Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάθε βιβλίο είναι ένα τρένο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάθε βιβλίο είναι ένα τρένο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

E.Auerbach, R.Wellek και N.Frye: τρία έργα εκπροσώπων της σύγχρονης λογοτεχνικής κριτικής

Μίμησις: Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία (Erich Auerbach – 1946)

Ένα από τα πιο σημαντικά έργα συγκριτικής φιλολογίας. Η μεθοδολογία του χρησιμοποιεί την ανάλυση αποσπασμάτων, αξιοποιεί την ιστορική εξέλιξη του ύφους και συνδέει την μορφή του έργου με την κοινωνική πραγματικότητας.

Η αξία του είναι πολυδιάστατη και μπορεί να κατανοηθεί σε διάφορα επίπεδα:

Πρώτα απ’ όλα, ο Auerbach επιχειρεί μια ιστορική και αισθητική χαρτογράφηση της αναπαράστασης της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία, από τον Όμηρο έως τον μοντερνισμό. Δεν γράφει μια απλή ιστορία της λογοτεχνίας· αντίθετα, αναλύει επιλεγμένα αποσπάσματα (π.χ. από την Οδύσσεια, τη Βίβλο, τον Δάντη, τον Σταντάλ, τον Προυστ) για να δείξει πώς κάθε εποχή αντιλαμβάνεται και αποτυπώνει την πραγματικότητα. Αυτή η μικροαναλυτική μέθοδος (close reading) αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία του έργου.

Εισάγει, επίσης, μια καθοριστική διάκριση ανάμεσα σε δύο βασικούς τρόπους αφήγησης. Τον ομηρικό τρόπο, όπου τα πάντα είναι φωτισμένα, εξωτερικά και πλήρως αναπτυγμένα, και τον βιβλικό τρόπο, όπου υπάρχει ασάφεια, υπαινιγμός και πολλαπλά επίπεδα νοήματος. Αυτή η διάκριση, έχει επηρεάσει βαθιά την κατανόηση της δυτικής αφηγηματικής παράδοσης.

Ένα τρίτο στοιχείο της αξίας του έργου είναι η ανάδειξη του λεγόμενου «σοβαρού ρεαλισμού» (serious realism), η ιδέα ότι η λογοτεχνία, ιδιαίτερα από τον Μεσαίωνα και μετά, αρχίζει να αντιμετωπίζει την καθημερινή ζωή και τα «ταπεινά» πρόσωπα ως άξια υψηλής καλλιτεχνικής αναπαράστασης. Αυτό κορυφώνεται σε συγγραφείς όπως ο Μπαλζάκ και ο Φλωμπέρ και συνεχίζεται στη μοντέρνα λογοτεχνία.

Επιπλέον, το έργο έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω του ιστορικού του πλαισίου: γράφτηκε κατά τη διάρκεια της εξορίας του Auerbach στην Κωνσταντινούπολη, εν μέσω του Β΄ΠΠ. Παρά τις περιορισμένες βιβλιογραφικές πηγές, κατάφερε να συνθέσει μια εξαιρετικά ευρεία και βαθιά μελέτη, γεγονός που προσδίδει στο έργο έναν χαρακτήρα πνευματικής αντίστασης και επιμονής.

Η «Μίμησις» ξεχωρίζει επίσης για τη διεπιστημονική της προσέγγιση, συνδυάζοντας φιλολογία, ιστορία, θεολογία και φιλοσοφία. Ο Auerbach, μας έμαθε να ιστορικοποιούμε, δεν εξετάζει μόνο το «πώς» γράφεται η λογοτεχνία, αλλά και το «γιατί», συνδέοντας τις αφηγηματικές μορφές με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες.

Τέλος, η επιρροή του έργου είναι τεράστια, επειδή καθιέρωσε τη συγκριτική λογοτεχνία ως αυτόνομο πεδίο, ενέπνευσε θεωρητικούς της αφήγησης και της ερμηνείας και παραμένει βασικό σημείο αναφοράς για τη μελέτη του ρεαλισμού και της αναπαράστασης.

Συνολικά, προσφέρει έναν βαθύ, συνεκτικό και ιστορικά ευαίσθητο τρόπο κατανόησης της δυτικής λογοτεχνίας, αναδεικνύοντας πώς η έννοια της «πραγματικότητας» μετασχηματίζεται μέσα στους αιώνες. Είναι ένα έργο-γέφυρα ανάμεσα στη φιλολογία και την ιστορία του πολιτισμού, που θεμελίωσε τη μελέτη της ρεαλιστικής αναπαράστασης και επηρέασε βαθιά τη φιλολογία και την πολιτισμική κριτική. Κυκλοφόρησε στα ελληνικά από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας το 2005.

6ος τόμος
A History of Modern Criticism (1750–1950) René Wellek, 1955-1992. Yale University Press (πλήρης σειρά 8 τόμων)

Αποτελεί μία από τις πιο φιλόδοξες και συστηματικές ιστορίες της λογοτεχνικής κριτικής. Δεν πρόκειται απλώς για καταγραφή θεωριών, αλλά για μια προσπάθεια να αναδειχθεί η εσωτερική εξέλιξη της κριτικής σκέψης ως πνευματικής δραστηριότητας.

Αρχίζει με την μελέτη της της κριτικής στη λογοτεχνία, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, εξετάζοντας βασικούς στοχαστές και τάσεις της εποχής (1ος τόμος), συνεχίζει με την παρουσίαση της κριτικής της ρομαντικής περιόδου (2ος), την εποχή μετά τον Ρομαντισμό και πριν τη σταθεροποίηση των ρευμάτων του 19ου αιώνα (3ος), την λογοτεχνική κριτική στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με τις νέες θεωρητικές και πρακτικές εξελίξεις (4ος) και αφιερώνει τους άλλους τέσσερις τόμους στην περίοδο 1900 – 1950, εξετάζοντας την αγγλόφωνη κριτική λογοτεχνίας (5ος & 6ος), και την κριτική στις Γερμανία, Ρωσία, Ανατ.Ευρώπη, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία. Κάθε στοχαστής παρουσιάζεται στο ιστορικό του πλαίσιο και ως φορέας συγκεκριμένων θεωρητικών προβλημάτων.

Ο Wellek επιδίωξε να αποκαταστήσει την κριτική ως αυτόνομο γνωστικό πεδίο, με δική της ιστορία, έννοιες και προβλήματα. Απέρριψε την απλή βιογραφική ή ιστορική απαρίθμηση και την πλήρη αποκοπή από το ιστορικό πλαίσιο. Αντίθετα, πρότεινε μια συνθετική προσέγγιση, στην οποία, η κριτική εξετάζεται ταυτόχρονα, ως ιδεολογικό φαινόμενο, αισθητική θεωρία και φιλολογική πρακτική.

Οι κεντρικές του ιδέες είναι, ότι, η λογοτεχνική κριτική εξελίσσεται μέσα από διαλόγους και αντιπαραθέσεις, επίσης, ότι, υπάρχει μια σχετική συνέχεια, όχι απλώς ασύνδετες θεωρίες και, ότι, παραμένει κρίσιμη η έννοια της αισθητικής αξίας.

Το έργο, αποτελεί θεμέλιο για τη συγκριτική φιλολογία, προσφέρει ένα χαρτογραφημένο τοπίο της νεότερης κριτικής και λειτουργεί, ως αντίβαρο σε πιο αποσπασματικές ή θεωρητικοποιημένες προσεγγίσεις. Είναι, με απλά λόγια, ένα έργο που σε βοηθά, να μην χάνεις το μέτρο και να καταλάβεις, πώς φτάσαμε στις σύγχρονες θεωρίες.

Ο Wellek λειτουργεί σήμερα σαν μια μεθοδολογική υπενθύμιση, για την αποφυγή της μονομέρειας και τον συνδυασμός μορφής, ιστορίας, θεωρίας. Δεν είναι «μόδα», αλλά σταθερό σημείο ισορροπίας.

