Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάθε βιβλίο είναι ένα τρένο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάθε βιβλίο είναι ένα τρένο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Μιά επιλογή σημαντικών δοκιμίων λογοτεχνικής κριτικής

Wassily Kandinsky. Behauptend 1926
Η ιστορία της λογοτεχνικής θεωρίας είναι ουσιαστικά η ιστορία του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι απάντησαν σε ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα: Τι είναι η λογοτεχνία; - Ποια είναι η λειτουργία της; - Πώς παράγεται το νόημα; - Ποια είναι η σχέση συγγραφέα, κειμένου και αναγνώστη; - Πώς συνδέεται η λογοτεχνία με την κοινωνία, την εξουσία και τη γλώσσα;

Η ουσιαστική κριτική δεν γεννιέται από τη «χρήση θεωρίας», αλλά από την οξύτητα της ανάγνωσης, την ιστορική παιδεία, την αισθητική ευαισθησία και την ικανότητα να ακούς τη φωνή του ίδιου του έργου. Η θεωρία είναι εργαλείο, όχι υποκατάστατο της ανάγνωσης.

Ακολουθούν επιλεγμένα δοκίμια, που εγκαινίασαν νέες μεθόδους ανάγνωσης, θεμελίωσαν σχολές σκέψης, άλλαξαν ριζικά το λεξιλόγιο της λογοτεχνικής θεωρίας, χρονολογικά, με επισήμανση της θεωρητικής τους συμβολής.

1. Αρχαιότητα (5ος αι. π.Ε – 5ος αι. μ.Χ.)

Πλάτων — Πολιτεία, Βιβλία II, III, X, (4ος αι. π.Ε)

Αριστοτέλης — Περὶ Ποιητικῆς (περ. 335 π.Ε)

Οράτιος — Ποιητική τέχνη (1ος αι. π.Ε)

Λογγίνος — Περί Ύψους (πιθανώς 1ος αι.)

2. Μεσαίωνας (5ος - 15ος αι.): Η λογοτεχνία υποτάσσεται στη θρησκεία. Παρότι, ο Μεσαίωνας χαρακτηρίζεται από αυτό, υπήρξαν λογοτεχνικά έργα και ρεύματα που απομακρύνονται - μερικώς ή και έντονα - από τη στενή θεολογική ερμηνεία του κόσμου. Η εικόνα ενός «απολύτως θρησκευτικού» Μεσαίωνα είναι κάπως απλουστευτική. Αν μιλάμε αυστηρά, για δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής με τη νεότερη έννοια -  δηλαδή θεωρητικά κείμενα, όπου ένας συγγραφέας αναλύει τη λογοτεχνία, την κοινωνία ή τον άνθρωπο με προσωπική και κριτική σκέψη - τότε ο Μεσαίωνας έχει σχετικά λίγα παραδείγματα. Ωστόσο, υπάρχουν έργα, που λειτουργούν ως φορείς εναλλακτικής αντίληψης ή έμμεσης κοινωνικής και πολιτισμικής κριτικής.

Πέτρος Αβελάρδος – Ναι και Όχι (1120 περ.)

Carmina Burana (1230 περ.)

Δάντης - Θεία Κωμωδία (1308 - 1321)

Βοκάκιος - Δεκαήμερο (1349 - 1353)

Τσώσερ - Ιστορίες του Καντέρμπουρι (1387 - 1400):

Η Βυζαντινή σάτιρα (14ος – 15ος αι )

3. Αναγέννηση & Νεοκλασικισμός (15ος - 18ος αι.): Συγκροτούν τη μεγάλη μετάβαση από τη μεσαιωνική αντίληψη της τέχνης προς μια συστηματική, ανθρωποκεντρική και κανονιστική θεωρία της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνική κριτική της περιόδου θεμελιώνεται κυρίως πάνω στην αναβίωση της αρχαιότητας (ιδίως του Αριστοτέλη και του Οράτιου), αλλά και στην προσπάθεια να οριστούν οι κανόνες της ποιητικής τέχνης, της μίμησης, της ευπρέπειας και της αισθητικής τάξης.

Julius Caesar Scaliger - Poetices Libri Septem (1561)

Lodovico Castelvetro - Poetica dAristotele vulgarizzata e sposta (1570)

Torquato Tasso - Discorsi dellarte poetica (1587)

Sir Philip Sidney - The Defence of Poesy (1595)

Nicolas Boileau - L’Art poétique (1674)

John Dryden - An Essay of Dramatic Poesy (1668)

Alexander Pope - An Essay on Criticism (1711)

Samuel Johnson - Preface to Shakespeare (1765)

4. Διαφωτισμός & Προρομαντισμός (18ος αι.):  Ο 18ος αιώνας αποτελεί μεταβατική εποχή, από την ορθολογική, καθολική και κλασικίζουσα αισθητική του Διαφωτισμού προς την έμφαση στο συναίσθημα, τη φαντασία, το «υψηλό» και την εσωτερικότητα του Προρομαντισμού. Η τέχνη παύει να θεωρείται μόνο μίμηση της φύσης και γίνεται όλο και περισσότερο έκφραση εμπειρίας, ιδιοφυΐας και υποκειμενικότητας.

Jean-Jacques Rousseau - Λόγος περί επιστημών και τεχνών (1750)

Alexander Gottlieb Baumgarten - Aesthetica (1750–1758)

Denis Diderot - Αισθητικά δοκίμια (1751 – 1778)

Edmund Burke - A Philosophical Enquiry into the Origin of Our Ideas of the Sublime and Beautiful (1757)

Johann Joachim Winckelmann - History of the Art of Antiquity (1764)

Gotthold Ephraim Lessing - Λαοκόων ή περί των ορίων ζωγραφικής και ποίησης (1766)

Immanuel Kant - Κριτική της κριτικής σκέψης (1790).

