλύτερη εξοχότητα ξεπερνώντας όλες τις εγκόσμιες ανησυχίες».

Τετραλογία Μπούρου (Πραμούντια Ανάντα Τόερ, 1980-1988) Γράφτηκε στο στρατόπεδο κράτησης του νησιού Μπούρου. Αποτελείται από τα μυθιστορήματα «Γη των Ανθρώπων», «Παιδί όλων των Εθνών», «Βήματα» και «Σπίτι από γυαλί». Οι περιπέτειες του πρωταγωνιστή Μίνκε σε όλο το έργο είναι εμπνευσμένες από τη ζωή του Τίρτο Άντι Σοέρτζο (1880–1918), προσωπικότητας της Ινδονησιακής Εθνικής Αφύπνισης και ενός από τους πρώτους δημοσιογράφους της χώρας. Είχαν απαγορευτεί από το καθεστώς του μακροχρόνιου Ινδονήσιου προέδρου Σουχάρτο. Η απαγόρευση άρθηκε το 2010.

Το πρώτο μέρος της τετραλογίας, «Γη των Ανθρώπων», γράφτηκε όταν ο συγγραφέας ήταν πολιτικός κρατούμενος. Ο αφηγητής Μίνκε, ευγενικής καταγωγής, φοιτά σε ολλανδικό σχολείο στην αποικιακή Ιάβα και γνωρίζει τη Nyai, μια γυναίκα που αν και παλλακίδα Ολλανδού, έχει αυτομορφωθεί και διαχειρίζεται επιχείρηση. Μέσα από τη σχέση τους, ο Pramoedya δείχνει την αντίφαση ανάμεσα στην αποικιακή πρόοδο και την ανθρώπινη ταπείνωση.

Σύμφωνα με τον Κάρλο Κόπολα του Πανεπιστημίου του Όκλαντ, (World Literature Today), το βιβλίο καταδεικνύει μια «ισχυρή δέσμευση σε ευρεία ανθρωπιστικά ιδανικά». Το έργο αντιπαραβάλλει την έλξη του Μίνκε προς τη σύγχρονη τεχνολογία και τις έννοιες της ελευθερίας που έφεραν οι Ευρωπαίοι με την αποξένωση που έφεραν στους υποταγμένους υπηκόους. Μια κριτική του Publishers Weekly σημείωσε την αντίθεση του βιβλίου μεταξύ του «ονείρου του Μίνκε για μια ενωμένη, πολυεθνική», ανεξάρτητη Ινδονησία και της «σκληρής πραγματικότητας της αποικιακής κατοχής». Υπογραμμίζει επίσης την καταπίεση και την «βάναυση υποδούλωση» των ιθαγενών υπηκόων των Ινδιών από τις ολλανδικές αρχές και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Δείχνει επίσης την ωρίμανση του Μίνκε μέσα από δύο γάμους

Το έργο εξετάζει τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας, τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και τη δυτική εκπαίδευση, και τη γυναικεία χειραφέτηση. Ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα: μπορεί να υπάρξει ελευθερία όταν η σκέψη παραμένει υποδουλωμένη; Παρά τον ρεαλισμό του, το βιβλίο διαπερνάται από βαθιά ανθρωπιά.

Το δεύτερο μέρος συνεχίζει την ιστορία του Μίνκε, ο οποίος πλέον είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Παρακολουθούμε την πολιτική του αφύπνιση, καθώς κατανοεί πως η αποικιοκρατία δεν είναι απλώς πολιτική καταπίεση αλλά και πολιτισμική. Εξερευνά την εκπαίδευση, τη δημοσιογραφία ως πράξη αντίστασης και τη συνείδηση της ενότητας των λαών της Ασίας απέναντι στη δυτική κυριαρχία. Καταγγέλλει την απομόνωση, την κοινωνική αδικία και διακηρύσσει την ανάγκη διαμόρφωσης εθνικής ταυτότητας. Ο Pramoedya γράφει με ιστορική οξυδέρκεια και πολιτικό πάθος, δίνοντας φωνή στους αφανείς Ινδονήσιους που διαμόρφωσαν την ιστορία με τη σκέψη και την επιμονή τους.

Στα «Βήματα» ο Μίνκε φεύγει από τη Σουραμπάγια, όπου σπούδασε σε ένα φημισμένο λύκειο, για να πάει στη Μπατάβια, την πρωτεύουσα των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών, για να συνεχίσει την εκπαίδευσή του. Εκεί φοιτά στο STOVIA, ένα σχολείο για ιθαγενείς γιατρούς, τον μόνο δρόμο για ανώτερη εκπαίδευση που είναι διαθέσιμος στους ιθαγενείς στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες. Συνεχίζει να αντιμετωπίζει ρατσιστικές αποικιακές πολιτικές. Για παράδειγμα, δεν του επιτρέπεται να φοράει ευρωπαϊκή ενδυμασία, αλλά πρέπει να φοράει ιθαγενή ενδυμασία. Ενώ σπουδάζει εκεί, γνωρίζει τη Μέι, μια Κινέζα ακτιβίστρια που εργάζεται για τη δημιουργία μιας οργάνωσης για τους Κινέζους. Παντρεύονται, αλλά εκείνη σύντομα πεθαίνει από ελονοσία. Μετά τον θάνατο της Μέι, ο Μίνκε συνεχίζει να έλκεται από την πολιτική και σχηματίζει μια πολιτική οργάνωση βάσης για τους ιθαγενείς της Ινδονησίας. Η οργάνωση ονομάζεται Ισλαμική Ένωση Εμπόρων, η οποία αργότερα γίνεται Ισλαμική Ένωση. Στην πραγματική ζωή, αυτή η οργάνωση θεωρείται η πρώτη ιθαγενής οργάνωση βάσης στις Ινδίες. Τα γραπτά του Μίνκε, τα οποία ασκούν κριτική στις ολλανδικές αρχές, και οι χαμηλοί βαθμοί του οδηγούν στην αποβολή του από την ιατρική σχολή.Στη συνέχεια, συνειδητοποιεί ότι το πάθος του δεν βρίσκεται στην ιατρική αλλά στη δημοσιογραφία. Ιδρύει πρώτα ένα περιοδικό και στη συνέχεια την πρώτη εφημερίδα που ανήκει και λειτουργεί στους ντόπιους.Ως συγγραφέας και εκδότης, προσπαθεί να ενσταλάξει πολιτικές και κοινωνικές γνώσεις στους συμπατριώτες του. Γνωρίζει επίσης και παντρεύεται μια εξόριστη πριγκίπισσα, την οποία αγαπά και βρίσκει ευτυχία μαζί της.Αργότερα, γνώρισε επίσης έναν Ινδό ονόματι Ζακ Παντζεμανάν, ο οποίος ζήτησε από τον Μίνκε να δημοσιεύσει το σενάριό του με τίτλο «Njai Dasima». Αφού οι νεαροί συνάδελφοί του στην εφημερίδα δημοσιεύουν ένα εξαιρετικά επικριτικό κύριο άρθρο εναντίον του γενικού κυβερνήτη, η εφημερίδα απαγορεύεται και ο Μίνκε συλλαμβάνεται με την κατηγορία της φοροδιαφυγής. Το βιβλίο τελειώνει καθώς οδηγείται στην εξορία έξω από την Ιάβα και αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη σύζυγό του.

Στο τελευταίο «Σπίτι από γυαλί», που εκδόθηκε το 1988, ο Μίνκε βρίσκεται εξόριστος για πέντε χρόνια και συνοδεύεται από τον Ζακ, στον οποίο οι ολλανδικές αποικιακές αρχές αναθέτουν στη συνέχεια να κατασκοπεύει το κίνημα των αντιφρονούντων. Ο Ζακ κατέχει νομικό καθεστώς ίσο με αυτό ενός Ευρωπαίου, απολαμβάνει το καθεστώς και τη δύναμη της αποικιακής του θέσης και διατάζει τους κακοποιούς και τους πληροφοριοδότες του να επιτίθενται στους αντιφρονούντες διαδίδοντας διχαστικές φήμες, υποκινώντας φυλετικές ταραχές και διαπράττοντας βασανιστήρια και δολοφονίες. Ωστόσο, αναγνωρίζει επίσης τη σαπίλα της αποικιακής διοίκησης και γνωρίζει ότι οι προσπάθειές του να καταστείλει τους αντιφρονούντες θα είναι τελικά μάταιες. Συμπονάει ιδιωτικά το κίνημα ανεξαρτησίας και βασανίζεται από τύψεις συνείδησης. Παρά την εσωτερική αναταραχή του Ζακ και τον κρυφό θαυμασμό του για τον Μίνκε, παρόλα αυτά σχεδιάζει την καταστροφή του δημοσιογράφου. Μετά το θάνατό του, επισκέπτεται τον τάφο του και θρηνεί. Ο John Morley δήλωσε ότι το μυθιστόρημα παρέχει «μια διαφωτιστική, συγκινητική αφήγηση της αποικιακής ψύχωσης», μέσα από την εξερεύνηση του πώς ο Ζακ «ενδέχεται στα δολώματα της εξουσίας και των προνομίων με κόστος την προδοσία του λαού του και, τελικά, του εαυτού του»