Ανατομία της κριτικής (Northrop Frye  - 1957)

Αποτελείται από τέσσερα εκτενή δοκίμια, τα οποία συγκροτούν ένα συστηματικό θεωρητικό μοντέλο της λογοτεχνικής κριτικής. Στην εισαγωγή, ο Frye, επικρίνει τις εντυπωσιολογικές και αποσπασματικές μορφές κριτικής και προτείνει μια «επιστημονική» συστηματοποίηση της λογοτεχνικής θεωρίας. Το σύστημα του, επιδιώκει να θεμελιώσει μια αυτοτελή «επιστήμη της λογοτεχνίας», βασισμένη σε δομικές και αρχετυπικές κατηγορίες. Αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα και επιδραστικά εγχειρήματα στη σύγχρονη λογοτεχνική θεωρία. Στόχος του Frye δεν είναι απλώς να ερμηνεύσει μεμονωμένα έργα, αλλά να δημιουργήσει ένα συστηματικό πλαίσιο για την κατανόηση της λογοτεχνίας ως αυτόνομου πεδίου γνώσης, με δικούς του νόμους, δομές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα.

Ο Frye επιδιώκει να απελευθερώσει τη λογοτεχνική κριτική από υποκειμενικές αξιολογήσεις («μου αρέσει / δεν μου αρέσει»), εξωτερικά κριτήρια (ηθικά, ιστορικά, βιογραφικά). Αντί γι’ αυτά, προτείνει μια «επιστημονική» κριτική, που βασίζεται σε επαναλαμβανόμενες δομές (patterns), αρχετυπικά μοτίβα και μυθολογικά σχήματα, που διατρέχουν όλη τη λογοτεχνία. Η βασική του ιδέα είναι ότι η λογοτεχνία αποτελεί ένα κλειστό σύστημα, όπου τα έργα συνδέονται μεταξύ τους, περισσότερο, απ’ ό,τι με την εξωτερική πραγματικότητα.

Σε κάθε ένα, από τα δοκίμια, εξετάζει μια διαφορετική διάσταση της λογοτεχνικής κριτικής.

Στο πρώτο, Ιστορική κριτική: Θεωρία των τρόπων ταξινομεί τα λογοτεχνικά έργα με βάση τη σχέση του ήρωα με το περιβάλλον του. Προτείνει πέντε βασικούς «τρόπους» (modes). Τον μυθικό, όπου ο ήρωας είναι ανώτερος από τους άλλους και τη φύση (π.χ. θεοί), τον ρομαντικό, όπου είναι ανώτερος από τους άλλους ανθρώπους, αλλά όχι από τη φύση, τον υψηλό μιμητικό, όπου είναι ανώτερος από τους άλλους, αλλά υπόκειται στους νόμους της φύσης (π.χ. τραγωδία), τον χαμηλό μιμητικό, όπου είναι ίσος με τον μέσο άνθρωπο (ρεαλιστική λογοτεχνία) και τον ειρωνικό, όπου είναι κατώτερος από τον αναγνώστη ή παγιδευμένος (σύγχρονη λογοτεχνία). Αυτή η κλίμακα δείχνει μια ιστορική «πτώση» από το μυθικό στο ειρωνικό.

Στο δεύτερο, Ηθική κριτική: Θεωρία των συμβόλων εξετάζει πώς λειτουργούν τα σύμβολα στη λογοτεχνία και προτείνει μια κλιμακωτή θεωρία κατανόησης τους, διακρίνοντας πέντε επίπεδα (ή φάσεις), που δείχνουν πώς ένα σύμβολο αποκτά ολοένα ευρύτερη σημασία μέσα στη λογοτεχνία και τον πολιτισμό. Το κυριολεκτικό επίπεδο, όπου
το σύμβολο, νοείται ως μέρος της αφήγησης, με την άμεση, «πραγματική» του σημασία μέσα στο κείμενο, το τυπικό επίπεδο, όπου αντιμετωπίζεται ως στοιχείο της λογοτεχνικής δομής, και εξετάζεται η λειτουργία του μέσα στο έργο (μοτίβα, εικόνες, επαναλήψεις), το αρχετυπικό επίπεδο, όπου συνδέεται με ευρύτερα μοτίβα (π.χ. κύκλοι ζωής, ήρωες, θυσία), το αναγωγικό, όπου το σύμβολο αποκτά καθολική διάσταση και εντάσσεται σε μια συνολική «τάξη» της λογοτεχνίας και το καθολικό (κοσμικό) επίπεδο, όπου τα σύμβολα εκφράζουν μια ολική πραγματικότητα, όπου η λογοτεχνία αγγίζει τη μυθοπλαστική σύλληψη του κόσμου, ως ενιαίου όλου. Συνοπτικά, ξεκινά από το συγκεκριμένο και «κυριολεκτικό» και οδηγείται σε μια ολιστική, αρχετυπική και καθολική κατανόηση των συμβόλων, όπου η λογοτεχνία λειτουργεί ως ενιαίο σύστημα νοήματος.

Αν πάρουμε για παράδειγμα το σύμβολο του νερού, που είναι από τα πιο χαρακτηριστικά στον Frye, μπορούμε να δούμε πώς λειτουργεί σε καθένα από τα πέντε επίπεδα: Στο κυριολεκτικό, είναι απλώς νερό: ποτάμι, θάλασσα, βροχή μέσα στην αφήγηση.
Στο τυπικό, εξετάζουμε τη λειτουργία του μέσα στο έργο, μπορεί να λειτουργεί ως μοτίβο, να εμφανίζεται σε κρίσιμες στιγμές, να σηματοδοτεί αλλαγές ή να συνδέεται με συγκεκριμένους χαρακτήρες.
Στο αρχετυπικό επίπεδο, το νερό συνδέεται με διαχρονικά αρχετυπικά μοτίβα, τον καθαρμός, την αναγέννηση, το χάος ή την πρωταρχική ύλη (κοσμογονίες).
Εδώ, το σύμβολο, ξεπερνά το συγκεκριμένο έργο και ανήκει σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό μοτίβο. Στο αναγωγικό επίπεδο εντάσσεται σε ένα συνολικό σύστημα συμβόλων της λογοτεχνίας, π.χ. το νερό, ως στοιχείο της ζωής, σε αντιστοιχία με άλλα στοιχεία (γη, φωτιά, αέρας), μέσα σε μια ενιαία ποιητική τάξη. Τέλος στο καθολικό επίπεδο, αποκτά κοσμική διάσταση, γίνεται έκφραση της ίδιας της ολότητας της ύπαρξης - της ροής της ζωής, της ενότητας φύσης και ανθρώπου. Σε αυτό το επίπεδο, η λογοτεχνία λειτουργεί σχεδόν «μυθοποιητικά», δημιουργώντας έναν συνολικό κόσμο νοήματος. Αντίστοιχα, θα μπορούσαμε να δούμε το ίδιο σχήμα ανάλυσης  και με άλλα σύμβολα, όπως το δάσος, η σπηλιά (χώροι δοκιμασίας ή μύησης), το φως (γνώση, αποκάλυψη) ή το ταξίδι (μεταμόρφωση του ήρωα).

Στο τρίτο, Αρχετυπική κριτική: Θεωρία των μύθων, υποστηρίζει ότι όλη η λογοτεχνία οργανώνεται γύρω από αρχετυπικούς μύθους, που σχετίζονται με τις εποχές του χρόνου: η κωμωδία (μυθικό σχήμα της αναγέννησης) με την άνοιξη, ο ρομαντισμός (μυθικό σχήμα ακμής / θριάμβου) με το καλοκαίρι, η τραγωδία (μύθος πτώσης) με το φθινόπωρο και η σάτιρα (μύθος διάλυσης / ειρωνίας) με το χειμώνα. Εδώ, η κυκλική δομή, δείχνει ότι η λογοτεχνία επαναλαμβάνει βαθιά ανθρώπινα μοτίβα. Επίσης, αναπτύσσει αρχετυπικές εικόνες (φύση σε όλες τις μορφές) και συμβολικές αντιθέσεις (φως / σκοτάδι, ζωή / θάνατος).

Στο τέταρτο, Ρητορική κριτική: Θεωρία των ειδών, ο Frye εξετάζει τη λογοτεχνία ως μορφή επικοινωνίας. Κατηγοριοποιεί τα είδη με βάση τη σχέση τους με το κοινό. Η επική ποίηση είναι αφηγηματική, η δραματική ποίηση έχει παρουσίαση μέσω δράσης, η λυρική ποίηση εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο του συγγραφέα. Εδώ, εστιάζει επίσης στη ρητορική λειτουργία της λογοτεχνίας και στον τρόπο διαμόρφωσης της κατανόησης / αποδοχής ή μη από τον αναγνώστη.