5. Ρομαντισμός (τέλη 18ου - 19ος αι.): Δεν υπήρξε μόνο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ρεύμα, αποτέλεσε επίσης μια βαθιά θεωρητική αναθεώρηση της έννοιας της τέχνης, της φαντασίας, της φύσης και του ίδιου του δημιουργού. Κεντρικές έννοιες του, είναι οι εσωτερικότητα, εμπειρία δέους και υπέρβασης, ρομαντική ειρωνεία, φαντασία, ιδιοφυΐα, αυθεντικότητα, αποσπασματικότητα και οργανική μορφή.

Friedrich Schlegel - Athenaeum Fragments (1798–1800) & Dialogue on Poetry (1800)

Novalis - Hymns to the Night (1800)

William Wordsworth - Preface to Lyrical Ballads (1800, επεκτ. 1802)

Madame de Staël - De l’Allemagne (1813)

Samuel Taylor Coleridge - Biographia Literaria (1817)

Percy Bysshe Shelley - A Defence of Poetry (1821)

Victor Hugo - Πρόλογος στο Cromwell (1827)

6. Ρεαλισμός, Νατουραλισμός & Μαρξιστική κριτική (19ος αι. - ): Οι τρεις αυτές κατευθύνσεις - Ρεαλισμός, Νατουραλισμός και Μαρξιστική θεωρία της λογοτεχνίας -  συνδέονται στενά με τη μετάβαση της Ευρώπης στη βιομηχανική δυναμική, την άνοδο της αστικής κοινωνίας, την κρίση της μεταφυσικής και την ανάδυση νέων μορφών εξουσίας, ιδεολογίας και ιστορικής συνείδησης.

I. ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ - Η λογοτεχνία ως ιστορικά οργανωμένη αναπαράσταση της κοινωνίας

Λέων Τολστόι - Τι είναι τέχνη; (1897)

Σταντάλ - Ρακίνας και Σαίξπηρ (1823 – 1825)

Ονορέ ντε Μπαλζάκ - Πρόλογος της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» (1842)

Γκυστάβ Φλωμπέρ - Επιστολές για την τέχνη και το μυθιστόρημα (1850s–1860s)

II. ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ - Ο άνθρωπος ως βιολογικό και κοινωνικό ον

Friedrich Nietzsche - Η γέννηση της τραγωδίας (1872)

Εμίλ Ζολά – «Το Πειραματικό Μυθιστόρημα» (Le Roman expérimental, 1880)

Matthew Arnold - The Study of Poetry (1880)

III. ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - Η τέχνη ως μορφή ιδεολογίας και ιστορικής συνείδησης

Karl Marx & Friedrich Engels - The German Ideology (1846)

Antonio Gramsci - Τετράδια της Φυλακής (1929 – 1935)

Walter Benjamin - The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction (1935)

Georg Lukács - The Historical Novel (1937)

Bertolt Brecht - A Short Organum for the Theatre (1948)

Theodor W. Adorno - Aesthetic Theory (1970)  

Louis Althusser - Ideology and Ideological State Apparatuses (1970)

Raymond Williams - Marxism and Literature (1977)

Fredric Jameson - The Political Unconscious (1981)

Terry Eagleton - Literary Theory: An Introduction (1983)Bottom of Form

7. Φορμαλισμός και Μοντερνισμός (1910–1930): Από τα σημαντικότερα ρεύματα της περιόδου των αρχών του 20ού αιώνα, που φέρνουν  μια ριζική αλλαγή στον τρόπο κατανόησης της λογοτεχνίας. Παρότι δεν ταυτίζονται, συνδέονται ιστορικά και αισθητικά, καθώς και τα δύο απορρίπτουν τις παραδοσιακές μορφές αναπαράστασης και αναζητούν νέους τρόπους κατανόησης της τέχνης.

Ο Φορμαλισμός, αναπτύχθηκε περίπου μεταξύ 1915–1930 στη Ρωσία και αποτέλεσε μία από τις πρώτες συστηματικές προσπάθειες δημιουργίας «επιστημονικής» θεωρίας της λογοτεχνίας.

Viktor Shklovsky - Art as Technique (1917)

Boris Eichenbaum - The Theory of the Formal Method (1926)

Yuri Tynianov - On Literary Evolution (1927)

I.A. Richards - Practical Criticism (1929)

Ο Μοντερνισμός, είναι ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτισμικό κίνημα, που επιχείρησε να ανανεώσει ριζικά τη μορφή, τη γλώσσα και την αντίληψη, για την τέχνη και τον άνθρωπο. Είναι μια αντίδραση, προς τρεις κυρίαρχες κατευθύνσεις, την βικτωριανή παράδοση, τον ρεαλισμό και την βεβαιότητα της συνεχούς προόδου.

T. S. Eliot — Tradition and the Individual Talent (1919)

Virginia Woolf - Modern Fiction (1919)

T. S. Eliot - Η Έρημη Χώρα (The Waste Land, 1922)

James Joyce - Οδυσσέας (Ulysses, 1922)

Virginia Woolf - Ένα Δικό σου Δωμάτιο (A Room of Ones Own, 1929)

8. Νέος Κριτικισμός (1920 - 1950): Αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα ρεύματα της αγγλοαμερικανικής λογοτεχνικής θεωρίας του 20ού αιώνα και επικεντρώθηκε στην αυτονομία του λογοτεχνικού κειμένου.

I.A. Richards — Practical Criticism (1929)

W.K. Wimsatt & Monroe Beardsley - The Intentional Fallacy (1946)

Cleanth Brooks - The Well Wrought Urn (1947)

John Crowe Ransom - The New Criticism (1941)

William Empson - Seven Types of Ambiguity (1930)

9. Στρουκτουραλισμός, Σημειολογία (1950–1970): Υπήρξε ίσως το σημαντικότερο θεωρητικό παράδειγμα των ανθρωπιστικών επιστημών στα μέσα του 20ού αιώνα. Η βασική του υπόθεση είναι, ότι κάτω από την επιφάνεια των πολιτισμικών φαινομένων, υπάρχουν βαθιές δομές που οργανώνουν το νόημα. Θεμελιωτές των ιδεών θεωρούνται ο Ferdinand de Saussure - Course in General Linguistics (1916) και ο Vladimir Propp - Morphology of the Folktale (1928).

