Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάϊσμιθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάϊσμιθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

1964: Από τον Μπέλοου στον Αξελό και απο τη Ντυράς στη Χάισμιθ με μια στάση στον Σαρτρ

Χέρτσογκ (Σολ Μπέλοου) Παρακολουθεί πέντε ημέρες τη ζωή του καθηγητή πολιτιστικής ιστορίας Mores Herzog, ο οποίος στα 47 του χρόνια περνά κρίση μέσης ηλικίας και εξάντληση μετά το διαζύγιο από τη δεύτερη άπιστη σύζυγό του. Έχει δύο παιδιά, ένα από κάθε σύζυγο, και έχει σχέση με τη Ραμόνα, αλλά ξεφεύγει και από αυτή τη δέσμευση. Ο Χέρτσογκ ξοδεύει μεγάλο μέρος του χρόνου του τόσο σε έντονο και συχνά ξεκαρδιστικό διανοητικό στοχασμό γράφοντας γράμματα που δεν στέλνει ποτέ. Αυτές οι επιστολές απευθύνονται σε φίλους, μέλη της οικογένειας και διάσημες προσωπικότητες, συμπεριλαμβανομένων ιστορικών παραληπτών που έχουν πεθάνει ή τους οποίους δεν γνώρισε ποτέ. Το κοινό νήμα είναι ότι ο Χέρτσογκ εκφράζει πάντα την απογοήτευσή του, είτε τη δική του για τις αποτυχίες των άλλων ή τα λόγια τους, είτε ζητά συγγνώμη για τον τρόπο που απογοήτευσε τους άλλους....

Είναι ένα επιτυχημένο πείραμα στη μορφή του "μονολόγου της συνείδησης". Ωστόσο, σε αντίθεση με τους υπερ-προσαρμοσμένους μονόλογους του Τζόυς, ο  Bellow τον ελέγχει και τον δομεί μέσα από τα γράμματα που γράφει (και ποτέ δεν στέλνει) ο πρωταγωνιστής του. Αυτή η τεχνική δημιουργεί μια μοναδική νοητική αφήγηση, γεμάτη ειρωνεία, πικρία, χιούμορ και βαθιό φιλοσοφικό προβληματισμό. Η γλώσσα του είναι πλούσια, εύγλωττη και συνδυάζει την καθομιλουμένη με το διανοητικό ύφος. Εξετάζει βαθιά θέματα: την κρίση της μέσης ηλικίας, την αποξένωση, την αποτυχία στις προσωπικές σχέσεις, τον ρόλο του διανοούμενου στον σύγχρονο κόσμο, την ηθική, την ιουδαϊκή ταυτότητα και την αναζήτηση νοήματος. Ο Χέρτσογκ είναι ο απόλυτος αντι-ήρωας της εποχής, και ο αγώνας του είναι κοινός.

Θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της Αμερικανικής λογοτεχνίας της μεταπολεμικής εποχής. Εμπέδωσε τη θέση του Μπέλοου ως κεντρική μορφή του 20ού αιώνα και βοήθησε να επικρατήσει η τάση του ψυχολογικού ρεαλισμού που διερευνά τον σύγχρονο, αστικοποιημένο άνθρωπο στην κρίση της ταυτότητάς του. Παραμένει ένα από τα πιο διαβασμένα και αναφερόμενα αμερικανικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Συνεχίζει να εκδίδεται και να μελετάται σε πανεπιστημιακά προγράμματα σε όλο τον κόσμο, αποτελώντας βασικό σημείο αναφοράς για την κατανόηση της αμερικανικής κοινωνίας και λογοτεχνίας της δεκαετίας του '60.

Το μακρύ ταξίδι στη μοναξιά της Λόλα Στάιν (Μαργκερίτ  Ντυράς) Η Λόλα είναι μια γυναίκα γύρω στα τριάντα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια αστική οικογένεια και είναι αρραβωνιασμένη με τον Michael. Ωστόσο, σε ένα χορό σε ενα παραθαλάσσιο θέρετρο, ο Michael την αφήνει για την Anne-Marie, μια μεγαλύτερη γυναίκα. Μετά από μια δύσκολη ανάρρωση από αυτό το σοκ που τη σημαδεύει για το υπόλοιπο της ζωής της, η Λόλα παντρεύεται τον Τζον, έναν μουσικό που συναντά σε μια από τις καθημερινές της βόλτες...