Κεντρικές έννοιες της προσέγγισής του είναι: Η αρχετυπικότητα - Η λογοτεχνία επαναχρησιμοποιεί μοτίβα που είναι παγκόσμια και διαχρονικά. Η διακειμενικότητα (πριν καθιερωθεί ο όρος) - Τα έργα συνομιλούν μεταξύ τους μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα. Η αυτονομία της λογοτεχνίας - Η λογοτεχνία, δεν εξηγείται μόνο μέσω ιστορίας, κοινωνίας, βιογραφίας συγγραφέα, αλλά έχει δημιουργική αυτονομία. Η συστηματικότητα - Η κριτική μπορεί να γίνει οργανωμένη και δομημένη, όπως μια επιστήμη.

Το βιβλίο του επηρέασε βαθιά τον στρουκτουραλισμό και τη μυθοκριτική, άνοιξε δρόμο για τη μελέτη της λογοτεχνίας μέσω δομών και μοτίβων και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για δεκαετίες. Ωστόσο, έχει δεχτεί και κριτική, ότι είναι υπερβολικά συστηματικό, υποβαθμίζει την ιστορική και κοινωνική διάσταση και γενικεύει υπερβολικά τα μοτίβα. Κρατάμε τα εργαλεία του, όχι το «κλειστό σύστημα».

Συνοπτικά, είναι μια προσπάθεια να απαντηθεί ένα μεγάλο ερώτημα: Μπορεί η λογοτεχνική κριτική να γίνει ένα συνεκτικό και αντικειμενικό πεδίο γνώσης; Ο Frye απαντά, ναι - αν αναγνωρίσουμε, ότι η λογοτεχνία, είναι ένα δίκτυο αρχετύπων και μύθων που επαναλαμβάνονται. Κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τον Gutenberg το 1996 (με 39 χρόνια καθυστέρηση από την πρώτη του έκδοση)

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Από το "μυθιστόρημα" στο "παιχνίδι" των τεσσάρων - δυο πειραματικά έργα με διαφορά σαράντα χρόνων

Το Παιχνίδι των Τεσσάρων (1998) γράφτηκε συνειδητά ως “αντίλαλος” ή φόρος τιμής στο Μυθιστόρημα των Τεσσάρων (1958). Το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που γράφτηκαν τα δυο πειραματικά μυθιστορήματα έχει αξιοπρόσεκτες διαφορές

Το πρώτο έργο γεννήθηκε σε μια Ελλάδα που ήθελε να επανακαθορίσει την ταυτότητά της μετά τη δεκαετία το 50, να επουλώσει τις πληγές των πολέμων, να θεμελιώσει την κοινωνική ανασυγκρότηση και να ενισχύσει το εθνικό αφήγημα. Στόχος του ήταν η επανένωση των φωνών της γενιάς του ’30 και η συνέχιση της «σοβαρής» ελληνικής παράδοσης. Η ελπίδα μαζί με την μεταπολεμική ανησυχία και η αναζήτηση νοήματος το διατρέχουν.
Το δεύτερο γράφτηκε σε μια Ελλάδα που είχε κουραστεί να αναζητά την «μοναδικότητά» της στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της κυριαρχίας των ΜΜΕ, της κρίσης προσωπικών, συλλογικών και εθνικών ταυτοτήτων και του άκρατου καταναλωτισμού. Επιδίωξη του ήταν η αντανάκλαση μιας κατακερματισμένης κοινωνίας, η ειρωνική και σατιρική προσέγγιση της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Το χαρακτηρίζουν ο κορεσμός, η ειρωνεία, η πρόωρη κούραση της μεταπολίτευσης και η αναζήτηση ταυτότητας στις νέες συνθήκες.

Οι συγγραφείς του πρώτου, Μυριβήλης, Βενέζης, Καραγάτσης, Τερζάκης, ήταν όλοι τους εκπρόσωποι της γενιάς του ’30. Είχαν κοινή αισθητική παιδεία και ομοιογενή λογοτεχνική γλώσσα. Αντίθετα οι Μουρσελάς, Σκούρτης, Σουρούνης, Τατσόπουλος, που έγραψαν το δεύτερο , εκπροσωπούσαν διαφορετικά ρεύματα της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας και είχαν διαφορετικά ύφη και ιδεολογικές αφετηρίες. Η  πολυφωνία είναι συνειδητή επιλογή τους.

Στο πρώτο, υπάρχει ενιαία πλοκή, οι τέσσερις συγγραφείς συνεχίζουν την ίδια ιστορία (μια νέα κοπέλα στην Αθήνα του ’50), με ρεαλιστική, γραμμική αφήγηση, με ψυχογραφική διάσταση. Στο δεύτερο, η δομή έχει μωσαϊκή σύνθεση, κάθε συγγραφέας προσθέτει «ψηφίδες» γύρω από ένα θέμα ή χαρακτήρα, χωρίς αυστηρή πλοκή. Το μυθιστόρημα έχει μεικτή αφήγηση με εναλλαγή ειδών (έρωτας, θρίλερ, παρωδία, κοινωνική σάτιρα).

Η μορφή και των δυο έργων, αντικατοπτρίζει τις ξεχωριστές εποχές που γράφτηκαν: Το 1958 επικρατεί η ανάγκη - έστω και ψευδεπίγραφης- ενότητας (ένα συλλογικό μυθιστόρημα ως σύμβολο συνέχειας), ενώ το 1998 κυριαρχεί η αποδόμηση και η ειρωνεία - κάθε φωνή είναι αυτόνομη. Η κεντρική ιδέα του πρώτου, είναι η νιότη και η ελπίδα για αναγέννηση, η ενεργητική δράση του ατόμου μέσα στην κοινωνία, ενώ στο δεύτερο κυριαρχούν η παρακμή και η αποξένωση, ο «Νεοέλληνας» μέσα στην παράνοια της καθημερινότητας. Το πρώτο προβάλει το μεταπολεμικό όραμα της ανασυγκρότησης και αισιοδοξίας, με σύμβολα την γυναίκα ως ελπίδα και την αστική ζωή ως σκηνή αναγέννησης. Το δεύτερο αντανακλά την μεταμοντέρνα κρίση νοήματος, την απογοήτευση και ειρωνεία της σύγχρονης πραγματικότητας. Αξιοποιεί το «παιχνίδι», ως μεταφορά για την κοινωνία, τη λογοτεχνία, και την ίδια τη γραφή. Το πρώτο, με ρομαντικό, ψυχογραφικό και λυρικό ύφος, δείχνει, ότι μέσα από τη συλλογικότητα υπάρχει κοινωνική και ατομική προοπτική.
Το δεύτερο, με σατιρικό, αυτοαναφορικό και πολυφωνικό ύφος, επιχειρεί να δείξει, ότι μέσα από τη συλλογικότητα προβάλλεται η διαφορετικότητα - κάθε φωνή είναι «παίκτης», που ακολουθεί δικούς του κανόνες.

Το “Μυθιστόρημα των Τεσσάρων” θεωρείται δείγμα συλλογικής λογοτεχνικής πρωτοβουλίας της γενιάς του ’30, εκφράζει την ενότητα της ελληνικής γραμματείας και την πίστη στον ρόλο της λογοτεχνίας ως ηθικής δύναμης. Το “Παιχνίδι των Τεσσάρων”, σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, λειτουργεί ως παρωδία και διάλογος με το προηγούμενο έργο: δεν επιδιώκει ενότητα, αλλά σχολιάζει τη διάλυσή της. Είναι αυτοσυνείδητο, ειρωνικό, μεταμοντέρνο.  Με άλλα λόγια: Το πρώτο έργο γράφεται για να συνδέσει τους συγγραφείς, το δεύτερο γράφεται για να παίξει με αυτή τη σύνδεση.