Η τετραλογία αναδεικνύει τις ρίζες του ινδονησιακού εθνικισμού, διερευνά τη φυλετική και ταξική διαστρωμάτωση υπό την ολλανδική κυριαρχία και θέτει ερωτήματα για την ταυτότητα, την αξιοπρέπεια και την αντίσταση. Αναβιώνει τη φόρμα του "μυθιστορήματος διαπαιδαγώγησης" (Bildungsroman) στο πλαίσιο της αποικιακής Ινδονησίας. Η γλώσσα είναι πλούσια και εμβαθύνει στην ψυχολογία των χαρακτήρων. Έγινε σύμβολο του αντι-αποικιακού αγώνα και της εθνικής συνείδησης. Επηρέασε γενιές Ινδονήσιων. Θεωρείται το αριστούργημα της ινδονησιακής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα και ένα από τα σημαντικότερα έργα της νοτιοανατολικής ασιατικής λογοτεχνίας.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

1978 - 1979: Από τον Πέρεκ στον Καλβίνο και απο τον Κούντερα στη Λέσινγκ

Ζωή: Οδηγίες χρήσεως - Ζωρζ Περέκ (1978) Ο συγγραφέας, μέλος του λογοτεχνικού κινήματος Oulipo (Ouvroir de littérature potentielle - Εργαστήριο δυνητικής λογοτεχνίας), δημιούργησε ένα έργο όπου η αφήγηση υπακούει σε αυστηρούς μαθηματικούς και δομικούς κανόνες, αλλά ταυτόχρονα παραμένει γεμάτη ανθρωπιά, συγκίνηση και λεπτομέρεια. Ένα πολυσύνθετο και πλούσιο (99 κεφάλαια) υφαντό διασυνδεδεμένων ιστοριών αλλά και ιδεών, λογοτεχνικών και ιστορικών υπαινικτικών αναφορών, που βασίζονται στις ζωές των κατοίκων μιας φανταστικής πολυκατοικίας.

Κάθε κεφάλαιο αντιστοιχεί σε ένα δωμάτιο του κτιρίου, ενώ το σύνολο των κεφαλαίων σχηματίζει ένα είδος «παζλ». Ο Περέκ οργάνωσε τη δομή με βάση μια μαθηματική φόρμουλα εμπνευσμένη από τον ιπποτικό γύρο του σκακιού (η διαδρομή του ίππου που περνά από κάθε τετράγωνο μόνο μία φορά). Έτσι, ο συγγραφέας «περνά» από δωμάτιο σε δωμάτιο, παρατηρώντας αντικείμενα, πίνακες, έπιπλα, φωτογραφίες και ιστορίες, που μαζί σχηματίζουν το μωσαϊκό της ζωής των ενοίκων. Παρά την εντυπωσιακά πειθαρχημένη του μορφή, το έργο δεν είναι ψυχρό. Ο Περέκ χρησιμοποιεί τη δομή ως σκελετό για να αποκαλύψει την ανθρώπινη ποικιλομορφία: τις ιστορίες μοναξιάς, αγάπης, αποτυχίας, συλλογής, εμμονών. Ο πρωταγωνιστής, ένας εκκεντρικός πλούσιος συλλέκτης έχει αφιερώσει τη ζωή του σε ένα παράλογο έργο: να δημιουργήσει ένα γιγάντιο παζλ που θα απεικονίζει το ίδιο το σπίτι του. Αυτή η συμβολική πράξη γίνεται καθρέφτης της ίδιας της δομής του μυθιστορήματος — ένα παζλ που συντίθεται από άπειρα μικρά κομμάτια ζωής.

Επικεντρώνεται στη συνολική ανθρώπινη εμπειρία - τις ασήμαντες και τις σημαντικές στιγμές, τη μνήμη, την απώλεια, την ιστορία και τον τρόπο με τον οποίο οι ζωές μας είναι διαπλεκόμενες χωρίς να το γνωρίζουμε. Μια εγκυκλοπαίδεια της καθημερινότητας, μια προσπάθεια να συλληφθεί το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από τις λεπτομέρειες των αντικειμένων. Ο Περέκ θέτει ερωτήματα για το τι σημαίνει να ζεις, να θυμάσαι και να αφηγείσαι. Κάθε δωμάτιο γίνεται μια μικροϊστορία, ένα παράθυρο στη μνήμη. Παράλληλα, θέτει στοχασμούς γύρω από τη δομή και το χάος, την παρατήρηση και το νόημα. Το σπίτι, ως μικρογραφία του κόσμου, γίνεται σύμβολο της ατέρμονης προσπάθειας να κατανοήσουμε τη ζωή μέσα από τα κομμάτια της. Ο Περέκ φαίνεται να υπονοεί ότι δεν υπάρχει μία «οδηγία χρήσεως» για τη ζωή - μόνο άπειρες εκδοχές της. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι ολόκληρο το έργο λαβαίνει χώρα σε μία και μόνη στιγμή, με μία τελική ανατροπή που αποτελεί παράδειγμα «κοσμικής ειρωνείας». Κάποιοι κριτικοί το φέρουν ως παράδειγμα μεταμοντέρνας λογοτεχνίας.

Ανήκει στα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, όχι μόνο για τη λογοτεχνική του αξία αλλά και για την πρωτοφανή του αρχιτεκτονική σύλληψη. Η πολυπλοκότητά του, μακριά από την ψυχρή λογική, αναδεικνύει τη ζωή ως ένα συνονθύλευμα ιστοριών και αντικειμένων, όπου το ασήμαντο αποκτά κεντρική σημασία. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άγρα (μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου).

Ο ανθρώπινος παράγοντας (Γκράχαμ Γκριν - 1978) Θεωρείται το τελευταίο μεγάλο έργο του Greene και συχνά περιγράφεται ως το πιο «ανθρώπινο» κατασκοπικό μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ. Ο τίτλος παραπέμπει στην αδυναμία της πολιτικής και των μυστικών υπηρεσιών να προβλέψουν ή να ελέγξουν το πιο αστάθμητο στοιχείο: την ανθρώπινη φύση. Ο Greene το χρησιμοποίησε ως όχημα για να εξερευνήσει βαθύτερα ηθικά και υπαρξιακά ζητήματα - κυρίως το πώς η πίστη, η ενοχή και η ανθρώπινη ευαισθησία επιβιώνουν μέσα σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από την πολιτική ψυχρότητα και τον κυνισμό. Πέρα από το είδος, λειτουργεί ως ύμνος στην ηθική ευθύνη και ως υπενθύμιση ότι, ακόμη και μέσα στους πιο απρόσωπους θεσμούς, υπάρχει πάντα ένας «ανθρώπινος παράγοντας» που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Ο πρωταγωνιστής, Μόρις είναι ένας μεσήλικας υπάλληλος της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας. Εργάζεται στο Τμήμα Αφρικής, με μια φαινομενικά ασήμαντη θέση και χωρίς φιλοδοξίες. Ζει με τη σύζυγό του, τη Σάρα, μια μαύρη από τη Νότια Αφρική που έχει υποστεί διώξεις λόγω της στήριξής της στο αντι-απαρτχάιντ κίνημα. Η σχέση τους είναι βαθιά και ανθρώπινη, αλλά πάνω της πλανάται μια σκιά: η Σάρα είχε βοηθηθεί να διαφύγει από τη Νότια Αφρική χάρη σε σοβιετικούς πράκτορες. Όταν η υπηρεσία αρχίζει να υποπτεύεται ότι υπάρχει διαρροή πληροφοριών, ξεκινά εσωτερική έρευνα. Ο Μόρις και ένας νεότερος συνάδελφός του με κακές συνήθειες θα προσπαθήσουν να ρίξουν φως στην υπόθεση. 

Ένα εξαιρετικό κατασκοπικό θρίλερ μυστηρίου με έμφαση στο ψυχολογικό προφίλ των πρωταγωνιστών, διεισδύει στον μυστηριώδη κόσμο των κατασκόπων για να αποδώσει περίτεχνα τη μυστικοπάθεια, την καχυποψία και τον κυνισμό που επικρατούν, καθώς και το βασανιστικό δίλημμα των πρωταγωνιστών όταν το καθήκον έρχεται αντιμέτωπο με τη συνείδηση. Ο Greene, αντί να δημιουργήσει ένα παραδοσιακό θρίλερ, επιλέγει να εστιάσει στο ψυχολογικό και ηθικό δίλημμα του Μόρις, ο οποίος - χωρίς να το παραδεχθεί ευθέως - είναι πράγματι ο υπεύθυνος. Δεν πρόδωσε τη χώρα του από φιλοσοβιετική ιδεολογία, αλλά από αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τους ανθρώπους που έσωσαν τη γυναίκα του. Αυτό το λεπτό όριο μεταξύ προσωπικής πίστης και κρατικής υποχρέωσης αποτελεί την καρδιά του βιβλίου. Ο Greene παρουσιάζει τον Μόρις όχι ως προδότη, αλλά ως θύμα μιας απάνθρωπης λογικής, όπου η αγάπη, η ευαισθησία και η ενοχή θεωρούνται επικίνδυνες αδυναμίες.