Η Duras εδώ φτάνει στην κορυφή της πειραματικής της γραφής. Το έργο είναι μια υπερ-αφηγηματική περιγραφή, όπου η πλοκή (η εγκατάλειψη της Λόλα από τον αγαπημένο) λειτουργεί μόνο ως πρόσχημα. Το πραγματικό θέμα είναι η απουσία, η λήθη, η μοναξιά και η αδυναμία της γλώσσας να αποτυπώσει πλήρως την εμπειρία. Η γλώσσα είναι υπεραπλή, υπνωτική και επαναλαμβανόμενη, μιμείται τη διαδικασία της μνήμης και της ψυχολογικής τραυματικής εμπειρίας. Είναι ένα τεράστιο βήμα προς τον "Νέο Μυθιστόρημα" και τη μετα-μοντέρνα αφήγηση. Εξερευνά τα βάθη της ψυχολογικής κατάρρευσης, τη φύση της μνήμης και της λήθης, την επιθυμία που προκύπτει από την απώλεια, και την ασάφεια της ταυτότητας. Η Λόλα Στάιν γίνεται το σύμβολο του απρόσιτου, του απωθημένου και του ουσιαστικά αγνώστου.

Το βιβλίο είναι πιθανότατα το πιο επιδραστικό της Ντυράς και ένα από τα σημαντικότερα της γαλλικής λογοτεχνίας της περιόδου. Επηρέασε βαθιά τη φεμινιστική θεωρία (ιδιαίτερα το Ζακ Λακάν, που του αφιέρωσε ένα σεμινάριο) και τον τρόπο που η λογοτεχνία μπορεί να μιλήσει για την γυναικεία υποκειμενικότητα, την επιθυμία και το τραύμα. Επέκτεινε τα όρια του τι μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα.

Παραμένει μια απαραίτητη ανάγνωση για οποιονδήποτε μελετά τη Marguerite Duras, το Γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα ή τη σχέση λογοτεχνίας και ψυχαναλυτικής θεωρίας. Η επιρροή του είναι πιο ευδιάκριτη σε ακαδημαϊκούς και θεωρητικούς κύκλους, αλλά είναι θεμελιώδες για την κατανόηση της εξέλιξης του μυθιστορήματος.

Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου (Πατρίτσια Χάισμιθ) Ίσως μόνο η ευφυΐα της Χάισμιθ να μπορούσε να αντιληφθεί ότι το μυστηριακό σκοτάδι της Κνωσού συνιστά το ιδανικό περιβάλλον για φόνο. Από κει πήρε την ιδέα και έστησε ένα από τα πιο ακριβή της μυθιστορήματα. Το φονικό έχει επίκεντρο τα ξενοδοχεία ¨Κινγκ Πάλας¨ και ¨Μεγάλη Βρετανία¨, καταγράφοντας ανάγλυφα την εικόνα της Αθήνας τη δεκαετία του '60, αλλά σύντομα μεταφέρεται στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στα Χανιά, στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο και στο ανάκτορο της Κνωσού. Έχοντας φύγει από τις ΗΠΑ, όπου κινδυνεύει να φυλακιστεί για απάτες, ο Τσέστερ ΜακΦάρλαντ φτάνει στην Ελλάδα μαζί με τη νεαρή γοητευτική γυναίκα του Κολέτ. Και οι δυο προσπαθούν να δώσουν την εντύπωση αθώων τουριστών στην Αθήνα μέχρι τη μέρα που πάνω στον πανικό του ο Τσέστερ σκοτώνει, άθελά του, έναν ιδιαίτερα περίεργο αστυνομικό επιθεωρητή. Από κει ξεκινά ένα παράξενο κυνηγητό που οδηγεί το ζευγάρι στην Κρήτη, την οποία μεταφέρει άκρως παραστατικά, με τις απαραίτητες δόσεις μυστηρίου, η κατεξοχήν συγγραφέας του ανθρώπινου βάθους.