Το πρώτο, είναι το προϊόν μιας εποχής που πιστεύει στη λογοτεχνία ως ενωτική δύναμη. Το δεύτερο, είναι το προϊόν μιας άλλης εποχής που αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως “παιχνίδι ρόλων” και αντανάκλαση της πολυδιάσπασης του σύγχρονου ανθρώπου. Το ένα είναι “σοβαρό”· το άλλο “παίζει” με τη σοβαρότητα. Μαζί, αποτυπώνουν δύο άκρα της νεοελληνικής λογοτεχνίας - από τον ρεαλισμό στη μεταμοντέρνα ειρωνεία

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Κάθε βιβλίο είναι ένα τρένο – 3η διαδρομή

Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μοιάζει με εποχή όπου η Ιστορία επιταχύνει το βάδισμά της και αφήνει πίσω της σκόνη, θραύσματα, καινούριες μηχανές, γκρεμισμένες βεβαιότητες. Είναι μια περίοδος που ο κόσμος αλλάζει μορφή: αυτοκρατορίες κλονίζονται, έθνη γεννιούνται, οι πόλεις θεριεύουν, οι άνθρωποι μετακινούνται, οι ιδέες συγκρούονται σαν στρατοί. Και η λογοτεχνία, μέσα σε αυτό το τοπίο, δεν μένει αμέτοχη. Γίνεται το ευαίσθητο όργανο που καταγράφει τις δονήσεις: άλλοτε σαν καθρέφτης, άλλοτε σαν τραύμα, άλλοτε σαν κατηγορώ. Αυτή η περίοδος δημιουργεί το παγκόσμιο υπόβαθρο του σύγχρονου μυθιστορήματος. Εμβάθυνση της λογοτεχνικής δημιουργίας στην κοινωνία και στον άνθρωπο. Οι λογοτεχνικοί ήρωες καταπιάνονται με θέματα κοινωνικής κριτικής, ανθρώπινης ψυχολογίας και παγκόσμια προβλήματα.

Η τρίτη διαδρομή, περιλαμβάνει προσωπικούς λογοτεχνικούς σταθμούς στον Ρεαλισμό, στον Νατουραλισμό και στον Μοντερνισμό.

Οι δυο πρώτες κατευθύνσεις, αποτελούν συγγενικά αλλά διακριτά λογοτεχνικά ρεύματα που κυριάρχησαν στην ευρωπαϊκή πεζογραφία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Και τα δύο συνδέονται με την άνοδο της αστικής κοινωνίας, την ανάπτυξη των επιστημών και τη διάψευση των ρομαντικών ιδεωδών. Όμως η πιο αδυσώπητη αλλαγή δεν είναι μόνο πολιτική. Η Βιομηχανική Επανάσταση μεταμορφώνει τον κόσμο όχι σαν ιδέα, αλλά σαν καθημερινότητα. Ο σιδηρόδρομος ενώνει αποστάσεις, η ατμοκίνηση και ο τηλέγραφος επιταχύνουν τον χρόνο, ενώ φωτογραφία «κλειδώνει» τη στιγμή, σαν να θέλει να φυλακίσει την πραγματικότητα. Οι πόλεις διογκώνονται, η εργασία εντατικοποιείται, η εργατική τάξη μεγαλώνει, και μαζί της η ανισότητα. Οι οικονομικές κρίσεις θυμίζουν ότι ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο υπόσχεση ανάπτυξης αλλά και μηχανή αστάθειας.

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, η λογοτεχνία αλλάζει τόνο. Αφήνει πίσω της την καθαρή εξιδανίκευση και στρέφεται προς το πραγματικό, το κοινωνικό, το σκληρό. Έτσι αναδύεται ο Ρεαλισμός και, λίγο αργότερα, ο Νατουραλισμός: ρεύματα που κοιτούν κατάματα την εργασία, τη φτώχεια, την αστική υποκρισία, την ψυχική φθορά, την αλλοτρίωση. Οι ήρωες δεν είναι πλέον μυθικοί, είναι μικροαστοί που φοβούνται την πτώση, εργάτες που λιώνουν στη βιομηχανία, γυναίκες που ασφυκτιούν σε κοινωνικούς ρόλους, άνθρωποι που νιώθουν πως το σύστημα τους συνθλίβει αθόρυβα. Αλλάζει και ο τρόπος αφήγησης: η μετακίνηση, το ταξίδι, η περιπλάνηση, το αστικό τοπίο, γίνονται βασικά μοτίβα. Ο κόσμος είναι πλέον κινητικός - και η ψυχή, εξίσου ανήσυχη.

Ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός είναι στενά συγγενικά ρεύματα, με τον Νατουραλισμό, να θεωρείται συχνά εξέλιξη ή ριζοσπαστικοποίηση του Ρεαλισμού. Παρότι μοιράζονται βασικές αρχές, διαφοροποιούνται ουσιαστικά στη φιλοσοφική τους θεμελίωση και στη προσέγγισή τους για τον άνθρωπο και τη κοινωνία.

Και τα δύο ρεύματα έχουν αρκετά κοινά στοιχεία. Απορρίπτουν την εξιδανίκευση, το πάθος και τη φαντασιακή υπερβολή του Ρομαντισμού και επικεντρώνονται στην αντικειμενική παρατήρηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Εστιάζουν στη ζωή της μεσαίας και κατώτερης τάξης, στην εργασία, στην οικογένεια, στις κοινωνικές ανισότητες. Η πόλη, η οικονομία, οι κοινωνικές δομές αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι συγγραφείς επιδιώκουν ουδετερότητα, αποστασιοποίηση και λεπτομερή περιγραφή. Η λογοτεχνία γίνεται ουσιαστικά ένας «καθρέφτης» της κοινωνίας. Τέλος αναλύονται με λεπτομερή προσοχή τα κίνητρα, οι επιθυμίες και οι αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. αναλύεται με προσοχή στα κίνητρα, στις επιθυμίες και στις αντιφάσεις.

Όμως οι διαφορές που τα ξεχωρίζουν είναι αρκούντως σημαντικές.  

Ενώ ο Ρεαλισμός διατηρεί τη πίστη στην ηθική επιλογή και στην ατομική ευθύνη, ο άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει τη μοίρα του. Είναι κοινωνικό, αλλά και ηθικό ον. Για παράδειγμα, στους ρεαλιστές όπως ο Τολστόι και ο Μπαλζάκ, οι ήρωες βρίσκονται σε ηθικά διλήμματα. Παρουσιάζει έργα και έχει ήρωες από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Επιδιώκει ισορροπία και σύνθεση.

Ο Νατουραλισμός που είναι επηρεασμένος από τον θετικισμό και τις σύγχρονες τότε επιστημονικές θεωρίες, θεωρεί τον άνθρωπο προϊόν κληρονομικότητας και περιβάλλοντος με τελικό αποτέλεσμα το δραστικό περιορισμό της ελευθερίας επιλογών. Ο άνθρωπος είναι βιολογικό ον, συχνά υποταγμένο στα ένστικτα του. Στον Νατουραλισμό του Ζολά, οι χαρακτήρες λειτουργούν σχεδόν ως «πειραματικά υποκείμενα». Ο Νατουραλισμός εστιάζει στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και συχνά σε ακραίες και σκοτεινές καταστάσεις: φτώχεια, αλκοολισμό, πορνεία, βία, εξαθλίωση. Είναι πιο ωμός, συχνά απαισιόδοξος, με έμφαση στη σκληρότητα της ζωής.

Ο Νατουραλισμός μπορεί να θεωρηθεί «επιστημονικός Ρεαλισμός». Αν ο Ρεαλισμός επιδιώκει να παρατηρήσει την κοινωνία, ο Νατουραλισμός επιχειρεί να την αναλύσει πειραματικά, αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως αποτέλεσμα και «προϊόν» αιτίων και αιτιατών. Και τα δύο ρεύματα, ωστόσο, σηματοδοτούν τη στροφή της λογοτεχνίας προς την κοινωνική και ψυχολογική αλήθεια, θεμελιώνοντας τη σύγχρονη αφηγηματική παράδοση. Στον Ρεαλισμό, οι άνδρες επιδιώκουν κοινωνική ή πνευματική ανέλιξη, ενώ οι γυναίκες συχνά συγκρούονται με ηθικούς κανόνες που τις περιορίζουν. Στον Νατουραλισμό, και τα δύο φύλα παρουσιάζονται ως προϊόντα δυνάμεων πέρα από τον έλεγχό τους. Ωστόσο, οι γυναικείοι χαρακτήρες συχνά συνδέονται με το σώμα και τη βιολογία, ενώ οι άνδρες με την κοινωνική πάλη.