Claude Lévi-Strauss - Structural Anthropology (1958)

Roman Jakobson - Linguistics and Poetics (1960)

Tzvetan Todorov - Grammaire du Décaméron (1969)

Roland Barthes - S/Z (1970)

Gérard Genette - Narrative Discourse (1972)

Algirdas Julien Greimas - Structural Semantics (1966)

Umberto Eco - A Theory of Semiotics (1975)

10. Μεταστρουκτουραλισμός & Αποδόμηση (1960–1980): Οι δομές δεν είναι σταθερές, το νόημα δεν κλείνει ποτέ, η γλώσσα είναι ασταθής, κάθε κείμενο υπονομεύει τις ίδιες του τις βεβαιότητες και κάθε κέντρο είναι υποκειμενική κατασκευή. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά ανατροπή της έννοιας του νοήματος, της αλήθειας, της ταυτότητας, του συγγραφέα, ακόμη και του ίδιου του υποκειμένου.

Jacques Derrida - Structure, Sign and Play in the Discourse of the Human Sciences (1966)

Julia Kristeva - Word, Dialogue and Novel (1966)

Roland Barthes - The Death of the Author (1967)

Jacques Derrida - Of Grammatology (1967)

Michel Foucault - What Is an Author? (1969)

Paul de Man - Blindness and Insight (1971)

J. Hillis Miller - The Linguistic Moment (1985)

Gilles Deleuze & Félix Guattari - Capitalism and Schizophrenia (1972, 1980)

11. Θεωρίες του αναγνώστη & της πρόσληψης  (1970 – ): Εμφανίζονται δυναμικά, ως αντίδραση τόσο στον φορμαλισμό όσο και στον στρουκτουραλισμό. Η βασική τους τομή, είναι ότι το νόημα ενός λογοτεχνικού έργου, δεν θεωρείται πλέον σταθερό, εγγενές ή αποκλειστικά «κρυμμένο» μέσα στο κείμενο,· αντιθέτως, παράγεται μέσα από τη διαδικασία της ανάγνωσης.

Wolfgang Iser - The Implied Reader (1974)

Louise Rosenblatt - The Reader, the Text, the Poem (1978)

Stanley Fish - Is There a Text in This Class? (1980)

Hans Robert Jauss - Toward an Aesthetic of Reception (1982)

12. Φεμινιστική θεωρία (1970 – ): Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία, η γλώσσα και ο πολιτισμός αναπαράγουν ή αμφισβητούν τις πατριαρχικές δομές εξουσίας. Εστιάζει στην αναπαράσταση της γυναικείας προσωπικότητας, στη γυναικεία εμπειρία και φωνή, στις έμφυλες ταυτότητες, στη σχέση φύλου, εξουσίας και λόγου. Θεμελιώτρια του λογοτεχνικού ρεύματος θεωρείται η Simone de Beauvoir - Le Deuxième Sexe (1949)

Elaine Showalter - A Literature of Their Own (1977)

Hélène Cixous - The Laugh of the Medusa (1976)

Judith Butler - Gender Trouble (1990)

13. Ψυχαναλυτική κριτική (1900 - )

Sigmund Freud: α) The Interpretation of Dreams (1900)

β) Creative Writers and Day-Dreaming (1908)

Jacques Lacan - Écrits (1966)

Harold Bloom - The Anxiety of Influence (1973)

14. Μετααποικιακή θεωρία (1980 – )

Edward Said - Orientalism (1978)

Gayatri Spivak - Can the Subaltern Speak? (1988)

Homi Bhabha - The Location of Culture (1994)

15. Πολιτισμικές σπουδές & Νέος Ιστορικισμός: Βασική ιδέα, η λογοτεχνία λειτουργεί μέσα σε δίκτυα εξουσίας και πολιτισμού. Εστίαση: ιδεολογία, θεσμοί, πολιτισμική παραγωγή.

Raymond Williams - Culture and Society (1958)

Stuart Hall – Encoding / Decoding (1973)

Stephen Greenblatt - Renaissance Self-Fashioning (1980)

16. Σύγχρονες κατευθύνσεις (Τέλος 20ου – Αρχές 21ου αι.):  Στη σύγχρονη περίοδο, η λογοτεχνική κριτική στράφηκε όλο και περισσότερο προς διεπιστημονικές και παγκόσμιες προσεγγίσεις, επηρεασμένες από την τεχνολογία, την οικολογική κρίση, τις σπουδές φύλου και τις νέες μορφές πολιτισμικής ανάλυσης. Ανάμεσα στις σημαντικότερες σύγχρονες κατευθύνσεις ξεχωρίζουν οι παρακάτω:

α) Ψηφιακή ανθρωπιστική (Digital Humanities): Εφαρμόζει ψηφιακά εργαλεία, στατιστικές μεθόδους και υπολογιστική ανάλυση, μετατοπίζωντας την έμφαση από την «στενή ανάγνωση» (close reading) στη μελέτη μεγάλων σωμάτων κειμένων (big data, distant reading).

Franco Moretti - Graphs, Maps, Trees (2005)

Matthew Jockers – Macroanalysis: Digital Methods and Literary History (2013)

β) Οικοκριτική: Εξετάζει, πώς τα κείμενα αναπαριστούν τη φύση, την οικολογική κρίση, το μη ανθρώπινο στοιχείο και τη σχέση του ανθρώπου με τον πλανήτη.