Είναι αδιαμφισβήτητα ένα αριστούργημα του ψυχολογικού θρίλερ, στο οποίο η συγγραφέας έχει τεράστια συμβολή. Ωστόσο, η λογοτεχνική της αξία συχνά υποτιμάται λόγω του "λαϊκού" της είδους. Παρόλο που είναι καινοτόμο και επιδραστικό, τα κριτήρια της θεματικής εμβάθυνσης και της επιρροής του περιορίζονται (ίσως άδικα) μόνο στο είδος του ψυχολογικού θρίλερ.

Οι λέξεις (Ζαν-Πωλ Σαρτρ) Πρόκειται για ένα σημαντικό αυτοβιογραφικό έργο, μια δριμεία αυτό-ψυχανάλυση και μια μεταστροφή  από το λογοτεχνικό είδος του νεαρού Σαρτρ. Το θεματικό του βάθος είναι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, από πλευράς καινοτομίας στη φόρμα και τη γλώσσα, δεν είναι τόσο πειραματικό. Η επιρροή του είναι μεγάλη, αλλά περισσότερο στο πλαίσιο της φιλοσοφίας και της αυτοβιογραφίας παρά στη μυθιστορηματική τέχνη. Πρωτοκυκλοφόρησε στη χώρα μας το 1965 από τις εκδόσεις Αρσενίδης, σε μετάφραση Κώστα Σταματίου.

Προς τη πλανητική σκέψη (Κώστας Αξελός) Λειτουργεί ως ποιητική εισαγωγή σε μια νέα κοσμοθεώρηση. Αναζητά μια σκέψη «πλανητική», δηλαδή ανοιχτή, περιπλανώμενη, ικανή να υπερβεί τα όρια των εθνικών, επιστημονικών και φιλοσοφικών παραδόσεων. Η λογοτεχνική του αξία βρίσκεται στην ατμόσφαιρα περιπλάνησης που δημιουργεί: η γλώσσα είναι ρυθμική, γεμάτη εικόνες, μεταφορές και υπαινιγμούς. Το κείμενο μοιάζει με ποιητικό ταξίδι στο οποίο ο αναγνώστης συμμετέχει όχι για να φτάσει σε μια τελική αλήθεια, αλλά για να βιώσει την ανοιχτότητα της σκέψης. Είναι ένα κείμενο με ύφος που ακροβατεί ανάμεσα στη φιλοσοφία και την ποιητική πρόζα. Η ίδια η έννοια της «πλανητικής σκέψης» δεν περιορίζεται σε μια κατηγορία ή σε έναν ορισμό. Παρουσιάζεται σαν ένα ανοιχτό ταξίδι, σαν μια περιπλάνηση που έχει τον ρυθμό και την ελευθερία ενός ποιήματος.

«Πλανητική σκέψη εννοώ μια σκέψη που παίρνει τη σκυτάλη από την ευρωπαϊκή και σύγχρονη σκέψη και που απλώνεται σε όλη την υδρόγειο σφαίρα, δηλαδή στον πλανήτη Γη. Η πλανητική σκέψη, κι αυτός είναι ο νεωτερισμός της, δεν είναι πλέον μια σκέψη της αλήθειας αλλά μια σκέψη της περιπλάνησης. Καθώς, ελληνικά, πλανήτης σημαίνει πλάνης αστήρ, η μοίρα του δικού μας περιπλανώμενου άστρου είναι να ριχτούμε σε ένα δρόμο όπου όλες οι αλήθειες εμφανίζονται ως θριαμβικές μορφές της περιπλάνησης»