Σε αντίθεση με τα πιο δραματικά κατασκοπικά έργα της εποχής, ο Greene υιοθετεί έναν λιτό και εσωτερικό τόνο. Δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη δράση όσο για την ψυχολογία. Οι σκηνές είναι ήσυχες, γεμάτες καθημερινές λεπτομέρειες που χτίζουν μια αίσθηση ρεαλισμού και μελαγχολίας. Ο ρυθμός είναι αργός, αλλά υποδόρια αγωνιώδης: κάθε διάλογος κρύβει έναν κίνδυνο, κάθε βλέμμα μια υποψία. Η αφήγηση λειτουργεί ως μελέτη χαρακτήρα και ως κριτική του Ψυχρού Πολέμου, όπου οι ιδεολογίες μετατρέπουν τον άνθρωπο σε εργαλείο. Ο Greene δεν παίρνει σαφή πολιτική θέση – αντίθετα, δείχνει πως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συχνά συντρίβεται τόσο από τις δυτικές όσο και από τις σοβιετικές μηχανές εξουσίας. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από διάφορους εκδοτικούς οίκους, μεταξύ αυτών και από τις εκδόσεις Λιβάνη και Bell.            

Το κοράκι (Στέφεν Κίνγκ – 1978) Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «The Stand». Θεωρείται ένα από τα πιο φιλόδοξα και πολυδιάστατα έργα του. Πρόκειται για ένα επικό μετα-αποκαλυπτικό μυθιστόρημα, όπου ο King συνδυάζει την τρόμο, την κοινωνική αλληγορία και τη θεολογική μεταφορά σε μια αφήγηση που αγγίζει το μέγεθος της Βίβλου ή του Πόλεμου και Ειρήνης.

Η ιδέα στο συγγραφέα προήλθε από ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ σχετικά με δοκιμές χημικών και βιολογικών όπλων σε ποντίκια και θυμήθηκε επίσης ένα περιστατικό στη Γιούτα - κατά τη διάρκεια μιας από τις δοκιμές αερίων νεύρων, το αέριο απελευθερώθηκε από ένα αεροσκάφος σκοτώνοντας ολόκληρο κοπάδι 43 χιλιόμετρα από το πεδίο δοκιμών. Ο δημοσιογράφος σημείωσε  ότι αν ο άνεμος φυσούσε προς το Σολτ Λέικ Σίτι, οι ανθρώπινες απώλειες θα ήταν αναπόφευκτες. Αυτό αποτέλεσε τη βάση του μυθιστορήματος. Η ιστορία ξεκινά με μια πανδημία που προέρχεται από ένα στρατιωτικό πείραμα -  ένας ιός, γνωστός ως Captain Trips, διαφεύγει από μια αμερικανική βάση και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού πεθαίνει. Ο King αφιερώνει μεγάλο μέρος του πρώτου μέρους του βιβλίου στην περιγραφή αυτής της κατάρρευσης, μέσα από τις ιστορίες πολλών χαρακτήρων που επιβιώνουν «κατά τύχη». Όσοι μένουν ζωντανοί αρχίζουν να έλκονται μυστηριωδώς από δύο αντίπαλες δυνάμεις: Η Μητέρα, μια ηλικιωμένη μαύρη γυναίκα 108 ετών που εκπροσωπεί το καλό, καλεί τους επιζώντες στο Μπόλντερ του Κολοράντο, όπου δημιουργούν μια νέα κοινωνία βασισμένη στη συνεργασία και την πίστη. Ο Ράνταλ, ο «Σκοτεινός Άντρας», μια σχεδόν δαιμονική φιγούρα που συγκεντρώνει τους ακόλουθούς του στο Λας Βέγκας, επιβάλλοντας ένα καθεστώς φόβου και δύναμης. Η σύγκρουση των δύο ομάδων οδηγεί σε μια μεταφυσική αναμέτρηση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, αλλά και σε μια πιο ρεαλιστική σύγκρουση ανάμεσα στην ελπίδα και την απανθρωπιά που αποκαλύπτει η καταστροφή.

Το έργο είναι ταυτόχρονα μεταφυσική αλληγορία, κοινωνικό σχόλιο και ψυχολογικό δράμα. Ο King δεν ενδιαφέρεται μόνο για τη σύγκρουση των δυνάμεων αλλά για την ανθρώπινη επιλογή που τις καθορίζει. Κάθε χαρακτήρας αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι της ανθρώπινης ψυχής: την πίστη, την απελπισία, την επιβίωση, την ενοχή. Ο ιός λειτουργεί ως καθαρτήριο γεγονός, που αφαιρεί όλα τα επιφανειακά στρώματα του πολιτισμού και αφήνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την ηθική του ουσία. Ο King διερευνά το αν, σε έναν κόσμο χωρίς κράτος, χωρίς νόμους και χωρίς θεούς, μπορεί να υπάρξει καλοσύνη. Η απάντησή του, αν και πικρή, είναι αισιόδοξη: το κακό είναι πανίσχυρο, αλλά όχι ανίκητο, γιατί η καλοσύνη πηγάζει από την ίδια τη φύση του ανθρώπου.

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά εκτενές (στην πλήρη έκδοση του 1990 ξεπερνά τις 1.200 σελίδες). Η αφήγηση κινείται μέσα από δεκάδες χαρακτήρες, οι οποίοι συντελούν στην εναλλαγή προσεγγίσεων και οπτικής, που μαζί με το συνδυασμό ρεαλισμού και μυστικισμού δημιουργούν μια επαναστατική μορφή επικής αφήγησης στο είδος του τρόμου. Μπορεί να διαβαστεί ως αμερικανική αποκάλυψη, όπου ο King επανεξετάζει την έννοια της ελευθερίας και της συλλογικής ευθύνης. Το Μπόλντερ και το Λας Βέγκας δεν είναι απλώς τόποι, αλλά ιδεολογικά σύμπαντα: το ένα στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και την κοινότητα, το άλλο στην εξουσία και τον φόβο. Ο συγγραφέας εμπνέεται από τη Βίβλο (ιδίως την Αποκάλυψη του Ιωάννη) και χρησιμοποιεί την καταστροφή ως αφορμή για να θέσει υπαρξιακά ερωτήματα: Τι αξίζει να σωθεί; Πώς ορίζεται η πίστη όταν όλα έχουν χαθεί;

Θεωρείται από πολλούς το μεγαλύτερο έργο του Stephen King και το θεμέλιο της λεγόμενης «King Universe», του κοινού μυθολογικού σύμπαντος που συνδέει πολλά από τα βιβλία του. Κριτικά, το έργο ξεπέρασε τα όρια του τρόμου και αναγνωρίστηκε ως μεταφορά για την ανθρώπινη κατάσταση: ένα χρονικό της πτώσης και της αναγέννησης του πολιτισμού, όπου ο άνθρωπος πρέπει να ξαναμάθει τι σημαίνει να είναι άνθρωπος. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Το Κοράκι» (εκδόσεις Κλειδάριθμος, BELL κ.ά.), σε διαφορετικές εκδόσεις και μεταφράσεις.

Το τελευταίο φιλί (Τζέιμς Κράμλεϊ - 1978) Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, που επηρέασε βαθιά το είδος και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της αμερικανικής αστυνομικής λογοτεχνίας του ύστερου 20ού αιώνα. Αν και δεν γνώρισε αμέσως εμπορική επιτυχία, απέκτησε στη συνέχεια καλλιέργεια λατρείας και σήμερα θεωρείται ορόσημο του νεο-νουάρ. Πολλοί κριτικοί το χαρακτηρίζουν ως το μεγαλύτερο hard-boiled μυθιστόρημα μετά τον Ρέιμοντ Τσάντλερ και τον Ντάσιελ Χάμετ.

Η ιστορία ξεκινά με μια εμβληματική φράση που έχει μείνει στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας: «Όταν την τελευταία φορά είδα τον Αβραάμ Τραξ, έπινε μπύρα με ένα μπουλντόγκ σ’ ένα μπαρ της Μοντάνα». Αυτή η φράση εισάγει αμέσως το ύφος του βιβλίου: σκληρό, ποιητικό και ειρωνικό. Ο αφηγητής είναι ο Σουγκαρμάν, ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, βετεράνος του Βιετνάμ, αλκοολικός, κυνικός αλλά βαθιά ανθρώπινος. Αναλαμβάνει να εντοπίσει έναν αγνοούμενο συγγραφέα, τον Τραξ, ο οποίος έχει εξαφανιστεί βυθισμένος στο ποτό και στην αυτοκαταστροφή. Η έρευνα οδηγεί τον Σουγκαρμάν σ’ ένα ταξίδι μέσα στην αμερικανική ενδοχώρα - από τα μπαρ της Μοντάνα, ως τα κακόφημα μοτέλ της Καλιφόρνια. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης, μπλέκεται σε μια δεύτερη υπόθεση: την εξαφάνιση μιας νεαρής γυναίκας, της Μπέτι Σου, που έχει χαθεί εδώ και δέκα χρόνια. Οι δύο ιστορίες διαπλέκονται και αποκαλύπτουν έναν κόσμο γεμάτο απόγνωση, αποτυχία, επιθυμία και μοναξιά.

Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται μια μελαγχολική εξερεύνηση του αμερικανικού ονείρου. Ο Κράμλεϊ χρησιμοποιεί το νουάρ για να αποτυπώσει την αποσύνθεση της Αμερικής της δεκαετίας του ’70 - μιας χώρας τραυματισμένης από το Βιετνάμ, τη διαφθορά, την απώλεια της αθωότητας και τη διάχυτη αίσθηση αποπροσανατολισμού. Ο Σουγκαρμάν δεν είναι ήρωας με την παραδοσιακή έννοια, αλλά αντι-ήρωας που προσπαθεί να βρει νόημα μέσα στην καταστροφή. Μέσα από τη βία, το αλκοόλ και τις εφήμερες σχέσεις, ψάχνει για μια μορφή λύτρωσης. Το «τελευταίο καλό φιλί» του τίτλου συμβολίζει την απώλεια και την ανεπανόρθωτη φθορά της ζωής, μια στιγμή ομορφιάς που μένει πίσω για πάντα. Η φιλία ανάμεσα στον Σουγκαρμάν και τον Τραξ λειτουργεί σαν καθρέφτης δύο εκδοχών της ίδιας συντριβής - του πολεμιστή και του καλλιτέχνη, και των δύο καταδικασμένων να επιβιώνουν σε έναν κόσμο χωρίς ηθική σταθερά.