Lawrence Buell - The Environmental Imagination (1995)

Timothy Morton - Ecology Without Nature (2007)

γ) Queer theory: Εξετάζει, πώς οι κοινωνίες κατασκευάζουν τις έννοιες του φύλου, της σεξουαλικότητας, της ταυτότητας και της κανονικότητας. Αμφισβητεί τις σταθερές κατηγορίες και αναδεικνύει την ρευστότητα και αποσταθεροποίηση παραδοσιακών ταυτοτήτων φύλου και επιθυμίας.

Eve Kosofsky Sedgwick - Epistemology of the Closet (1990)

Judith Butler - Bodies That Matter (1993)

δ) Θεωρία του affect  (1962 - ): Μελετά πώς τα κείμενα παράγουν και μεταδίδουν σωματικές, αισθητηριακές και συγκινησιακές εντάσεις, πριν ακόμη αυτές οργανωθούν ως συνειδητά συναισθήματα ή νοήματα. Το affect δεν ταυτίζεται με το «συναίσθημα», αναφέρεται κυρίως σε προ-γλωσσικές και σωματικές καταστάσεις, που επηρεάζουν το υποκείμενο και τη σχέση του με τον κόσμο. Συνολικά, η θεωρία του affect, μετατόπισε τη λογοτεχνική κριτική από την αποκλειστική ερμηνεία νοημάτων προς τη μελέτη της ατμόσφαιρας, της έντασης, της κατάστασης του σώματος και της συγκινησιακής εμπειρίας, που παράγει το λογοτεχνικό κείμενο. Θεμελιωτής της ιδέας: Spinoza - Ηθική (1677), όπου το affect ορίζεται ως μεταβολή της δύναμης του σώματος, να δρα και να επηρεάζεται.  

Silvan Tomkins - Affect Imagery Consciousness (1962–1992)

Gilles Deleuze και Félix Guattari - A Thousand Plateaus (1980)

Eve Kosofsky Sedgwick και Adam Frank - Shame and Its Sisters (1995)

Brian Massumi - Parables for the Virtual (2002)

Sara Ahmed - The Cultural Politics of Emotion (2004)

Sianne Ngai - Ugly Feelings (2005)

Lauren Berlant - Cruel Optimism (2011).

ε) Θεωρία της παγκόσμιας λογοτεχνίας & διαπολιτισμικής κυκλοφορίας (1978 - ): Μελετά, πώς τα λογοτεχνικά έργα, ταξιδεύουν πέρα από τα εθνικά και γλωσσικά τους όρια, μέσω μεταφράσεων, εκδόσεων, αγορών, πανεπιστημίων και πολιτισμικών δικτύων. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη λογοτεχνία ως «εθνικό» προϊόν, στη λογοτεχνία ως διεθνές σύστημα ανταλλαγών, επιρροών και αναγνώσεων. Πρόδρομος της ιδέας θεωρείται ο Goethe, ο οποίος ήδη από το 1827 μίλησε για τη Weltliteratur (παγκόσμια λογοτεχνία), υποστηρίζοντας ότι η λογοτεχνία εισέρχεται σε εποχή διεθνούς επικοινωνίας και αμοιβαίας επιρροής των πολιτισμών.

Edward Said - Orientalism (1978)

Pascale Casanova - La République mondiale des lettres (1999)

Franco Moretti - Conjectures on World Literature (2000)

David Damrosch - What Is World Literature? (2003)

Gayatri Chakravorty Spivak - Death of a Discipline (2003)

Συνολικά, οι σύγχρονες κατευθύνσεις της λογοτεχνικής κριτικής μετατόπισαν το ενδιαφέρον:

·        από το μεμονωμένο έργο στα δίκτυα και τα δεδομένα (Ψηφιακή Ανθρωπιστική),

·        από τον ανθρωποκεντρισμό στην οικολογική διασύνδεση (Οικοκριτική),

·        από τις σταθερές ταυτότητες στη ρευστότητα φύλου και επιθυμίας (Queer Theory),

·        από την αποκλειστική ερμηνεία νοημάτων στη μελέτη της ατμόσφαιρας, της έντασης, της σώματικότητας και της συγκινησιακής εμπειρίας (Θεωρία του affect),

·        από τα «εθνικά λογοτεχνικά υποδείγματα» στις διεθνείς ροές, μεταφράσεις και πολιτισμικές διασυνδέσεις των κειμένων (Θεωρία της παγκόσμιας λογοτεχνίας).

Σημείωση: Στα προηγούμενα, δεν έχουμε εντάξει τα δοκίμια, που θεωρούμε ότι αναφέρονται σε περισσότερες απο μία, ιστορικές λογοτεχνικές περιόδους και τα παρουσιάσουμε ξεχωριστά σε προηγούμενες δημοσιεύσεις μας

Erich Auerbach - Μίμησις: Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία (1946)

René Wellek - A History of Modern Criticism (1750–1950) (1955-1992, πλήρης σειρά 8 τόμων)

Northrop Frye - Ανατομία της κριτικής (1957)

Slavoj Žižek - Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας (1989) 

Μπορείτε να τα βρείτε εδώ

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Τρία πιό πρόσφατα εργαλεία λογοτεχνικής κριτικής των Μπαρτ, Μπλουμ και Ζίζεκ

S/Z (Roland Barthes – 1970) Εκδόσεις Hill and Wang (1974)

Το «S/Z», είναι ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό έργο της ώριμης σκέψης του Ρολάν Μπαρτ και θεμελιώδες για τη μετάβαση από τον στρουκτουραλισμό στον μεταστρουκτουραλισμό. Η καινοτομία του, δεν βρίσκεται απλώς στο τι αναλύει, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το λογοτεχνικό κείμενο.

Η βασική ιδέα του Μπαρτ, ήταν να αναλύσει την νουβέλα «Sarrasine» του Μπαλζάκ, διασπώντας την σε μικρές ενότητες (lexia) και δείχνοντας, ότι ένα κείμενο, δεν έχει μία σταθερή σημασία, αλλά είναι πολυφωνικό και ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες. Αντί να βλέπει το κείμενο ως ενιαίο σύνολο, το αντιμετωπίζει ως ένα δίκτυο από σημασίες, που μπορούν να αναλυθούν ανεξάρτητα. Η βασική καινοτομία του είναι, ότι μετατοπίζεται από τη γραμμική ανάγνωση, σε μια πολυδιάστατη, αποσπασματική ερμηνεία.