Η πλανητική σκέψη δεν επιδιώκει μεταφυσική αλήθεια αλλά αναγνωρίζει την ενότητα μέσα από την περιπλάνηση – μια ενότητα σπασμένη και ρευστή. Κατορθώνει να μεταμορφώσει τη φιλοσοφική αναζήτηση σε μια αναγνωστική εμπειρία. Ο λόγος του είναι ρυθμικός, συχνά διακεκομμένος, με εικόνες που αναδύονται από το κείμενο όπως αναδύονται από τη θάλασσα νησιά: ο κόσμος γίνεται σκηνή, η σκέψη περιπλανώμενος παίκτης, το ανθρώπινο ον ταξιδιώτης που βαδίζει προς έναν ατέρμονο ορίζοντα. Δεν υπάρχει τελικός προορισμός, αλλά μια συνεχής διαδικασία ανοίγματος και αυτή η διαδικασία παρουσιάζεται με μια γλώσσα που περισσότερο θυμίζει λογοτεχνικό στοχασμό παρά φιλοσοφικό επιχείρημα.

Επίσης κάνει χρήση «ποιητικών μεταφορών» για να αποδοθούν οι πιο αφηρημένες έννοιες. Μιλά για τον κόσμο και την ιστορία όχι σαν αντικείμενα μελέτης, αλλά σαν πλάσματα που ανασαίνουν, σαν  τοπία που ανοίγονται μπροστά στον αναγνώστη. Ο πλανήτης είναι ο ήρωας. Οι προτάσεις εκτείνονται σαν πανοραμικά πλάνα, οι λέξεις «γη», «αέρας», «παιγνίδι» λειτουργούν σαν πρόσωπα. Το κείμενο διαβάζεται σαν μια επιστολή που γράφεται από τον κόσμο προς τον εαυτό του. Συνολικά, είναι ένα ποίημα - σάρκα όπου οι έννοιες γίνονται σώματα και οι σώματα γίνονται ρυθμοί. Ο Αξελός δημιουργεί ένα είδος «φιλοσοφικής πεζογραφίας» που διαβάζεται σαν ρομαντική νουβέλα χωρίς πλοκή – μόνο με την κίνηση της σκέψης.

Η εμπειρία της ανάγνωσης είναι αισθητικά συγκινητική, διότι οι φράσεις δεν απευθύνονται μόνο στη λογική, αλλά και στη φαντασία και το συναίσθημα. Ο αναγνώστης νιώθει ότι καλείται να ακολουθήσει τον συγγραφέα σε μια περιπλάνηση που δεν έχει σαφή βήματα, αλλά κινείται με τον ρυθμό της ανακάλυψης. Κάθε σελίδα μοιάζει με πρόσκληση σε διάλογο: όχι φιλοσοφικό με την κλασική έννοια, αλλά μια μορφή συνομιλίας που θυμίζει στοχαστική ποίηση. Πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1996 από τις εκδόσεις Εστία

Σημείωση: Φτάσαμε αισίως στη παρουσίαση 603 λογοτεχνικών τίτλων απο τη βαθειά αρχαιότητα μέχρι το 1964. Μπορείται να τα βρείτε όλα στις ετικέτες ¨Κάθε βιβλίο είναι ένα τρένο΄και ΄Προτάσεις ανάγνωσης¨. 