Στον ελληνικό χώρο, οι επαναστατικές ζυμώσεις, όπως η Κρητική Επανάσταση (1866–1869), ενισχύουν τη θεματική της ελευθερίας και της εθνικής ταυτότητας. Παράλληλα, όμως, η Ελλάδα αρχίζει να γνωρίζει - έστω με αργούς και άνισους ρυθμούς - το πρόσωπο του εκσυγχρονισμού. Τα σιδηροδρομικά έργα, που σταδιακά απλώνονται ως νέα «νεύρα» της χώρας, μεταμορφώνουν όχι μόνο τις μετακινήσεις αλλά και την ίδια την αίσθηση του χώρου: η απόσταση μικραίνει, η πόλη αποκτά μεγαλύτερη ισχύ, και η επαρχία συνδέεται πιο άμεσα με το κέντρο. Μέσα σε αυτή τη μεταβατική πραγματικότητα, η κοινωνία αλλάζει: αναδύεται η αστική τάξη και αστικά στρώματα με νέες οικονομικές προσδοκίες, αλλά και νέες αντιθέσεις.

Στα επόμενα χρόνια, ο κόσμος γίνεται ακόμα πιο διασυνδεδεμένος: η Διώρυγα του Σουέζ ανοίγει νέους δρόμους εμπορίου και επιρροής, ενώ η βιομηχανική και κοινωνική μετάβαση παράγει μια νέα εποχή συγγραφέων που γράφουν σαν να κρατούν νυστέρι: καταγράφουν το τραύμα της νεωτερικότητας, τις αντιφάσεις, την υπόγεια βία της κοινωνίας. Στη χώρα μας, επτά χρόνια πριν το τέλος του αιώνα, ολοκληρώνεται η κατασκευή της Διώρυγας της Κορίνθου, έργο που δεν είναι μόνο τεχνικό, αλλά και βαθιά συμβολικό - σαν να επιχειρεί το ελληνικό κράτος να χαράξει έναν διάδρομο ανάμεσα στην παράδοση και στον εκσυγχρονισμό. Και μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, η λογοτεχνία δεν μένει ανεπηρέαστη: η κοινωνική μετακίνηση, η αστικοποίηση, η γλωσσική αναζήτηση που οδηγεί προς τη δημοτική (με μορφές όπως ο Γιάννης Ψυχάρης) και οι νέες πολιτισμικές εντάσεις, γεννούν έναν λόγο πιο ανήσυχο, πιο σύγχρονο, πιο στραμμένο προς την πραγματικότητα.

Συμπερασματικά οι πολυσχιδείς πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές αλλαγές και το πνευματικό κλίμα του δεύτερου μισού του ΧΙΧ αιώνα αποτέλεσαν καίρια βάση για την εξέλιξη της παγκόσμιας και της ελληνικής λογοτεχνίας, με τη δημιουργία αξέχαστων έργων που επηρέασαν την πορεία της τέχνης και διατηρούν τη σημασία τους μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, η στροφή από τον παραδοσιακό ρεαλισμό και νατουραλισμό προς τον συμβολισμό, τον μοντερνισμό και έναν πιο εσωστρεφή, ψυχολογικό και αποκαλυπτικό καλλιτεχνικό λόγο, διαμορφώθηκε ακριβώς στα χρόνια αυτά υπό το βάρος των ιστορικών γεγονότων και ιδεολογικών αναταράξεων.

Κατά την περίοδο πριν τον Α’ΠΠ, η παγκόσμια λογοτεχνία χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή μετάβαση σε ένα νέο λογοτεχνικό ρεύμα, με σημαντικές νέες τάσεις που διαμορφώνουν το σύγχρονο αφήγημα. Η τάση του μοντερνισμού αρχίζει να διαμορφώνεται και να γίνεται κυρίαρχη μέχρι το μεσοπόλεμο. Αντιδρώντας στον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό, οι μοντερνιστές επιδιώκουν την εξερεύνηση της υποκειμενικής συνείδησης και της εσωτερικής πραγματικότητας. Τα έργα των διάσημων μοντερνιστών (όπως του Τζέιμς Τζόυς και του Μαρσέλ Προυστ) έχουν ήδη τις ρίζες του σε αυτή την περίοδο. Η τεχνική της ροής συνείδησης και η πολυπλοκότητα στην αφήγηση βαθμιαία κερδίζουν έδαφος.

Ταυτόχρονα, ο συμβολισμός και το συμπυκνωμένο αφηγηματικό ύφος είναι ιδιαίτερα γνωστά στην ευρωπαϊκή πεζογραφία. Ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, συγγραφείς, επιδιώκουν να αποδώσουν, μέσα από συμβολικές εικόνες και υπαινιγμούς, την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας (π.χ. ο Σταντάλ και ο Γκυ Ντε Μωπασσάν).

Επίσης, ο ρεαλισμός και νατουραλισμός, κληροδοτημένοι από τον 19ο αιώνα, παραμένουν ισχυροί, ιδιαίτερα στις κοινωνικοπολιτικές αφηγήσεις και επιδιώκουν την αναπαράσταση των κοινωνικών συγκρούσεων και ανατροπών της εποχής.

Τέλος, στην Αμερική, ξεκινά η άνθιση του καλλιτεχνικού αφηγηματικού μοντερνισμού, που θα εκφραστεί πλέρια αργότερα, ενώ η εσωστρέφεια και η ανάλυση της ψυχολογίας του ατόμου γίνονται βασικά μοτίβα. Συνοπτικά, η περίοδος είναι μεταβατική: ο ρεαλισμός συνυπάρχει με τις πρώτες εκδηλώσεις του μοντερνισμού, ενώ οι λογοτεχνικές φόρμες αναζητούν νέα εκφραστικά μονοπάτια που θα κυριαρχήσουν στον 20ό αιώνα.

Στα τρία λογοτεχνικά ταξίδια μας μέχρι τώρα, έχουμε παρουσιάσει 486 έργα, που άφησαν το στίγμα τους στην παγκόσμια λογοτεχνία και τα πρωτότυπά τους γράφτηκαν σε 33 ζωντανές και «νεκρές» γλώσσες. Από το δεύτερο ταξίδι και μετά, αρχίζει να κυριαρχεί η αγγλική γλώσσα με 141 έργα συνολικά, που γράφτηκαν από συγγραφείς της Βρετανικής αυτοκρατορίας, του ΗΒ, των ΗΠΑ και άλλω αγγλόφωνων χωρών. Ακολουθούν η γαλλική με 76, η γερμανική με 61, η ελληνική με 50, η ρωσική με 28 και η κινέζικη με 22. Έπονται η ιταλική με 14, η ισπανική με 13, η λατινική με 12, η ιαπωνική με 9 έργα. Με 7 έργα, η κάθε μία, εκπροσωπούνται η σανσκριτική, σουηδική και νορβηγική γλώσσες. Η περσική έχει 6 έργα, η τουρκική 4. Από 2 έως 3 έργα, έχουν οι γλώσσες, αραβική, δανέζικη, τσέχικη, μπενγκάλι, πορτογαλική, ρουμανική και σουμεριακή. Τέλος, με 1 έργο εκπροσωπούνται οι γλώσσες: αιγυπτιακή, αιθιοπική, αβοριγίνων, βουλγαρική, βιετναμέζικη, εβραϊκή, θιβετιανή, ισλανδική, ουγγρική, σκωτσέζικη, ταυλανδέζικη.

Από το δεύτερο διαδρομή και μετά, αρχίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους και τη δημιουργικότητά τους οι γυναίκες – συγγραφείς. Συνολικά παρουσιάζονται 36 έργα (7,4% του συνόλου) 29 γυναικών συγγραφέων. Οφείλουμε όμως να αποτίσουμε φόρο τιμής σε κάποιες πρωτεργάτισσες, που αψηφώντας καταστάσεις, προκαταλήψεις και πολλές φορές απειλές, άνοιξαν το δρόμο για τις μεταγενέστερες.