Το ύφος του Κράμλεϊ είναι υπνωτικά ποιητικό και ταυτόχρονα ωμό. Ο λόγος του συνδυάζει τη λαϊκή ομιλία της αμερικανικής επαρχίας με την υπαρξιακή μελαγχολία ενός ποιητή που βλέπει τη βία ως καθημερινότητα. Η γλώσσα του είναι γεμάτη μαύρο χιούμορ, ειρωνεία και στιγμές τρυφερότητας, κάτι που ξεχωρίζει το έργο από το καθαρόαιμο αστυνομικό μυθιστόρημα. Η δομή του βιβλίου είναι ελεύθερη, σχεδόν περιπλανητική, όπως το ταξίδι του ήρωα. Ο Σουγκαρμάν δεν λύνει απλώς ένα μυστήριο, παρασύρεται από αυτό. Το τέλος δεν προσφέρει κάθαρση αλλά μια αίσθηση μοιραίας συνέχειας - όπως συμβαίνει σε κάθε αληθινή τραγωδία. Η συμβολή του Κράμλεϊ ήταν να ανανεώσει το είδος: το έφερε πιο κοντά στη λογοτεχνία του δρόμου και της εσωτερικής ερήμου, μακριά από τα στερεότυπα των κλασικών αστυνομικών ιστοριών. Με τον Σουγκαρμάν, δημιούργησε έναν σύγχρονο καθαρτήριο ήρωα, έναν άντρα που αναζητά την αλήθεια όχι για να τη δημοσιοποιήσει, αλλά για να τη νιώσει.

Είναι μια ονειρική περιπλάνηση στην αμερικανική ψυχή, μια εξομολόγηση γεμάτη βία, μοναξιά και απελπισμένη ομορφιά. Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι η λύση του μυστηρίου, αλλά η αίσθηση μιας χαμένης ανθρωπιάς που πλανάται πάνω από το άπειρο της ερήμου και των μπαρ της Μοντάνα. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άγρα (μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης).

Το μάτι της βελόνας (Κεν Φόλετ - 1978) Ο τίτλος παραπέμπει τόσο στην ακρίβεια της πράξης όσο και στη στενότητα του ηθικού μονοπατιού που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, την πίστη από την προδοσία. Ένα επικό κατασκοπικό μυθιστόρημα υψηλής έντασης που ξεχωρίζει για την απόδοση της ψυχοσύνθεσης ενός αντιφατικού πρωταγωνιστή και τη ρεαλιστική αναπαράσταση της σκοτεινής εποχής λίγο πριν το τέλος του Β΄ΠΠ.

Η υπόθεση τοποθετείται στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πριν από την απόβαση στη Νορμανδία (D-Day), το 1944. Η συμμαχική διοίκηση επιχειρεί να παραπλανήσει τους Γερμανούς, πείθοντάς τους ότι η εισβολή θα γίνει στο Καλαί, και όχι στη Νορμανδία. Για τον σκοπό αυτό δημιουργείται μια εκτεταμένη επιχείρηση παραπληροφόρησης, με ψεύτικους στρατούς, ραδιοεπικοινωνίες και κατασκευασμένες αναφορές. Στην καρδιά αυτής της ιστορίας βρίσκεται ο Χένρι Φέιμπερ, γνωστός με το ψευδώνυμο «Η Βελόνα» λόγω της προτίμησής του σε ένα μικρό, λεπτό μαχαίρι που χρησιμοποιεί για τις δολοφονίες του. Ο Φέιμπερ είναι ένας Γερμανός κατάσκοπος που εργάζεται στη Βρετανία υπό κάλυψη επί χρόνια, μεταδίδοντας κρίσιμες πληροφορίες στο Βερολίνο. Τυχαία ανακαλύπτει τη συμμαχική απάτη και καταφέρνει να συλλέξει αποδείξεις που, αν σταλούν στη Γερμανία, θα μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία του πολέμου. Καθώς προσπαθεί να διαφύγει, η μοίρα τον οδηγεί σε ένα απομονωμένο νησί της Σκωτίας, όπου ένα ζευγάρι, η Λούσι και ο Ντέιβιντ, ζουν απομονωμένοι λόγω ενός ατυχήματος που έχει καταστήσει τον Ντέιβιντ ανάπηρο. Ο Φέιμπερ, αποκλεισμένος λόγω καταιγίδας, καταφεύγει στο σπίτι τους. Εκεί αρχίζει ένα ψυχολογικό παιχνίδι ανάμεσα στην έλξη, την καχυποψία και τον θανάσιμο κίνδυνο.

Ο Follett αξιοποιεί το ιστορικό πλαίσιο όχι απλώς ως φόντο, αλλά ως μηχανισμό έντασης. Το έργο συνδυάζει την ακρίβεια του ιστορικού μυθιστορήματος με την αγωνία του κατασκοπικού θρίλερ. Πίσω όμως από τη δράση, κρύβονται πιο βαθιά ζητήματα: Η φύση της πίστης και της προδοσίας - Ο Φέιμπερ είναι ένας αφοσιωμένος πράκτορας, σχεδόν μηχανικός στην αποστολή του, αλλά όχι χωρίς ανθρώπινη πλευρά. Η σχέση του με τη Λούσι αποκαλύπτει τη ρωγμή ανάμεσα στο καθήκον και το συναίσθημα. Η δύναμη της επιλογής - Η Λούσι, αρχικά παγιδευμένη σε έναν γάμο χωρίς αγάπη, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δραματική ηθική δοκιμασία, να βοηθήσει τον Φέιμπερ ή να τον σταματήσει για να σώσει χιλιάδες ζωές. Ο ρόλος του ατόμου στην Ιστορία - Το έργο δείχνει πώς οι πράξεις μεμονωμένων ανθρώπων μπορούν να καθορίσουν την πορεία ολόκληρων εθνών.

Ο Follett χρησιμοποιεί κινηματογραφική γραφή, με σύντομες, κοφτές σκηνές, έντονο ρυθμό και εναλλαγή προοπτικών. Η αφήγηση διακρίνεται για την ακριβή τεχνική γνώση του συγγραφέα (όπλα, επικοινωνίες, στρατιωτική στρατηγική), αλλά και για την ψυχολογική ακρίβεια των χαρακτήρων.

Η μορφή του Φέιμπερ είναι από τις πιο σύνθετες στο έργο του Follett. Δεν είναι απλώς ο «κακός» – είναι τραγική φιγούρα, ένας άνθρωπος με ικανότητες, πειθαρχία και πνεύμα, αλλά παγιδευμένος σε μια ιδεολογία που τον απομονώνει από την ανθρώπινη επαφή. Αντίθετα, η Λούσι ενσαρκώνει τη συναισθηματική νοημοσύνη και τη δύναμη της ηθικής. Στην κορύφωση του έργου, η μονομαχία τους αποκτά σχεδόν μυθολογική διάσταση, καθώς αντιπροσωπεύουν δύο αντίρροπες δυνάμεις: τη λογική του καθήκοντος και τη λογική της καρδιάς.

Η δύναμη του βιβλίου έγκειται στη σύνθεση της ανθρώπινης και της ιστορικής διάστασης: δεν είναι απλώς ένα θρίλερ, αλλά μια μελέτη πάνω στη συνείδηση και την ηθική σε συνθήκες πολέμου. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bell.

Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης (Ίταλο Καλβίνο - 1979) Θεωρείται κορυφαίο παράδειγμα μεταμοντέρνου μυθιστορήματος και ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής μεταπολεμικής λογοτεχνίας. Ο Καλβίνο, με αυτό το έργο, ολοκληρώνει τη μετάβασή του από τον ρεαλισμό των πρώτων του έργων στη λογοτεχνία της ιδέας, όπου το ίδιο το βιβλίο γίνεται καθρέφτης του νου και της εμπειρίας. Η κριτική το υποδέχθηκε ως ανανεωτική πράξη, καθώς αμφισβήτησε ριζικά τις παραδοσιακές αφηγηματικές συμβάσεις. Είναι ένα βιβλίο που καταργεί τα όρια ανάμεσα στον συγγραφέα, τον αναγνώστη και το ίδιο το κείμενο, μετατρέποντας τη διαδικασία της ανάγνωσης σε μυθιστορηματική εμπειρία.