Εισάγει ένα σύστημα πέντε «κωδίκων» που λειτουργούν ταυτόχρονα μέσα στο κείμενο, οργανώνοντας το νόημα:

Ο σημασιολογικός κώδικας, σχετίζεται με τους χαρακτήρες και τις έννοιες. Ο συμβολικός, με τις βαθύτερες αντιθέσεις (π.χ. αρσενικό / θηλυκό) Ο ερμηνευτικός, δημιουργεί μυστήριο και ερωτήματα. Ο προαιρετικός / δραστικός, αφορά την ακολουθία γεγονότων, την εξέλιξη της δράσης και ο πολιτισμικός, τις αναφορές σε πολιτισμικές καταστάσεις. Η καινοτομία του αποκαλύπτει, ότι το νόημα δεν είναι ενιαίο, αλλά παράγεται από την αλληλεπίδραση πολλαπλών συστημάτων.

Το δοκίμιο «S/Z», αμφισβητεί την ιδέα, ότι ένα κείμενο έχει μία «σωστή» ερμηνεία. Αντίθετα, υποστηρίζει, ότι το κείμενο είναι πολυφωνικό, το νόημα είναι ανοιχτό και ασταθές και η ερμηνεία είναι διαδικασία, και σίγουρα όχι αποτέλεσμα. Αποκαλύπτει μια μετατόπιση του δημιουργικού κομματιού, από το συγγραφέα στο κείμενο και στον αναγνώστη. Συνεχίζοντας τη σκέψη του Μπαρτ, για το «θάνατο του συγγραφέα», το έργο, απομακρύνει την αυθεντία του δημιουργού και εστιάζει, στο πώς λειτουργεί το κείμενο και πώς διαβάζεται.

Ο Barthes, διακρίνει τα κείμενα σε αναγνώσιμα (Readerly), που καταναλώνονται παθητικά και σεναριογραφικά (Writerly), που ωθούν τον αναγνώστη να «συν-γράψει» και να αναβαθμιστεί ο ρόλος του, από δέκτη, σε συνδημιουργό νοήματος. Το νόημα πια, δεν «ανήκει» στον συγγραφέα αλλά παράγεται στη διαδικασία ανάγνωσης (εδώ είναι πολύ κοντά στην προσέγγιση της «αυτονομίας της λογοτεχνίας» του Frye)

Η συνολική καινοτομία του «S/Z», έγκειται, στο ότι μετατρέπει την ανάγνωση σε αναλυτική αποδόμηση, προτείνει ένα πολυεπίπεδο μοντέλο νοήματος, καθιερώνει τον αναγνώστη ως ενεργό παράγοντα και ανοίγει τον δρόμο για τη μεταστρουκτουραλιστική θεωρία και τη σύγχρονη σημειωτική.

Ας δούμε ένα συγκεκριμένο, απλοποιημένο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Barthes αναλύει ένα «λέξημα» από το Sarrasine στο δοκίμιο του. Δεν πρόκειται για αυτούσια μεταφορά της διάταξης του βιβλίου, αλλά για πιστή αναπαράσταση της μεθόδου του.

«Ήταν γυναίκα με ξαφνικούς φόβους, με ιδιοτροπίες χωρίς λόγο, με ενστικτώδεις ανησυχίες…»

Κατά τον Σημασιολογικό κώδικα: Η περιγραφή συγκροτεί ένα σύνολο χαρακτηριστικών που «χτίζουν» την εικόνα της μορφής. Λέξεις όπως «φόβοι», «ιδιοτροπίες», «ανησυχίες» δημιουργούν ένα ψυχολογικό προφίλ. Παράγεται η έννοια της αστάθειας / ευθραυστότητας.

Κατά τον Συμβολικό κώδικα: Υπονοούνται αντιθέσεις λογικό vs παράλογο και έλεγχος vs παρόρμηση. Η «γυναικεία» φιγούρα συνδέεται με το απρόβλεπτο. Συχνά ο Μπαρτ  εντοπίζει βαθύτερες πολιτισμικές δυαδικότητες (π.χ. αρσενικό / θηλυκό).

Κατά τον Ερμηνευτικό κώδικα: Δημιουργούνται ερωτήματα - Γιατί έχει αυτούς τους φόβους; Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη συμπεριφορά; Εδώ η ανάλυση λειτουργεί ως μηχανισμός μυστηρίου που ωθεί την αφήγηση.

Κατά τον Δραστικό κώδικα: Η περιγραφή προετοιμάζει μελλοντικές πράξεις. Η αστάθεια υπονοεί πιθανές απρόβλεπτες ενέργειες. Ακόμη δεν έχουμε δράση, αλλά προαναγγελία δράσης.

Κατά τον Πολιτισμικό κώδικα: Η περιγραφή αντλεί από τα ιατρικά, κοινωνικά και λογοτεχνικά στερεότυπα της εποχής. Η γυναίκα παρουσιάζεται ως «υστερική» ή συναισθηματικά ασταθής. Το κείμενο ενστερνίζεται και ενεργοποιεί εξωτερικές απόψεις.

Το παράδειγμα αυτό, μας δείχνει, ότι ο Μπαρτ δεν προσπαθεί να πει «τι σημαίνει» το απόσπασμα με έναν τελικό τρόπο. Αντίθετα, αποκαλύπτει, ότι η ίδια «λεξία» είναι κόμβος πολλών νοημάτων, δείχνει ότι η ανάγνωση είναι διασταύρωση κωδίκων και μετατρέπει μια απλή περιγραφή, σε πολυεπίπεδο πεδίο ερμηνείας

Το κρίσιμο σημείο είναι, ότι μια τόσο μικρή μονάδα κειμένου, ενώ μόνη της, δεν έχει νόημα, το παράγει συνεχώς μέσω διαφορετικών συστημάτων. Αυτό είναι ακριβώς το ριζοσπαστικό στοιχείο της προσέγγισης του Μπαρτ: το κείμενο δεν «εξηγείται», αλλά διαλύεται και ανασυντίθεται, μέσα από την ανάγνωση.