Η Σεϊσόν (Sei Shōnagon, 966–1025 μ.Χ.) ήταν Γιαπωνέζα συγγραφέας, ποιήτρια και κυρία επί των τιμών στην Αυτοκρατορική Αυλή της Ιαπωνίας. Είναι παγκοσμίως γνωστή ως η δημιουργός του εμβληματικού έργου «Το Βιβλίο του Μαξιλαριού» (Makura no Sōshi). Πρόκειται για μια συλλογή από προσωπικές σκέψεις, χιουμοριστικές παρατηρήσεις, κατάλογοι με όμορφα πράγματα, ανέκδοτα και ημερολογιακές καταγραφές από τη ζωή της στην Αυλή. Αποτελεί το θεμέλιο της ιαπωνικής λογοτεχνικής παράδοσης του zuihitsu (δοκίμια που ακολουθούν την κίνηση της σκέψης). Υπήρξε σύγχρονη και μεγάλη αντίπαλος της Μουράσaki Σικίμπου. Ενώ η Σεϊσόν κατέγραφε με σπιρτάδα την επιφάνεια της ζωής, η Μουράσaki εστίαζε περισσότερο στα εσώτερα συναισθήματα.

Η Μουρασάκι Σικίμπου (τέλη του 10ου αιώνα στο Κιότο - αρχές του 11ου αιώνα) ήταν συγγραφέας και κυρία της αυτοκρατορικής αυλής στην Ιαπωνία της εποχής Χεϊάν. Είναι η συγγραφέας της «Ιστορίας του Γκέντζι», του πρώτου σημαντικού μυθιστορήματος του απωανατολικού κόσμου και αριστουργήματος της κλασικής ιαπωνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το οποίο έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά από το συγγραφέα και μεταφραστή, Νίκο Πιτσινό.

Η Φρανσουάζ ντε Γκραφινί (Francoise de Graffigny, 1695–1758) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας και μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των γραμμάτων του 18ου αιώνα. Έγινε παγκοσμίως γνωστή για το έργο της «Επιστολές μιας Περουβιανής» (Lettres d'une Péruvienne), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1747 και εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα best seller της εποχής του, με δεκάδες εκδόσεις και μεταφράσεις σε όλη την Ευρώπη. Θεωρείται ένα από τα πρώτα κείμενα με έντονα φεμινιστικά μηνύματα. Μέσα από τα μάτια μιας Περουβιανής πριγκίπισσας που αιχμαλωτίζεται και μεταφέρεται στη Γαλλία, η Γκραφινί σατιρίζει και κατακρίνει τις αξίες, την υποκρισία και τις κοινωνικές συμβάσεις του δυτικού κόσμου

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Μιά επιλογή σημαντικών δοκιμίων λογοτεχνικής κριτικής

Wassily Kandinsky. Behauptend 1926
Η ιστορία της λογοτεχνικής θεωρίας είναι ουσιαστικά η ιστορία του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι απάντησαν σε ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα: Τι είναι η λογοτεχνία; - Ποια είναι η λειτουργία της; - Πώς παράγεται το νόημα; - Ποια είναι η σχέση συγγραφέα, κειμένου και αναγνώστη; - Πώς συνδέεται η λογοτεχνία με την κοινωνία, την εξουσία και τη γλώσσα;

Η ουσιαστική κριτική δεν γεννιέται από τη «χρήση θεωρίας», αλλά από την οξύτητα της ανάγνωσης, την ιστορική παιδεία, την αισθητική ευαισθησία και την ικανότητα να ακούς τη φωνή του ίδιου του έργου. Η θεωρία είναι εργαλείο, όχι υποκατάστατο της ανάγνωσης.

Ακολουθούν επιλεγμένα δοκίμια, που εγκαινίασαν νέες μεθόδους ανάγνωσης, θεμελίωσαν σχολές σκέψης, άλλαξαν ριζικά το λεξιλόγιο της λογοτεχνικής θεωρίας, χρονολογικά, με επισήμανση της θεωρητικής τους συμβολής.

1. Αρχαιότητα (5ος αι. π.Ε – 5ος αι. μ.Χ.)

Πλάτων — Πολιτεία, Βιβλία II, III, X, (4ος αι. π.Ε)

Αριστοτέλης — Περὶ Ποιητικῆς (περ. 335 π.Ε)

Οράτιος — Ποιητική τέχνη (1ος αι. π.Ε)

Λογγίνος — Περί Ύψους (πιθανώς 1ος αι.)

2. Μεσαίωνας (5ος - 15ος αι.): Η λογοτεχνία υποτάσσεται στη θρησκεία. Παρότι, ο Μεσαίωνας χαρακτηρίζεται από αυτό, υπήρξαν λογοτεχνικά έργα και ρεύματα που απομακρύνονται - μερικώς ή και έντονα - από τη στενή θεολογική ερμηνεία του κόσμου. Η εικόνα ενός «απολύτως θρησκευτικού» Μεσαίωνα είναι κάπως απλουστευτική. Αν μιλάμε αυστηρά, για δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής με τη νεότερη έννοια -  δηλαδή θεωρητικά κείμενα, όπου ένας συγγραφέας αναλύει τη λογοτεχνία, την κοινωνία ή τον άνθρωπο με προσωπική και κριτική σκέψη - τότε ο Μεσαίωνας έχει σχετικά λίγα παραδείγματα. Ωστόσο, υπάρχουν έργα, που λειτουργούν ως φορείς εναλλακτικής αντίληψης ή έμμεσης κοινωνικής και πολιτισμικής κριτικής.

Πέτρος Αβελάρδος – Ναι και Όχι (1120 περ.)

Carmina Burana (1230 περ.)

Δάντης - Θεία Κωμωδία (1308 - 1321)

Βοκάκιος - Δεκαήμερο (1349 - 1353)

Τσώσερ - Ιστορίες του Καντέρμπουρι (1387 - 1400):

Η Βυζαντινή σάτιρα (14ος – 15ος αι )

3. Αναγέννηση & Νεοκλασικισμός (15ος - 18ος αι.): Συγκροτούν τη μεγάλη μετάβαση από τη μεσαιωνική αντίληψη της τέχνης προς μια συστηματική, ανθρωποκεντρική και κανονιστική θεωρία της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνική κριτική της περιόδου θεμελιώνεται κυρίως πάνω στην αναβίωση της αρχαιότητας (ιδίως του Αριστοτέλη και του Οράτιου), αλλά και στην προσπάθεια να οριστούν οι κανόνες της ποιητικής τέχνης, της μίμησης, της ευπρέπειας και της αισθητικής τάξης.

Julius Caesar Scaliger - Poetices Libri Septem (1561)

Lodovico Castelvetro - Poetica d’Aristotele vulgarizzata e sposta (1570)

Torquato Tasso - Discorsi dell’arte poetica (1587)

Sir Philip Sidney - The Defence of Poesy (1595)

Nicolas Boileau - L’Art poétique (1674)

John Dryden - An Essay of Dramatic Poesy (1668)

Alexander Pope - An Essay on Criticism (1711)

Samuel Johnson - Preface to Shakespeare (1765)

4. Διαφωτισμός & Προρομαντισμός (18ος αι.):  Ο 18ος αιώνας αποτελεί μεταβατική εποχή, από την ορθολογική, καθολική και κλασικίζουσα αισθητική του Διαφωτισμού προς την έμφαση στο συναίσθημα, τη φαντασία, το «υψηλό» και την εσωτερικότητα του Προρομαντισμού. Η τέχνη παύει να θεωρείται μόνο μίμηση της φύσης και γίνεται όλο και περισσότερο έκφραση εμπειρίας, ιδιοφυΐας και υποκειμενικότητας.

Jean-Jacques Rousseau - Λόγος περί επιστημών και τεχνών (1750)

Alexander Gottlieb Baumgarten - Aesthetica (1750–1758)

Denis Diderot - Αισθητικά δοκίμια (1751 – 1778)

Edmund Burke - A Philosophical Enquiry into the Origin of Our Ideas of the Sublime and Beautiful (1757)

Johann Joachim Winckelmann - History of the Art of Antiquity (1764)

Gotthold Ephraim Lessing - Λαοκόων ή περί των ορίων ζωγραφικής και ποίησης (1766)

Immanuel Kant - Κριτική της κριτικής σκέψης (1790).