Το έργο αρχίζει με μια παράδοξη πρόταση: «Εσύ, αναγνώστη, που μόλις άρχισες να διαβάζεις…χαλάρωσε. Συγκεντρώσου». Από την πρώτη στιγμή, ο Καλβίνο σπάει τον “τοίχο”. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου δεν είναι κάποιος ήρωας μυθοπλασίας, αλλά εσύ, ο Αναγνώστης. Το μυθιστόρημα αρχίζει με σένα που αγοράζεις ένα βιβλίο, μόνο για να ανακαλύψεις ότι περιέχει ένα τυπογραφικό λάθος - το κείμενο σταματάει ξαφνικά. Πηγαίνεις στο βιβλιοπωλείο για να το αντικαταστήσεις και εκεί γνωρίζεις μια άλλη αναγνώστρια, τη Λουντίλλα, η οποία έχει το ίδιο πρόβλημα. Από εκεί και πέρα, ξεκινά μια παράλληλη αφήγηση: τα κεφάλαια εναλλάσσονται ανάμεσα στην ιστορία του Αναγνώστη και σε δέκα αρχές διαφορετικών μυθιστορημάτων, καθένα από τα οποία κόβεται απότομα. Οι τίτλοι αυτών των «μισών» ιστοριών — όπως «Χωρίς φόβο του ανέμου και της νύχτας», «Περί τα σκαλοπάτια μιας κληρονομιάς», «Σε μια δίκτυα αλληλένδετων γραμμών» — λειτουργούν σαν κομμάτια ενός χαμένου παζλ. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, γιατί το νόημά του δεν βρίσκεται στο τέλος, αλλά στην πράξη της ανάγνωσης.

Μεταξύ των θεματικών αξόνων του βρίσκονται: Η φύση της ανάγνωσης και της γραφής - Ο Καλβίνο διερευνά τι σημαίνει να διαβάζεις, να αφηγείσαι, να ερμηνεύεις. Ο Αναγνώστης δεν είναι πια παθητικός δέκτης, αλλά ενεργός δημιουργός νοήματος. Κάθε διακοπή, κάθε ημιτελές κείμενο, γίνεται αφορμή να συνθέσει ο ίδιος τη συνέχεια. Η πολλαπλότητα της πραγματικότητας - Κάθε ημιτελές μυθιστόρημα ανήκει σε διαφορετικό είδος: αστυνομικό, ερωτικό, φανταστικό, πολιτικό θρίλερ, υπαρξιακή αλληγορία. Ο συγγραφέας δείχνει πως η λογοτεχνία δεν είναι ένα είδος, αλλά ένα σύμπαν πιθανοτήτων - όπως ακριβώς και η ζωή. Η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το νόημα - Το βιβλίο είναι μια μεταφορά της αναζήτησης του νοήματος, ο Αναγνώστης ψάχνει να βρει το πραγματικό τέλος του βιβλίου, αλλά στην πορεία καταλαβαίνει ότι η σημασία βρίσκεται στην ίδια την αναζήτηση. Είναι μια λογοτεχνική εκδοχή της υπαρξιακής εμπειρίας, ο κόσμος είναι ένα σύνολο αφηγημάτων που ποτέ δεν ολοκληρώνονται.

Ο Καλβίνο αξιοποιεί τεχνικές μεταμυθοπλασίας - δηλαδή γραφής που σχολιάζει τη δική της δημιουργία. Ο συγγραφέας παίζει με τις δομές της αφήγησης, ενσωματώνει ειρωνεία, φιλοσοφία και αυτοαναφορικότητα. Το ύφος του παραμένει, ωστόσο, διάφανο και ρυθμικό, αποδεικνύοντας ότι η πολυπλοκότητα δεν χρειάζεται πυκνό ή δυσνόητο λόγο. Λειτουργεί ως αλγόριθμος της ανθρώπινης εμπειρίας. Κάθε απόπειρα ανάγνωσης είναι μια προσπάθεια να βρεθεί η «πραγματική» ιστορία, όμως αυτή αποδεικνύεται διαρκώς άπιαστη. Έτσι, ο Καλβίνο θέτει ένα ερώτημα που ξεπερνά τη λογοτεχνία: Μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει ολόκληρη την πραγματικότητα ή είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μέσα σε αποσπάσματα; Η απάντηση του συγγραφέα είναι παιγνιώδης αλλά βαθιά: η ζωή, όπως και η λογοτεχνία, είναι μια ατέλειωτη σειρά αρχών.

Το έργο ανήκει στην ύστερη φάση του Καλβίνο, όταν ο συγγραφέας είχε στραφεί στη θεωρία των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας (επηρεασμένος από τη γλωσσολογία, τη σημειολογία και τη θεωρία των συστημάτων). Η δομή του βιβλίου είναι απόλυτα συμμετρική: δέκα ιστορίες, δέκα διακοπές, δέκα επιστροφές στην πραγματικότητα του Αναγνώστη.

Παρά τον φιλοσοφικό του χαρακτήρα, το βιβλίο δεν χάνει την αφηγηματική του γοητεία: είναι χιουμοριστικό, αισθησιακό, ευφυές, και καταφέρνει να συνδέσει την απόλαυση της ανάγνωσης με τη σκέψη. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη (μετάφραση: Ανταίος Χρυσοστομίδης).

Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης  (Μιλάν Κούντερα - 1979) Το έργο απαγορεύτηκε αμέσως στην Τσεχοσλοβακία και οδήγησε στη στέρηση της ιθαγένειάς του. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα - σύνθεση, που δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση, αλλά αποτελείται από επτά αλληλένδετες ιστορίες. Μέσα από αυτές, ο Κούντερα εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, στη δύναμη και το γέλιο, στην ελευθερία και την εξουσία. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στην πολιτική αλληγορία, τη φιλοσοφία, την ερωτική ψυχογραφία και τη μεταφυσική ποίηση.

Ο Κούντερα χωρίζει το βιβλίο μέρη με αυτοτελή χαρακτήρα, αλλά όλα δεμένα από κοινούς θεματικούς άξονες. Οι ιστορίες εναλλάσσονται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο ερωτικό και το πολιτικό, στο τραγικό και το σαρκαστικό. Στο πρώτο μέρος, ο Κούντερα αφηγείται την ιστορία της Ταμίνας, μιας γυναίκας που ζει στη Δύση και προσπαθεί να διασώσει τα γράμματα και τα ημερολόγια του νεκρού άντρα της, τα οποία έχουν μείνει στην Πράγα. Η προσπάθειά της να διατηρήσει τη μνήμη του είναι μεταφορά της ανθρώπινης ανάγκης να αντισταθεί στη λήθη. Σε άλλο κεφάλαιο, ο συγγραφέας θυμάται τη σκηνή ενός κομμουνιστή ηγέτη που “σβήνεται” από μια φωτογραφία μετά τη διαγραφή του από το κόμμα - εικόνα που γίνεται σύμβολο της πολιτικής λήθης που επιβάλλει το καθεστώς. Υπάρχουν επίσης ιστορίες ερωτικές, σατιρικές, ακόμη και ονειρικές, όπως εκείνη με τα «ιπτάμενα κορίτσια» — ένα παράλογο, σχεδόν μυστικιστικό όραμα για την ελαφρότητα και την αποδέσμευση από τη βαρύτητα της Ιστορίας. Κάθε μέρος λειτουργεί σαν παραλλαγή πάνω στα ίδια θέματα: τη μνήμη, τη λήθη, το γέλιο και την ενοχή.

Ο Κούντερα αναλύει πώς οι ολοκληρωτικές εξουσίες δεν ελέγχουν μόνο το παρόν, αλλά και το παρελθόν - διαγράφοντας, ξαναγράφοντας, αλλοιώνοντας. Η λήθη γίνεται μορφή καταστολής. Όμως, το ίδιο επικίνδυνη είναι και η ατομική λήθη: όταν ο άνθρωπος επιλέγει να ξεχάσει, χάνει τη συνέχεια του εαυτού του. Το γέλιο στον Κούντερα έχει διπλή φύση. Υπάρχει το “γέλιο των αγγέλων”, αθώο και χαρούμενο, και το “γέλιο των διαβόλων”, ειρωνικό, απομυθοποιητικό. Ο συγγραφέας δείχνει ότι χωρίς το δεύτερο, χωρίς την ειρωνεία και τη συνείδηση, η ανθρωπότητα βυθίζεται στην τύφλωση της εξουσίας. Για τον συγγραφέα, ο έρωτας είναι ένας τρόπος να διατηρηθεί η ταυτότητα μέσα στον χρόνο. Η Ταμίνα προσπαθεί να ξαναβρεί τον άντρα της μέσα από τα γράμματα, αλλά τελικά συνειδητοποιεί ότι η μνήμη είναι εύθραυστη και παραπλανητική. Ο έρωτας και η λήθη αλληλοκαταστρέφονται. Το έργο θέτει το ερώτημα αν ο άνθρωπος μπορεί να διατηρήσει την εσωτερική του ελευθερία όταν η Ιστορία τον καταπίνει. Ο Κούντερα αντιμετωπίζει την Ιστορία όχι ως ηρωικό αφήγημα, αλλά ως τραγική φάρσα, όπου η μνήμη του ατόμου συντρίβεται από τη συλλογική λήθη.

Η γραφή είναι λυρική, ειρωνική και φιλοσοφικά στοχαστική. Ο συγγραφέας δεν ακολουθεί ενιαία πλοκή, αλλά πλέκει μικρές ιστορίες, αποσπάσματα, στοχασμούς, ακόμη και όνειρα. Η μορφή είναι μουσική: κάθε κεφάλαιο μοιάζει με παραλλαγή σε ένα θέμα, όπως σε μια συμφωνία. Η γλώσσα είναι απογυμνωμένη από ρητορικά στολίδια, αλλά πλούσια σε ρυθμό και εικόνες. Ο Κούντερα χρησιμοποιεί συχνά αφηγηματικές παρεμβάσεις, όπου ο ίδιος ο συγγραφέας σχολιάζει τους ήρωες, σαν να συμμετέχει στη συζήτηση για το νόημα της μνήμης.

Μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα: Ως πολιτική αλληγορία για την καταστολή στην Τσεχοσλοβακία μετά την Άνοιξη της Πράγας (1968) - Ως μεταφυσικός στοχασμός για τη φύση της ύπαρξης και του χρόνου - Ως ερμηνεία του έρωτα, δύναμης που αντιστέκεται στον θάνατο, αλλά δεν μπορεί να νικήσει τη λήθη. Η εικόνα της Ταμίνας, να πλέει σε μια ονειρική θάλασσα παιδιών χωρίς να μπορεί να θυμηθεί, είναι από τις πιο συγκλονιστικές στην παγκόσμια λογοτεχνία, μια εικόνα της απόλυτης απώλειας του εαυτού.

Το έργο θεωρείται κομβικό σημείο στη δημιουργία του Κούντερα, το πρώτο καθαρά “γαλλικό” βιβλίο του σε ύφος και δομή, αλλά και το πιο προσωπικό του. Εγκαταλείποντας τις αυστηρές αφηγήσεις των πρώτων του μυθιστορημάτων, ο Κούντερα φτιάχνει εδώ ένα πολυφωνικό κείμενο, όπου το προσωπικό και το πολιτικό συγχωνεύονται. Η διεθνής κριτική το χαρακτήρισε φιλοσοφικό αριστούργημα, ενώ πολλοί το θεωρούν προοίμιο της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι. Σήμερα παραμένει ένα από τα πιο διεισδυτικά έργα για τη μνήμη, την εξουσία και τη λήθη του περασμένου αιώνα - ένα βιβλίο που, όπως και το ίδιο το θέμα του, αντιστέκεται στη λήθη. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία και αργότερα από το Καστανιώτη.

Γυρίστε το γαλαξία με ωτοστόπ (Ντάγκλας Ανταμς - 1979) Το μυθιστόρημα ξεκινά με μια εισαγωγή που περιγράφει την ανθρώπινη φυλή ως ένα πρωτόγονο και βαθιά δυστυχισμένο είδος, ενώ εισάγει επίσης μια ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια που ονομάζεται Οδηγός Οτοστόπ στον Γαλαξία που παρέχει πληροφορίες για κάθε πλανήτη του γαλαξία. Ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της βρετανικής επιστημονικής φαντασίας και ταυτόχρονα μια σατιρική κωμωδία κοσμικών διαστάσεων.

Η ιστορία ξεκινά στη Γη, μια συνηθισμένη μέρα για τον Άρθουρ Ντεντ, έναν ήσυχο Άγγλο που προσπαθεί να αποτρέψει την κατεδάφιση του σπιτιού του για την κατασκευή ενός αυτοκινητοδρόμου. Όμως, πριν προλάβει να αντιδράσει, μαθαίνει ότι ολόκληρη η Γη πρόκειται να καταστραφεί, επειδή βρίσκεται στον δρόμο μιας διαγαλαξιακής λεωφόρου. Ο Άρθουρ σώζεται την τελευταία στιγμή από τον φίλο του, Φορντ, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι εξωγήινος ερευνητής που εργάζεται για τον οδηγό The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy — ένα ηλεκτρονικό εγχειρίδιο για ταξιδιώτες του σύμπαντος, που φέρει τη διάσημη επιγραφή Don’t Panic («Μην πανικοβάλλεστε»). Από εκεί και πέρα, ξεκινά ένα αλλόκοτο ταξίδι στο διάστημα: Οι δύο ήρωες διασώζονται από το διαστημόπλοιο Heart of Gold, το οποίο κινείται με τη «μηχανή απίθανου» (Improbability Drive). Εκεί συναντούν την Τρίλιαν, τη μοναδική άλλη επιζήσασα της Γης, τον Ζάφοντ, πρώην Πρόεδρο του Γαλαξία, και τον Μάρβιν, ένα καταθλιπτικό ρομπότ με υπερνοημοσύνη. Μέσα από μια σειρά παράλογων και ξεκαρδιστικών επεισοδίων, οι ήρωες αναζητούν την «Απόλυτη Ερώτηση για τη Ζωή, το Σύμπαν και τα Πάντα», της οποίας η απάντηση, όπως υπολογίζει ο υπερυπολογιστής Deep Thought, είναι απλώς… 42.

Θεματικοί άξονες: Η ασημαντότητα της ανθρωπότητας - Ο Adams σατιρίζει την ανθρώπινη αλαζονεία και την πεποίθηση ότι είμαστε το κέντρο του σύμπαντος. Στο βιβλίο του, η Γη δεν είναι παρά ένα πειραματικό πρόγραμμα που σχεδιάστηκε από υπερνοήμονα όντα για να βρει την τελική Ερώτηση — και καταστρέφεται λίγο πριν ολοκληρωθεί το πείραμα. Η ειρωνεία είναι σαφής: η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μικρή, τυχαία και γελοία, αλλά γι’ αυτό ακριβώς έχει χιούμορ και γοητεία. Το παράλογο και το κωμικό - Το έργο ανήκει στην παράδοση του βρετανικού παράλογου χιούμορ (à la Monty Python). Οι χαρακτήρες αντιμετωπίζουν το χάος του σύμπαντος με ειρωνεία και απάθεια, ενώ τα πιο τεχνολογικά προηγμένα όντα αποδεικνύονται το ίδιο ακατανόητα και γραφικά όσο οι άνθρωποι. Η γραφειοκρατία του σύμπαντος - Η καταστροφή της Γης εγκρίνεται «σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες» από τους Βογόνες, ένα είδος εξωγήινων που λατρεύουν τη γραφειοκρατία και την κακή ποίηση. Ο Adams σατιρίζει την απανθρωπιά των συστημάτων και την απουσία λογικής από τις κοινωνικές δομές — είτε πρόκειται για κρατικές υπηρεσίες είτε για γαλαξιακές διοικήσεις. Η γνώση και το νόημα - Ο αριθμός 42 είναι το πιο διάσημο σύμβολο του έργου: μια τυχαία απάντηση χωρίς ερώτηση. Με αυτόν τον τρόπο, ο Adams σχολιάζει την ανθρώπινη εμμονή με την αναζήτηση ενός απόλυτου νοήματος σε έναν κόσμο που είναι θεμελιωδώς παράλογος.

Είναι γραμμένο με κοφτό, διαλογικό ύφος, γεμάτο παρεμβάσεις, σχόλια και λεκτικά παιχνίδια. Ο Adams συνδυάζει επιστημονικούς όρους με πλήρη ανορθολογισμό, δημιουργώντας ένα μοναδικό μείγμα επιστημονικής φαντασίας και σουρεαλιστικής σάτιρας. Το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως παρωδία των κλισέ της sci-fi λογοτεχνίας (όπως τα υπερόπλα, οι ήρωες, οι εξωγήινοι πολιτισμοί) και ως φιλοσοφική φάρσα για τη σύγχρονη ζωή. Η αφήγηση είναι γεμάτη εγκυκλοπαιδικές παρενθέσεις από τον φανταστικό Οδηγό, που προσφέρει άχρηστες αλλά ξεκαρδιστικές πληροφορίες, π.χ.: «Ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση. Το μεσημέρι, διπλάσια ψευδαίσθηση».

Παρά το κωμικό του ύφος, το έργο θέτει σοβαρά υπαρξιακά ερωτήματα: Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε ένα αχανές, αδιάφορο σύμπαν; Υπάρχει νόημα ή απλώς το εφευρίσκουμε για να επιβιώσουμε; Είναι η λογική μας το μόνο μας στήριγμα ή το μεγαλύτερο εμπόδιο στην κατανόηση του κόσμου; Σε τι στοχεύει η γραφειοκρατίας; Ποια η σχέση μεταξύ λογικής και παραλογισμού; Αντιμετωπίζει αυτά τα ερωτήματα όχι με απελπισία, αλλά με χιούμορ ως μέσο επιβίωσης. Για εκείνον, το γέλιο είναι η μόνη συνεπής απάντηση στο χάος. Δημιούργησε έναν αντι-ήρωα της επιστημονικής φαντασίας, έναν συνηθισμένο άνθρωπο που περιπλανιέται στο παράλογο σύμπαν, και με αυτόν τον τρόπο αναδόμησε το είδος, συνδυάζοντας την τεχνολογία με τη φιλοσοφία και το γέλιο. Η επιρροή του είναι αδιαμφισβήτητη και πολιτισμική. Δημιούργησε έναν ολόκληρο υποκύκλο "κωμικής επιστημονικής φαντασίας" και επηρέασε μια γενιά συγγραφέων, προγραμματιστών και επιστημόνων. Ο όρος "απάντηση για την τελική ερώτηση της ζωής, του σύμπαντος και των πάντων" έχει μπει στο λεξιλόγιο.  

Ο Adams κατάφερε να φτιάξει ένα έργο που γελά με τα πάντα — τη θρησκεία, την πολιτική, την επιστήμη, τον ίδιο τον άνθρωπο — χωρίς ποτέ να γίνει κυνικό. Πίσω από το χιούμορ του κρύβεται μια βαθιά ανθρωπιστική παρατήρηση: ο κόσμος μπορεί να μην έχει νόημα, αλλά όσο υπάρχει φιλία, περιέργεια και χιούμορ, η ζωή αξίζει να συνεχίζεται. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anubis και Κέδρος.