Αυτή η ανάλυση, προαναγγέλλει, την ιδέα ότι η γλώσσα δεν αντανακλά την πραγματικότητα, αλλά τη διαμορφώνει.  Καταργεί την ιδέα της «μοναδικής ερμηνείας» και προωθεί τον ενεργό ρόλο του αναγνώστη. Συνδέεται με τη διάσημη θέση του Μπαρτ, για τον «θάνατο του συγγραφέα». Το κείμενο γίνεται ένα πεδίο παιχνιδιού σημασιών.

Στο μεταγενέστερο δοκίμιο Από το έργο στο κείμενο (1971), ο Μπαρτ διακρίνει το λογοτεχνικό έργο, ως κλειστό σύστημα με σταθερό νόημα, ιδιοκτησία του συγγραφέα και αισθητικό αντικείμενο και το κείμενο, ως ανοιχτό πεδίο με πολλαπλές σημασίες και διαδικασία παραγωγής του αναγνώστη. Το «κείμενο», δεν είναι αντικείμενο αλλά δραστηριότητα, παιχνίδι σημασιών, δίκτυο σχέσεων.

Όμως το 1973, στην Απόλαυση του κειμένου, στρέφεται από τη δομή, στην αισθητική και σωματική εμπειρία της ανάγνωσης. Διακρίνει: την ευχαρίστηση και την αναγνωστική άνεση (plaisir), την απόλαυση και σχεδόν αισθησιακή εμπειρία (jouissance), την ένταση, αποσταθεροποίηση και ρήξη.

Η μεγάλη καινοτομία του Μπαρτ, βρίσκεται στην αποδόμηση τεσσάρων παραδοσιακών βεβαιοτήτων της παραδοσιακής κριτικής. Το νόημα δεν το δίνει ο συγγραφέας, αλλά το παράγει ο αναγνώστης. Το κείμενο δεν έχει ενότητα, αλλά είναι παιχνίδι σημασιών και δίκτυο σχέσεων. Δεν υπάρχει σωστή ερμηνεία, αλλά πολλαπλές αναγνώσεις. Η λογοτεχνία δεν είναι αυτόνομη, αλλά  διαπλέκεται με πολιτισμικούς κώδικες. Ο πρώιμος Barthes ήταν στρουκτουραλιστής, αναζητούσε συστήματα και κώδικες. Ο ύστερος Barthes, αποσταθεροποιεί τα συστήματα, ανοίγει το νόημα, δίνει έμφαση στην επιθυμία, την ανάγνωση και τη ρευστότητα. Έτσι γίνεται γέφυρα προς τον μεταστρουκτουραλισμό.

Παραμένει σημαντικός, επειδή σχεδόν όλη η σύγχρονη θεωρία της ανάγνωσης, της διακειμενικότητας, των media, της πολιτισμικής ανάλυσης, της αποδόμησης της αυθεντίας, περνά, άμεσα ή έμμεσα, μέσα από αυτόν. Σήμερα δύσκολα μπορεί να υπάρξει σύγχρονη λογοτεχνική ή πολιτισμική κριτική χωρίς τη σκιά του.

Η αγωνία της επίδρασης. Μια θεωρία για την ποίηση (Χάρολντ Μπλουμ - 1973)

Θεωρείται μια από τις πιο πρωτότυπες και επιδραστικές θεωρίες για τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα, κυρίως επειδή επαναπροσδιορίζει ριζικά τη σχέση μεταξύ ποιητών και παράδοσης. Η βασική ιδέα που παρουσιάζει είναι, ότι οι μεγάλοι ποιητές γράφουν υπό τη σκιά των προδρόμων τους και βιώνουν μια «αγωνία επιρροής». Η καινοτομία του, έγκειται στην ιδέα, ότι η λογοτεχνική δημιουργία, δεν είναι μια ήρεμη συνέχεια ή «κληρονομιά» της παράδοσης, αλλά μια έντονα συγκρουσιακή διαδικασία. Η δημιουργία τους δεν είναι απλή συνέχεια, αλλά μια πάλη με το παρελθόν. Ο Μπλουμ, εστιάζει στην ατομικότητα του δημιουργού και αντιτίθεται σε θεωρίες, που δίνουν προτεραιότητα σε δομές ή συστήματα (π.χ. Barthes, Frye).

Εισάγει, ως εργαλεία λογοτεχνικής κριτικής τις «αναθεωρητικές αναλογίες» (revisionary ratios) και την ψυχαναλυτική διάσταση. Για τις πρώτες, ο Bloom, περιγράφει τρόπους με τους οποίους οι νεότεροι συγγραφείς «αλλοιώνουν» τους προγενέστερους. Για την δεύτερη, υποστηρίζει, ότι η σχέση σύγχρονου συγγραφέα με προγενέστερο θυμίζει σύγκρουση πατέρα – γιου (Οιδιπόδειο σχήμα).

Σύμφωνα με τον Bloom, κάθε «ισχυρός ποιητής» βιώνει μια εσωτερική αγωνία απέναντι στους προγενέστερους μεγάλους ποιητές, τους οποίους αντιλαμβάνεται ως απειλή για τη δική του πρωτοτυπία. Έτσι, η δημιουργία δεν είναι απλή μίμηση, αλλά μια μορφή «παρανάγνωσης» (misreading): ο νεότερος ποιητής ερμηνεύει σκόπιμα ή ασυνείδητα λανθασμένα τους προδρόμους του, ώστε να ανοίξει χώρο για τη δική του φωνή.