5. Ρομαντισμός (τέλη 18ου - 19ος αι.): Δεν υπήρξε μόνο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ρεύμα, αποτέλεσε επίσης μια βαθιά θεωρητική αναθεώρηση της έννοιας της τέχνης, της φαντασίας, της φύσης και του ίδιου του δημιουργού. Κεντρικές έννοιες του, είναι οι εσωτερικότητα, εμπειρία δέους και υπέρβασης, ρομαντική ειρωνεία, φαντασία, ιδιοφυΐα, αυθεντικότητα, αποσπασματικότητα και οργανική μορφή.

Friedrich Schlegel - Athenaeum Fragments (1798–1800) & Dialogue on Poetry (1800)

Novalis - Hymns to the Night (1800)

William Wordsworth - Preface to Lyrical Ballads (1800, επεκτ. 1802)

Madame de Staël - De l’Allemagne (1813)

Samuel Taylor Coleridge - Biographia Literaria (1817)

Percy Bysshe Shelley - A Defence of Poetry (1821)

Victor Hugo - Πρόλογος στο Cromwell (1827)

6. Ρεαλισμός, Νατουραλισμός & Μαρξιστική κριτική (19ος αι. - ): Οι τρεις αυτές κατευθύνσεις - Ρεαλισμός, Νατουραλισμός και Μαρξιστική θεωρία της λογοτεχνίας -  συνδέονται στενά με τη μετάβαση της Ευρώπης στη βιομηχανική δυναμική, την άνοδο της αστικής κοινωνίας, την κρίση της μεταφυσικής και την ανάδυση νέων μορφών εξουσίας, ιδεολογίας και ιστορικής συνείδησης.

I. ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ - Η λογοτεχνία ως ιστορικά οργανωμένη αναπαράσταση της κοινωνίας

Λέων Τολστόι - Τι είναι τέχνη; (1897)

Σταντάλ - Ρακίνας και Σαίξπηρ (1823 – 1825)

Ονορέ ντε Μπαλζάκ - Πρόλογος της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» (1842)

Γκυστάβ Φλωμπέρ - Επιστολές για την τέχνη και το μυθιστόρημα (1850s–1860s)

II. ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ - Ο άνθρωπος ως βιολογικό και κοινωνικό ον

Friedrich Nietzsche - Η γέννηση της τραγωδίας (1872)

Εμίλ Ζολά – «Το Πειραματικό Μυθιστόρημα» (Le Roman expérimental, 1880)

Matthew Arnold - The Study of Poetry (1880)

III. ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - Η τέχνη ως μορφή ιδεολογίας και ιστορικής συνείδησης

Karl Marx & Friedrich Engels - The German Ideology (1846)

Antonio Gramsci - Τετράδια της Φυλακής (1929 – 1935)

Walter Benjamin - The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction (1935)

Georg Lukács - The Historical Novel (1937)

Bertolt Brecht - A Short Organum for the Theatre (1948)

Theodor W. Adorno - Aesthetic Theory (1970)  

Louis Althusser - Ideology and Ideological State Apparatuses (1970)

Raymond Williams - Marxism and Literature (1977)

Fredric Jameson - The Political Unconscious (1981)

Terry Eagleton - Literary Theory: An Introduction (1983)Bottom of Form

7. Φορμαλισμός και Μοντερνισμός (1910–1930): Από τα σημαντικότερα ρεύματα της περιόδου των αρχών του 20ού αιώνα, που φέρνουν  μια ριζική αλλαγή στον τρόπο κατανόησης της λογοτεχνίας. Παρότι δεν ταυτίζονται, συνδέονται ιστορικά και αισθητικά, καθώς και τα δύο απορρίπτουν τις παραδοσιακές μορφές αναπαράστασης και αναζητούν νέους τρόπους κατανόησης της τέχνης.

Ο Φορμαλισμός, αναπτύχθηκε περίπου μεταξύ 1915–1930 στη Ρωσία και αποτέλεσε μία από τις πρώτες συστηματικές προσπάθειες δημιουργίας «επιστημονικής» θεωρίας της λογοτεχνίας.

Viktor Shklovsky - Art as Technique (1917)

Boris Eichenbaum - The Theory of the Formal Method (1926)

Yuri Tynianov - On Literary Evolution (1927)

I.A. Richards - Practical Criticism (1929)

Ο Μοντερνισμός, είναι ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτισμικό κίνημα, που επιχείρησε να ανανεώσει ριζικά τη μορφή, τη γλώσσα και την αντίληψη, για την τέχνη και τον άνθρωπο. Είναι μια αντίδραση, προς τρεις κυρίαρχες κατευθύνσεις, την βικτωριανή παράδοση, τον ρεαλισμό και την βεβαιότητα της συνεχούς προόδου.

T. S. Eliot — Tradition and the Individual Talent (1919)

Virginia Woolf - Modern Fiction (1919)

T. S. Eliot - Η Έρημη Χώρα (The Waste Land, 1922)

James Joyce - Οδυσσέας (Ulysses, 1922)

Virginia Woolf - Ένα Δικό σου Δωμάτιο (A Room of One’s Own, 1929)

8. Νέος Κριτικισμός (1920 - 1950): Αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα ρεύματα της αγγλοαμερικανικής λογοτεχνικής θεωρίας του 20ού αιώνα και επικεντρώθηκε στην αυτονομία του λογοτεχνικού κειμένου.

I.A. Richards — Practical Criticism (1929)

W.K. Wimsatt & Monroe Beardsley - The Intentional Fallacy (1946)

Cleanth Brooks - The Well Wrought Urn (1947)

John Crowe Ransom - The New Criticism (1941)

William Empson - Seven Types of Ambiguity (1930)

9. Στρουκτουραλισμός, Σημειολογία (1950–1970): Υπήρξε ίσως το σημαντικότερο θεωρητικό παράδειγμα των ανθρωπιστικών επιστημών στα μέσα του 20ού αιώνα. Η βασική του υπόθεση είναι, ότι κάτω από την επιφάνεια των πολιτισμικών φαινομένων, υπάρχουν βαθιές δομές που οργανώνουν το νόημα. Θεμελιωτές των ιδεών θεωρούνται ο Ferdinand de Saussure - Course in General Linguistics (1916) και ο Vladimir Propp - Morphology of the Folktale (1928).

Claude Lévi-Strauss - Structural Anthropology (1958)

Roman Jakobson - Linguistics and Poetics (1960)

Tzvetan Todorov - Grammaire du Décaméron (1969)

Roland Barthes - S/Z (1970)

Gérard Genette - Narrative Discourse (1972)

Algirdas Julien Greimas - Structural Semantics (1966)

Umberto Eco - A Theory of Semiotics (1975)

10. Μεταστρουκτουραλισμός & Αποδόμηση (1960–1980): Οι δομές δεν είναι σταθερές, το νόημα δεν κλείνει ποτέ, η γλώσσα είναι ασταθής, κάθε κείμενο υπονομεύει τις ίδιες του τις βεβαιότητες και κάθε κέντρο είναι υποκειμενική κατασκευή. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά ανατροπή της έννοιας του νοήματος, της αλήθειας, της ταυτότητας, του συγγραφέα, ακόμη και του ίδιου του υποκειμένου.

Jacques Derrida - Structure, Sign and Play in the Discourse of the Human Sciences (1966)

Julia Kristeva - Word, Dialogue and Novel (1966)

Roland Barthes - The Death of the Author (1967)

Jacques Derrida - Of Grammatology (1967)

Michel Foucault - What Is an Author? (1969)

Paul de Man - Blindness and Insight (1971)

J. Hillis Miller - The Linguistic Moment (1985)

Gilles Deleuze & Félix Guattari - Capitalism and Schizophrenia (1972, 1980)

11. Θεωρίες του αναγνώστη & της πρόσληψης  (1970 – ): Εμφανίζονται δυναμικά, ως αντίδραση τόσο στον φορμαλισμό όσο και στον στρουκτουραλισμό. Η βασική τους τομή, είναι ότι το νόημα ενός λογοτεχνικού έργου, δεν θεωρείται πλέον σταθερό, εγγενές ή αποκλειστικά «κρυμμένο» μέσα στο κείμενο,· αντιθέτως, παράγεται μέσα από τη διαδικασία της ανάγνωσης.