Τα φύλλα του δέντρου Μπανιάν (Άλμπερτ Γουένττ – 1979) Θεωρείται το σημαντικότερο μυθιστόρημα της σύγχρονης λογοτεχνίας του Ειρηνικού. Ο Wendt, γεννημένος στη Σαμόα και εγκατεστημένος στη Νέα Ζηλανδία, είναι ο συγγραφέας που ανέδειξε τη φωνή της Ωκεανίας στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή, δίνοντας υπόσταση σε μια πολιτισμική ταυτότητα που ως τότε αγνοούνταν ή παρουσιαζόταν μέσα από αποικιακά στερεότυπα. Το μυθιστόρημα θεωρείται έργο-ορόσημο για την αποαποικιοποιημένη λογοτεχνία του Ειρηνικού.

Αφηγείται την ιστορία τριών γενεών μιας οικογένειας στη φανταστική πόλη Σαπουκάλι της Σαμόα, εστιάζοντας κυρίως στη μορφή του Παπεάλιαο Φαλέσα, ενός φιλόδοξου άντρα που ξεκινά από φτωχός χωρικός και αναδεικνύεται σε ισχυρό γαιοκτήμονα και πολιτικό ηγέτη. Μέσα από τη ζωή του Παπεάλιαο, ο Wendt παρουσιάζει τη μετάβαση της Σαμοανής κοινωνίας από την παραδοσιακή κοινότητα στην εποχή της αποικιοκρατίας, του καπιταλισμού και του πολιτικού εκσυγχρονισμού. Το έργο αρχίζει στα τέλη του 19ου αιώνα, με το νησί να βρίσκεται υπό αποικιακή κυριαρχία και να αγωνίζεται να διατηρήσει την πολιτιστική του ταυτότητα. Ο Παπεάλιαο μεγαλώνει με βαθύ αίσθημα φιλοδοξίας και αποφασιστικότητας να ξεφύγει από τη μοίρα του. Με τη δύναμη της εργασίας του και την ικανότητά του να ελίσσεται, αποκτά πλούτο, γη και εξουσία — όμως η επιτυχία του βασίζεται σε εκμετάλλευση, ψέματα και ηθικές υποχωρήσεις. Καθώς οι γενιές περνούν, η οικογένειά του διασπάται από συγκρούσεις ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό. Ο γιος του, ο Μίλι, προσπαθεί να βρει ισορροπία ανάμεσα στις αξίες της κοινότητας και τη δυτική εκπαίδευση που λαμβάνει. Ο εγγονός του, ο Μάτα, αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά που έχει χάσει κάθε δεσμό με τη γη και την πνευματικότητα των προγόνων.

Το Δέντρο Μπανιάν είναι ο κεντρικός συμβολισμός του βιβλίου. Με τις βαθιές του ρίζες και τα αμέτρητα κλαδιά του, ενσαρκώνει την ενότητα του παρελθόντος και του μέλλοντος, την αλληλεξάρτηση όλων των ανθρώπων και τη δύναμη της συλλογικής μνήμης. Τα «φύλλα» του δέντρου, όπως υποδηλώνει ο τίτλος, είναι οι άνθρωποι — κάθε ένας ξεχωριστός, αλλά συνδεδεμένος με τον κορμό της κοινής ιστορίας. Ο Wendt εξετάζει πώς η εισβολή της δυτικής οικονομίας και κουλτούρας διαβρώνει τις πατροπαράδοτες αξίες της Σαμοανής κοινωνίας. Η συλλογικότητα, η κοινή ιδιοκτησία της γης, η πνευματικότητα και η προφορική παράδοση αντικαθίστανται από την ατομική φιλοδοξία, τον ανταγωνισμό και τη συσσώρευση πλούτου. Ο Παπεάλιαο γίνεται το σύμβολο αυτής της μετάβασης: επιτυγχάνει κοινωνικά, αλλά χάνει την ψυχή του. Το μυθιστόρημα δείχνει επίσης ότι η εξουσία, είτε αποικιακή είτε τοπική, έχει την ίδια διαβρωτική δύναμη. Ο Παπεάλιαο, αρχικά θύμα του συστήματος, μετατρέπεται ο ίδιος σε τύραννο. Η προσωπική του ιστορία είναι παραβολή για τη διαφθορά της εξουσίας, αλλά και για την αδυναμία των νέων ελίτ να δημιουργήσουν ένα δίκαιο μετααποικιακό μέλλον. Στη Σαμοανή κοσμοαντίληψη, η γη (fanua) είναι ιερή, σύμβολο της κοινότητας και της συνέχειας. Η εμπορευματοποίησή της στο μυθιστόρημα ισοδυναμεί με αποκοπή από τη συλλογική ψυχή. Το Δέντρο Μπανιάν, που δεσπόζει στο κέντρο του χωριού, λειτουργεί ως μεταφορά της παράδοσης: οι ρίζες του είναι βαθιές, αλλά τα φύλλα του απλώνονται παντού - όπως και οι άνθρωποι της Σαμόα, που αναζητούν το μέλλον τους σε ξένες χώρες. Τέλος η αφήγηση εξερευνά τις σχέσεις πατέρα - γιου, τη διαδοχή, τη μετάδοση της εξουσίας και της ενοχής μέσα στις γενιές. Η οικογενειακή ιστορία αντικατοπτρίζει την ιστορία του έθνους, όπου οι νέες γενιές κληρονομούν όχι μόνο πλούτο, αλλά και ηθικά χρέη και τραύματα.

Ο Wendt συνδυάζει ρεαλιστική αφήγηση και ποιητικό ύφος, αντλώντας από την προφορική παράδοση της Σαμόα. Οι περιγραφές της φύσης είναι έντονες και συμβολικές - η γη, η βροχή, το δέντρο Μπανιάν - ενώ οι διάλογοι ενσωματώνουν ρητά, παροιμίες και τελετουργικές φράσεις της Σαμοανής κουλτούρας. Η γλώσσα είναι πολυεπίπεδη: αγγλικά με Σαμοανές λέξεις, ρυθμική και γεμάτη μουσικότητα. Αυτή η διγλωσσία αντικατοπτρίζει τη διττή ταυτότητα των μετααποικιακών κοινωνιών του Ειρηνικού, που ζουν ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η αφήγηση του Wendt έχει χαρακτηριστεί “οικολογική και υπαρξιακή ταυτόχρονα”: η καταστροφή της φύσης και των παραδόσεων συνδέεται με την καταστροφή της ψυχής του ανθρώπου.

Η διεθνής κριτική το συνέκρινε με τα έργα του Τσίνουα Ατσέμπε και του Νγκούγκι ουά Θιόνγκο για την Αφρική, καθώς έχει αντίστοιχη αποαποικιοποιητική δύναμη. Ο Wendt δεν γράφει απλώς για την ιστορία της Σαμόα, αλλά για τη συμπαντική εμπειρία της αποικίας — τη μάχη για αξιοπρέπεια, ταυτότητα και γλώσσα. Το βιβλίο θεωρείται «η Οδύσσεια της Ωκεανίας».

Η εκλογή της Σόφι (Γουίλιαμ Στάιρον - 1979) Δεν είναι καινοτόμο στη δομή, αλλά ήταν τολμηρό και ασυνήθιστο στο περιεχόμενο. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα αμερικανικά μυθιστορήματα που αντιμετώπισαν το Ολοκαύτωμα από την οπτική ενός Πολωνού (και Καθολικού) θύματος, αλλά και ενός Αμερικανού που παλεύει με τη δική του κληρονομιά.

Διαδραματίζεται κυρίως στο Μπρούκλυν του 1947, αλλά η αφήγηση είναι μια μεγάλη αναδρομή στο παρελθόν. Ο νεαρός και αφελής Νίκολας, ο αφηγητής, γνωρίζεται και ερωτεύεται την Σόφι, μια Πολωνή μετανάστρια που επέζησε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Η Σόφι ζει μια ταραγμένη και αυτοκαταστροφική ζωή μαζί με τον ασταθή και χαρισματικό εραστή της, Νέιθαν, έναν Εβραίο που υποφέρει από ψυχιατρικά προβλήματα. Η καρδιά του μυθιστορήματος είναι οι τρεις εκτενείς ομολογίες που κάνει η Σόφι στον Νίκολας, αποκαλύπτοντας σταδιακά το τραυματικό της παρελθόν. Μαθαίνουμε ότι πριν τον πόλεμο ήταν κόρη ενός αντικομουνιστή Πολωνού καθηγητή, που πίστευε λανθασμένα στην ανωτερότητα του γερμανικού πολιτισμού. Στο Άουσβιτς, υποβλήθηκε σε φρικτές δοκιμασίες από τον διοικητή του στρατοπέδου. Η πιο οδυνηρή "εκλογή" που αναγκάστηκε να κάνει ήταν όταν, κατά την άφιξή της στο στρατόπεδο, την ανάγκασε να διαλέξει ποιο από τα δύο της παιδιά θα σωζόταν και ποιο θα στέλνονταν αμέσως στον θάνατο στο θάλαμο αερίων. Αυτή η ανθρώπινη και ηθική καταστροφή είναι το κεντρικό τραύμα που καθορίζει κάθε στιγμή της ζωής της μετά τον πόλεμο. Ο αφηγητής προσπαθεί να την «σώσει» μέσα από τον έρωτα, η γυναίκα ζει τραγικές, αλλά και ευτυχισμένες στιγμές δίπλα στους δυο αυτούς άνδρες, αλλά η ενοχή και το τραύμα την οδηγούν στην αυτοκτονία.