Οι έξι «αναθεωρητικές αναλογίες» του, είναι εμπνευσμένες εν μέρει από την ψυχανάλυση του Freud, και περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους οι ποιητές «αλλοιώνουν» τη σχέση τους με τους προγενέστερους: Παρέκκλιση (Clinamen) - Συμπλήρωση / αντιστροφή (Tessera) - Εκκένωση (Kenosis) - Δαιμονική ανύψωση (Daemonization) -  Άσκηση / απογύμνωση (Askesis) - Επιστροφή των νεκρών (Apophrades). Αυτές οι έννοιες αποτελούν ένα είδος «ποιητικής ψυχολογίας», όπου η επιρροή αντιμετωπίζεται ως κάτι τραυματικό αλλά και δημιουργικό.

Μια ακόμη σημαντική καινοτομία είναι η μετατόπιση της έμφασης από το κείμενο ως αυτόνομο αντικείμενο (όπως υποστήριζε ο Νέος Κριτικισμός), προς τη δυναμική σχέση μεταξύ κειμένων και δημιουργών μέσα στον χρόνο. Ο Bloom βλέπει την ιστορία της ποίησης ως μια διαδοχή «αγώνων» μεταξύ ισχυρών φωνών, σχεδόν σαν μια δραματική αφήγηση.

Τέλος, το έργο του εισάγει μια έντονα ατομοκεντρική και «ηρωική» αντίληψη για τον ποιητή, τονίζοντας την προσωπική δύναμη, την πρωτοτυπία και την ψυχική σύγκρουση ως κινητήριες δυνάμεις της τέχνης.

Συνοπτικά, η καινοτομία του βρίσκεται στη σύλληψη της επίδρασης ως σύγκρουσης και όχι ως συνέχειας, στη θεωρία της «παρανάγνωσης» ως δημιουργικής πράξης, στη χρήση ψυχαναλυτικών μοντέλων για την κατανόηση της λογοτεχνίας και στη δραματοποίηση της λογοτεχνικής ιστορίας ως πεδίο ανταγωνισμού.

Η θέση του έχει αποδυναμωθεί σε ακαδημαϊκό επίπεδο, επειδή η έμφαση στον «μεγάλο συγγραφέα» και τον κανόνα έχει δεχτεί έντονη κριτική. Ωστόσο, η ιδέα της δημιουργικής επιρροής παραμένει ισχυρή και επανεμφανίζεται σε πιο ήπιες μορφές (διακειμενικότητα)

Ας δούμε πώς εφαρμόζεται η θεωρία του Bloom σε συγκεκριμένους ποιητές:

Σέλλεϊ και Μίλτον: Ο Bloom θεωρεί ότι ο Σέλλεϊ βρίσκεται σε «αγωνία επίδρασης» απέναντι στον Μίλτον, ιδιαίτερα στο Paradise Lost. Ο Σέλλεϊ δεν τον μιμείται απλώς· αντίθετα, επιχειρεί μια παρανάγνωση. Στον Μίλτον, ο Σατανάς έχει μια αμφίσημη, σχεδόν ηρωική διάσταση. Ο Σέλλεϋ, στο Prometheus Unbound, «διορθώνει» αυτή την εικόνα: δημιουργεί έναν ήρωα, που ενσαρκώνει μια καθαρότερη, ηθικά ανώτερη επαναστατικότητα. Εδώ βλέπουμε κάτι κοντά στο Tessera: ο νεότερος ποιητής, συμπληρώνει και ταυτόχρονα ανατρέπει τον προκάτοχο, σαν να λέει «ο Μίλτον το ξεκίνησε, αλλά εγώ το ολοκληρώνω σωστά».

Τ.Σ. Έλιοτ (T. S. Eliot) και η παράδοση: Ο Έλιοτ έχει μια πιο περίπλοκη σχέση με την επιρροή, γιατί θεωρητικά υποστηρίζει την αξία της παράδοσης («Tradition and the Individual Talent»). Ωστόσο, ο Bloom θα έλεγε, ότι ο Έλιοτ δεν τιμά απλώς την παράδοση, αλλά την αναδιατάσσει. Στην Έρημη Χώρα, χρησιμοποιεί πλήθος αναφορών (Δάντης, Σαίξπηρ, Βέδες κ.λπ.), που τις ενσωματώνει σε ένα νέο, κατακερματισμένο όραμα.  Αυτό θυμίζει Clinamen (Παρέκκλιση), μια μικρή κρίσιμη «στροφή» από την παράδοση που δημιουργεί κάτι νέο.

Η έννοια της «επιστροφής των νεκρών»: Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο Bloom λέει ότι συμβαίνει κάτι σχεδόν παράδοξο. Ο νεότερος ποιητής, γίνεται τόσο ισχυρός, ώστε φαίνεται, σαν οι προγενέστεροι να «διαβάζονται» μέσα από αυτόν. Δηλαδή, αφού διαβάσεις τον Έλιοτ, μπορεί να διαβάζεις τον Δάντη, διαφορετικά. Αυτό είναι το στάδιο όπου η επίδραση αντιστρέφεται: ο «διάδοχος» μοιάζει να επηρεάζει τον «πρόγονο».

Θα μπορούσαμε να δούμε, μια εφαρμογή της θεωρίας του Bloom, σε Έλληνες ποιητές,  όχι βέβαια ως «αυστηρό σχήμα», αλλά ως ερμηνευτικό εργαλείο. Για παράδειγμα, στη σχέση του Καβάφη με την προηγούμενη ελληνική παράδοση, μεταξύ Σεφέρη και Καβάφη και μεταξύ Ελύτη και Σεφέρη ή μεταξύ Ρίτσου και παράδοσης. Αν την κάναμε, θα βλέπαμε, ότι η «αγωνία της επίδρασης» δεν είναι απαραίτητα εμφανής ως σύγκρουση, αλλά λειτουργεί υπόγεια. Οι αναφερόμενοι ποιητές, συχνά δεν «αρνούνται» τους προδρόμους τους, αλλά τους μετασχηματίζουν. Η έννοια της ελληνικότητας, γίνεται ένα πεδίο, όπου αυτή η αγωνία εκφράζεται πιο έντονα. Με άλλα λόγια, κάθε ένας από αυτούς, δεν κληρονομεί απλώς την παράδοση - την ξαναγράφει.