Wolfgang Iser - The Implied Reader (1974)

Louise Rosenblatt - The Reader, the Text, the Poem (1978)

Stanley Fish - Is There a Text in This Class? (1980)

Hans Robert Jauss - Toward an Aesthetic of Reception (1982)

12. Φεμινιστική θεωρία (1970 – ): Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία, η γλώσσα και ο πολιτισμός αναπαράγουν ή αμφισβητούν τις πατριαρχικές δομές εξουσίας. Εστιάζει στην αναπαράσταση της γυναικείας προσωπικότητας, στη γυναικεία εμπειρία και φωνή, στις έμφυλες ταυτότητες, στη σχέση φύλου, εξουσίας και λόγου. Θεμελιώτρια του λογοτεχνικού ρεύματος θεωρείται η Simone de Beauvoir - Le Deuxième Sexe (1949)

Elaine Showalter - A Literature of Their Own (1977)

Hélène Cixous - The Laugh of the Medusa (1976)

Judith Butler - Gender Trouble (1990)

13. Ψυχαναλυτική κριτική (1900 - )

Sigmund Freud: α) The Interpretation of Dreams (1900)

β) Creative Writers and Day-Dreaming (1908)

Jacques Lacan - Écrits (1966)

Harold Bloom - The Anxiety of Influence (1973)

14. Μετααποικιακή θεωρία (1980 – )

Edward Said - Orientalism (1978)

Gayatri Spivak - Can the Subaltern Speak? (1988)

Homi Bhabha - The Location of Culture (1994)

15. Πολιτισμικές σπουδές & Νέος Ιστορικισμός: Βασική ιδέα, η λογοτεχνία λειτουργεί μέσα σε δίκτυα εξουσίας και πολιτισμού. Εστίαση: ιδεολογία, θεσμοί, πολιτισμική παραγωγή.

Raymond Williams - Culture and Society (1958)

Stuart Hall – Encoding / Decoding (1973)

Stephen Greenblatt - Renaissance Self-Fashioning (1980)

16. Σύγχρονες κατευθύνσεις (Τέλος 20ου – Αρχές 21ου αι.):  Στη σύγχρονη περίοδο, η λογοτεχνική κριτική στράφηκε όλο και περισσότερο προς διεπιστημονικές και παγκόσμιες προσεγγίσεις, επηρεασμένες από την τεχνολογία, την οικολογική κρίση, τις σπουδές φύλου και τις νέες μορφές πολιτισμικής ανάλυσης. Ανάμεσα στις σημαντικότερες σύγχρονες κατευθύνσεις ξεχωρίζουν οι παρακάτω:

α) Ψηφιακή ανθρωπιστική (Digital Humanities): Εφαρμόζει ψηφιακά εργαλεία, στατιστικές μεθόδους και υπολογιστική ανάλυση, μετατοπίζωντας την έμφαση από την «στενή ανάγνωση» (close reading) στη μελέτη μεγάλων σωμάτων κειμένων (big data, distant reading).

Franco Moretti - Graphs, Maps, Trees (2005)

Matthew Jockers – Macroanalysis: Digital Methods and Literary History (2013)

β) Οικοκριτική: Εξετάζει, πώς τα κείμενα αναπαριστούν τη φύση, την οικολογική κρίση, το μη ανθρώπινο στοιχείο και τη σχέση του ανθρώπου με τον πλανήτη.

Lawrence Buell - The Environmental Imagination (1995)

Timothy Morton - Ecology Without Nature (2007)

γ) Queer theory: Εξετάζει, πώς οι κοινωνίες κατασκευάζουν τις έννοιες του φύλου, της σεξουαλικότητας, της ταυτότητας και της κανονικότητας. Αμφισβητεί τις σταθερές κατηγορίες και αναδεικνύει την ρευστότητα και αποσταθεροποίηση παραδοσιακών ταυτοτήτων φύλου και επιθυμίας.

Eve Kosofsky Sedgwick - Epistemology of the Closet (1990)

Judith Butler - Bodies That Matter (1993)

δ) Θεωρία του affect  (1962 - ): Μελετά πώς τα κείμενα παράγουν και μεταδίδουν σωματικές, αισθητηριακές και συγκινησιακές εντάσεις, πριν ακόμη αυτές οργανωθούν ως συνειδητά συναισθήματα ή νοήματα. Το affect δεν ταυτίζεται με το «συναίσθημα», αναφέρεται κυρίως σε προ-γλωσσικές και σωματικές καταστάσεις, που επηρεάζουν το υποκείμενο και τη σχέση του με τον κόσμο. Συνολικά, η θεωρία του affect, μετατόπισε τη λογοτεχνική κριτική από την αποκλειστική ερμηνεία νοημάτων προς τη μελέτη της ατμόσφαιρας, της έντασης, της κατάστασης του σώματος και της συγκινησιακής εμπειρίας, που παράγει το λογοτεχνικό κείμενο. Θεμελιωτής της ιδέας: Spinoza - Ηθική (1677), όπου το affect ορίζεται ως μεταβολή της δύναμης του σώματος, να δρα και να επηρεάζεται.  

Silvan Tomkins - Affect Imagery Consciousness (1962–1992)

Gilles Deleuze και Félix Guattari - A Thousand Plateaus (1980)

Eve Kosofsky Sedgwick και Adam Frank - Shame and Its Sisters (1995)

Brian Massumi - Parables for the Virtual (2002)

Sara Ahmed - The Cultural Politics of Emotion (2004)

Sianne Ngai - Ugly Feelings (2005)

Lauren Berlant - Cruel Optimism (2011).

ε) Θεωρία της παγκόσμιας λογοτεχνίας & διαπολιτισμικής κυκλοφορίας (1978 - ): Μελετά, πώς τα λογοτεχνικά έργα, ταξιδεύουν πέρα από τα εθνικά και γλωσσικά τους όρια, μέσω μεταφράσεων, εκδόσεων, αγορών, πανεπιστημίων και πολιτισμικών δικτύων. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη λογοτεχνία ως «εθνικό» προϊόν, στη λογοτεχνία ως διεθνές σύστημα ανταλλαγών, επιρροών και αναγνώσεων. Πρόδρομος της ιδέας θεωρείται ο Goethe, ο οποίος ήδη από το 1827 μίλησε για τη Weltliteratur (παγκόσμια λογοτεχνία), υποστηρίζοντας ότι η λογοτεχνία εισέρχεται σε εποχή διεθνούς επικοινωνίας και αμοιβαίας επιρροής των πολιτισμών.

Edward Said - Orientalism (1978)

Pascale Casanova - La République mondiale des lettres (1999)

Franco Moretti - Conjectures on World Literature (2000)

David Damrosch - What Is World Literature? (2003)

Gayatri Chakravorty Spivak - Death of a Discipline (2003)

Συνολικά, οι σύγχρονες κατευθύνσεις της λογοτεχνικής κριτικής μετατόπισαν το ενδιαφέρον:

·        από το μεμονωμένο έργο στα δίκτυα και τα δεδομένα (Ψηφιακή Ανθρωπιστική),

·        από τον ανθρωποκεντρισμό στην οικολογική διασύνδεση (Οικοκριτική),

·        από τις σταθερές ταυτότητες στη ρευστότητα φύλου και επιθυμίας (Queer Theory),

·        από την αποκλειστική ερμηνεία νοημάτων στη μελέτη της ατμόσφαιρας, της έντασης, της σώματικότητας και της συγκινησιακής εμπειρίας (Θεωρία του affect),

·        από τα «εθνικά λογοτεχνικά υποδείγματα» στις διεθνείς ροές, μεταφράσεις και πολιτισμικές διασυνδέσεις των κειμένων (Θεωρία της παγκόσμιας λογοτεχνίας).

Σημείωση: Στα προηγούμενα, δεν έχουμε εντάξει τα δοκίμια, που θεωρούμε ότι αναφέρονται σε περισσότερες απο μία, ιστορικές λογοτεχνικές περιόδους και τα παρουσιάσουμε ξεχωριστά σε προηγούμενες δημοσιεύσεις μας

Erich Auerbach - Μίμησις: Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία (1946)

René Wellek - A History of Modern Criticism (1750–1950) (1955-1992, πλήρης σειρά 8 τόμων)

Northrop Frye - Ανατομία της κριτικής (1957)

Slavoj Žižek - Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας (1989) 

Μπορείτε να τα βρείτε εδώ