Το μυθιστόρημα διερευνά βαθιά θέματα όπως το ασυμβίβαστο του Κακού, η ενοχή του επιζώντα, η απώλεια της πίστης, η ευθύνη, η τρέλα, η επιβίωση, η δυνατότητα συγχώρεσης και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Προκάλεσε τεράστιο πολιτισμικό και ηθικό διάλογο, τόσο στις ΗΠΑ όσο και διεθνώς, για τα όρια της μυθιστορηματικής αναπαράστασης της Ιστορίας, για την τραυματική μνήμη και για τον αντισημιτισμό. Παραμένει ένα ισχυρό και αμφιλεγόμενο έργο, ένα σημείο αναφοράς στη συζήτηση για το πώς η λογοτεχνία μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζει ιστορικά τραύματα. Χρόνος πρώτης ελληνικής έκδοσης: 1980 (εκδόσεις "Αστέρι")

Α. Τάσσος, Κάθε πρωί, 1932, Συλλογή Έργων Τέχνης Alpha Bank
Κάιν και Άβελ (Τζέφρι Άρτσερ - 1979) Εξαιρετικά δημοφιλές και καλογραμμένο έργο δραματικής αφήγησης, αλλά χωρίς ιδιαίτερη καινοτομία στη φόρμα, τη γλώσσα ή θεματικό βάθος πέρα από την πολύ καλή ιστορία που έχει.

Πρόκειται για ένα επικό μυθιστόρημα γενεών που ακολουθεί τις παράλληλες και τελικά διασταυρούμενες ζωές δύο ανθρώπων από ακραία αντίθετα περιβάλλοντα. Ο Γουίλιαμ Κέιν γεννιέται στη Βοστώνη το 1906, γιος ενός πανίσχυρου τραπεζίτη. Είναι προνομιούχος, ευφυής και κληρονομεί μια τεράστια τραπεζική αυτοκρατορία. Αντίθετα, ο Άμπελ Ροσνόφσκι γεννιέται στην Πολωνία το 1920, σε μια οικογένεια φτωχών αριστοκρατών. Η ζωή του είναι μια αδιάκοπη μάχη για επιβίωση: γίνεται ορφανός, υποφέρει στη σκληρή ζωή του γκέτο, καταφεύγει στις ΗΠΑ ως μετανάστης και αρχίζει από το μηδέν, εργαζόμενος ως σερβιτόρος σε ξενοδοχείο. Και οι δύο άνδρες είναι φιλόδοξοι, ταλαντούχοι και αμείλικτοι. Ο Κέιν χτίζει ακόμα μεγαλύτερη την τραπεζική του επιχείρηση, ενώ ο Άμπελ, μετά από απίστευτες προσπάθειες, χτίζει μια αλυσίδα πολυτελών ξενοδοχείων. Η μοίρα τους ενώνεται όταν ο Κέιν, ως πρόεδρος της τράπεζας, αρνείται στον Άμπελ ένα κρίσιμο δάνειο με βάση μια παρεξήγηση. Αυτή η πράξη πυροδοτεί μια ισόβια και έντονη έχθρα μεταξύ τους, που εκδηλώνεται μέσω επιχειρηματικών σχεδίων, εχθρικών εξαγορών και προσωπικών πληγών, διαρκώντας για δεκαετίες και επηρεάζοντας και τις επόμενες γενιές των οικογενειών τους. Ο Abel καταφέρνει να αποκτήσει αρκετά μερίδια της τράπεζας και διώχνει τον Kane από την διοίκησή της. Όμως η κόρη του Άμπελ τα φτιαχνει με το γιο του Κέιν. Ο Κέιν πεθαίνει πριν προλάβει να δει τον εγγονό του Γουίλιαμ. Τελικά, σε μια δραματική ανατροπή, ο Abel ανακαλύπτει ότι ο άγνωστος υποστηρικτής του χρόνια τώρα δεν ήταν αυτός που νόμιζε, αλλά ο William Kane. Γεμάτος τύψεις, συμφιλιώνεται με την κόρη και τον γαμπρό του. Ο Άμπελ πεθαίνει αμέσως μετά και κληροδοτεί τα πάντα στην κόρη του Φλορεντίνα, εκτός από την ασημένια μπάντα εξουσίας του, την οποία αφήνει στον εγγονό του, τον οποίο η Φλορεντίνα και ο Ρίτσαρντ έχουν ονομάσει «Γουίλιαμ Άμπελ Κέιν». 

Το βιβλίο είναι μια συναρπαστική αφήγηση για την φιλοδοξία, την επιτυχία, την εκδίκηση, τα παιχνίδια της μοίρας και τον αδυσώπητο ανταγωνισμό. Χρόνος πρώτης ελληνικής έκδοσης: 1980 (εκδόσεις "Μίνωας")

Σπύρος Βασιλείου, Σκάλες, 1959, Συλλογή Γιώργου Ν. Νιάρχου
Σικάστα (Ντόρις Λέσινγκ, 1979) Το πρώτο βιβλίο της πενταλογίας ΕΦ με γενικό τίτλο «Canopus in Argos: Archives» (Κάνωπος, αστερισμός του Άργους: αρχεία). Είναι το πιο φιλόδοξο και πειραματικό έργο της Λέσινγκ, που πάντα αμφισβητούσε τα λογοτεχνικά όρια. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τον φανταστικό πλανήτη ως καθρέφτη της ανθρώπινης μνήμης και της ιστορίας του 20ού αιώνα. Συνδυάζει επιστημονική φαντασία, μυθοπλασία, δοκίμιο και πολιτική αλληγορία για να δημιουργήσει μια κοσμολογία που εξελίσσεται σε αστρονομικές χρονικές κλίμακες. Ένας ύμνος για τη μνήμη, τη φαντασία, τη γήρανση και τη δύναμη της αφήγησης.

Αυτή είναι μια πενταλογία επιστημονικής φαντασίας, αν και η συγγραφέας προτιμά τον όρο "διαστημική μυθοπλασία". Το έργο αποτελεί μια αλληγορία για την εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας και των κοινωνιών. Η πλοκή επικεντρώνεται στον πλανήτη Ροχάντα (που μοιάζει πολύ με τη Γη), ο οποίος βρίσκεται υπό την επιρροή τριών αντίπαλων γιγάντιων αυτοκρατοριών του γαλαξία: τον φωτεινό και ηθικά ανώτερο Κάνωπο, τον βίαιο και εκμεταλλευτικό Άργος και τον μυστηριώδη και αδρανή Σίριους. Η ιστορία ξεκινάει όταν ο Κάνωπος στέλνει πράκτορες στον Ροχάντα για να καθοδηγήσει και να "εξελίξει" τους κατοίκους του, συχνά μέσω καταστροφικών γεγονότων όπως οι παγετώνες, που αναγκάζουν τον πληθυσμό να προσαρμοστεί και να ωριμάσει. Το μυθιστόρημα ακολουθεί την πορεία ενός αριθμού χαρακτήρων που μετέχουν σε αυτή τη διαδικασία, με κύριο πρωταγωνιστή τον αξιωματικό του Κάνωπου, Τζοχόρ. Διαχρονικά, παρακολουθούμε την ανάπτυξη του πολιτισμού του Ροχάντα από πρωτόγονες κοινωνίες σε πιο πολύπλοκες μορφές, πάντα υπό την παρακολούθηση και την παρέμβαση των εξωγήινων δυνάμεων. Εκδόθηκε στη χώρα μας από το Κάκτο το 1983 σε μετάφραση Γιάννη Σπανδωνή.

Τα άλλα τέσσερα βιβλία είναι: «Οι ζώνες της Σικάστα» - 1980 που εκδόθηκε επίσης από το Κάκτο το 1983 σε μετάφραση Γιάννη Σπανδωνή, «The Sirian Experiments» - 1980, που δεν έχει εκδοθεί ακόμη, «Ο απεσταλμένος στον πλανήτη 8» - 1982 που εκδόθηκε από το Κέδρο το 1999 σε μετάφραση Γιάννη Καραδήμου και το «Τhe Sentimental Agents in the Volyen Empire» - 1983.  

Το συνολικό πεντάτομο έργο (1979 – 1983) είναι βαθιά φιλοσοφικό, δεν είναι μια συναρπαστική διαστημική περιπέτεια, αλλά μια σύνθετη μελέτη για την ανθρώπινη φύση και την ιστορία. Διερευνά θέματα όπως η ανθρώπινη και πλανητική εξέλιξη, η άνοδος και πτώση αυτοκρατοριών, η δυναμική της εξουσίας, ο ρόλος του ατόμου στην ιστορία, η ελευθερία απέναντι στον καθοδηγητικό σχεδιασμό, ο κύκλος των πολιτισμών, ο ιμπεριαλισμός, η αναζήτηση πνευματικής συνείδησης και η πιθανότητα διανοητικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους.

Επέκτεινε τους ορίζοντες του τι μπορεί να είναι "σοβαρή λογοτεχνία", δείχνοντας ότι τα είδη όπως η επιστημονική φαντασία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εξερευνήσουν βαθιά φιλοσοφικά και κοινωνικά ζητήματα. Επηρέασε συγγραφείς που δουλεύουν στα όρια του "κυρίως ρεύματος" και της "φαντασίας". Αν και λιγότερο ευρέως αναγνωρισμένο από άλλα έργα της (π.χ. Το Χρυσό Σημειωματάριο), θεωρείται ένα από τα πιο φιλόδοξα και πνευματώδη έργα της, με μια πιστή ομάδα θαυμαστών.