Σε όλα αυτά, τα παραδείγματα, βλέπουμε, ότι η επιρροή δεν είναι παθητική. Είναι μια ενεργή, συχνά ασυνείδητη στρατηγική «παραμόρφωσης». Η πρωτοτυπία γεννιέται μέσα από την σύγκρουση, όχι την απομόνωση.

Κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1989 από τις εκδόσεις Άγρα

Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας (Slavoj Žižek – 1989)

Ο Slavoj Žižek δεν έχει ένα «κλασικό» έργο λογοτεχνικής κριτικής με τη στενή έννοια. Η  συμβολή του στη λογοτεχνία, είναι διάχυτη σε φιλοσοφικά και ψυχαναλυτικά έργα. Παρ’ όλα αυτά, ένα από τα πιο κατάλληλα για την εφαρμογή του στη λογοτεχνική κριτική, είναι το «The sublime object of ideology», όπου αναπτύσσει έννοιες, που εφαρμόζονται άμεσα και στη λογοτεχνία.

Αν το έργο του Wellek οργανώνει το παρελθόν της κριτικής, το βιβλίο του Žižek επιχειρεί κάτι πιο ριζικό: να δείξει πώς λειτουργεί η ιδεολογία στο ίδιο το επίπεδο της εμπειρίας και του νοήματος. Θεωρεί, ότι η ιδεολογία δεν είναι απλώς ένα σύνολο ιδεών, που μπορούμε να δεχτούμε ή απορρίψουμε, είναι κάτι που δομεί τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Δεν «πιστεύουμε» απλώς την ιδεολογία - ζούμε μέσα σε αυτήν.

Ο Žižek συνδυάζει την Λακανική ψυχανάλυση (το Πραγματικό, το Συμβολικό, το Φαντασιακό) με το Μαρξισμό και την φιλοσοφία του Hegel. Κεντρική έννοια της ανάλυσής του, είναι το «Υψηλό Αντικείμενο» (sublime object), κάτι που οργανώνει την επιθυμία και το νόημα, χωρίς να είναι πλήρως προσβάσιμο.  

Σαν εργαλείο λογοτεχνικής ανάλυσης, το έργο του Žižek προσφέρει αρκετές γόνιμες προσεγγίσεις. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, τα λογοτεχνικά κείμενα αποκαλύπτουν τις ρωγμές της ιδεολογίας, οι αφηγήσεις δείχνουν πώς το «Πραγματικό» διαταράσσει το νόημα και οι χαρακτήρες λειτουργούν ως φορείς επιθυμίας και φαντασιακών δομών.

Η ιδεολογία πέρα από την «ψευδή συνείδηση» Ο Žižek απομακρύνεται από την απλή ιδέα ότι η ιδεολογία είναι μια ψευδαίσθηση, που «κρύβει» την πραγματικότητα. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η ιδεολογία λειτουργεί στο επίπεδο της επιθυμίας και της απόλαυσης (jouissance). Στη λογοτεχνία, αυτό σημαίνει ότι τα κείμενα δεν «αντανακλούν» ιδεολογίες, αλλά οργανώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι αναγνώστες επιθυμούν και ταυτίζονται.

Το «υψηλό αντικείμενο» Πρόκειται για ένα κεντρικό Λακανικό στοιχείο: ένα φαντασιακό σημείο που συγκρατεί την ιδεολογία, δίνοντάς της συνοχή. Στη λογοτεχνική κριτική, αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στην ανάλυση συμβόλων ή αφηγηματικών μοτίβων που λειτουργούν ως «κενά σημαίνοντα» (π.χ. το Έθνος, η Αγάπη, η Ελευθερία), γύρω από τα οποία οργανώνεται το νόημα του έργου.

Το «Πραγματικό» και τα ρήγματα του κειμένου. Ο Žižek, μέσω Λακάν, δίνει έμφαση στο «Πραγματικό» ως αυτό που αντιστέκεται στη συμβολοποίηση. Στη λογοτεχνία, αυτό οδηγεί σε αναγνώσεις που εστιάζουν σε ασυνέχειες, αντιφάσεις ή «παραφωνίες» του κειμένου - σημεία όπου η ιδεολογία αποτυγχάνει να καλύψει πλήρως την πραγματικότητα.

Η απόλαυση του αναγνώστη και η ιδεολογική εμπλοκή. Ο Žižek δείχνει ότι η ιδεολογία λειτουργεί επειδή προσφέρει απόλαυση. Έτσι, η λογοτεχνική κριτική δεν περιορίζεται στο «τι λέει» ένα έργο, αλλά εξετάζει γιατί μας γοητεύει, ακόμα και όταν αναπαράγει προβληματικές ιδεολογίες.

Διακειμενικότητα και λαϊκή  κουλτούρα. Ο Žižek χρησιμοποιεί συχνά παραδείγματα από τον κινηματογράφο και τη μαζική κουλτούρα. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για πιο «ανοιχτές» μορφές λογοτεχνικής κριτικής, όπου το υψηλό και το λαϊκό συνδιαλέγονται

Το βιβλίο επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη θεωρία, επανέφερε την έννοια της ιδεολογίας σε πιο σύνθετη μορφή και προσέφερε εργαλεία για την ανάλυση, όχι μόνο λογοτεχνίας αλλά και γενικότερα της κυρίαρχης κουλτούρας. Κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006 από τις εκδόσεις Scripta

Αν θέλετε, διαβάστε και αυτό