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

1950: Από το τρένο της Χαισμιθ στον πλανήτη Άρη του Μπραντμπερι

Belmond train
Ξένοι στο τρένο (Πατρίσια Χάισμιθ - 1950) Ο Γκάι Χέινς, αρχιτέκτονας με ήσυχη ζωή, συναντά τυχαία στο τρένο τον Τσαρλς Μπράνο, έναν γοητευτικό πλην διαταραγμένο νεαρό που του προτείνει ένα «τέλειο σύμφωνο»: ο καθένας θα δολοφονήσει το πρόσωπο που ο άλλος θέλει να εξαφανίσει, χωρίς κίνητρο για τους αστυνομικούς. Ο Γκάι αρνείται, αλλά ο Μπράνο εκτελεί τη δική του δουλειά και πιέζει αμείλικτα τον Γκάι να τηρήσει τη συμφωνία. Από εκείνη τη στιγμή, ο Γκάι βυθίζεται σε έναν λαβύρινθο ενοχής και παρακολούθησης, όπου τα όρια θύτη και θύματος θολώνουν, ώσπου η συνάντηση των δύο ανδρών οδηγεί σε ένα φινάλε που ανατρέπει τις έννοιες δικαιοσύνης και ταυτότητας. Το βιβλίο καθιέρωσε την συγγραφέα ως ηθογράφο του ψυχολογικού θρίλερ. Η τεχνική της διπλής εστίασης (Γκάι / Μπράνο) και το αργό ξεδίπλωμα της ενοχής προετοιμάζουν το έδαφος για το «δίδυμο» που θα γίνει σήμα-κατατεθέν της: ο αθώος που σταδιακά μοιάζει με τον ένοχο. Το κύριο μήνυμα είναι ότι η ενοχή είναι πιο ισχυρή από την ίδια την πράξη, όταν κάποιος φαντασιώνεται ή επιτρέπει το έγκλημα, το μυαλό του γίνεται πια κοινωνός του. Η «συμφωνία» των δύο ανδρών αποκαλύπτει πως η ηθική διαχωριστική γραμμή είναι ρευστή: ο «αθώος» Γκάι και ο «ένοχος» Μπράνο είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος της βίας. Οι γυναικείοι χαρακτήρες του έργου είναι δευτερεύοντες και λειτουργούν κυρίως ως «αντικείμενα» του συμφώνου και ως καταλύτες της πλοκής, όχι ως πλήρως ανεπτυγμένα πρόσωπα. Η Μίριαμ Χέινς είναι η άπιστη σύζυγος του Γκάι, η οποία τον ωθεί (έμμεσα) να επιθυμεί το διαζύγιο και ο Μπράνο προσφέρεται να τη σκοτώσει. Η Άνν Μπράνο είναι η πατροκτόνα μητέρα του Τσαρλς, που ο Μπράνο θέλει να εξαφανίσει. Και οι δύο εμφανίζονται λίγο και κυρίως μέσα από τις ανδρικές ματιές, δεν έχουν δικό τους αφηγηματικό βάρος. Συνεπώς, το έργο παραμένει ουσιαστικά μια ανδροκεντρική μελέτη ενοχής. Τελικά, το μυθιστόρημα προειδοποιεί ότι ο φόβος της τιμωρίας δεν προέρχεται από το δικαστήριο, αλλά από τον καθρέφτη. Η γραφή είναι λιτή, σχεδόν ψυχρή, αλλά το αποτέλεσμα είναι μια ατμόσφαιρα κλειστοφοβικής παρακμής. Συμβολικά, το τρένο είναι ο κόσμος σε κίνηση όπου οι ταυτότητες γίνονται αναλώσιμα εισιτήρια.

Μια πόλη σαν την Αλίκη (Νέβιλ Σουτ – 1950) Η Ζαν, νεαρή Αυστραλή γραμματέας, πιάνεται αιχμάλωτη από τους Ιάπωνες κατά την κατάρρευση της Σιγκαπούρης το 1942. Μαζί με ομάδα Αγγλίδων γυναικών διασχίζει τη Μαλαισία πεζή, ενώ ο Τζο, Αυστραλός όμηρος, τις βοηθά, κλέβει ένα φορτηγό για να τις ταΐσει και καταδικάζεται σε θάνατο. Η Ζαν επιβιώνει, επιστρέφει στην Αυστραλία και, με τα χρήματα μιας κληρονομιάς, αποφασίζει να χτίσει ένα «υποδειγματικό χωριό» δημιουργώντας ένα αντίγραφο των «μια πόλη σαν τα Alice Springs», δημιουργώντας επιχειρήσεις και δουλειές για να δώσει νέες ευκαιρίες στις γυναίκες που ήταν μαζί στη Μαλαισία. τη συνόδεψαν. Η αφήγηση κλείνει με την επανένωση Ζαν–Τζο, όπου η αγάπη και η ανοικοδόμηση συμβολίζουν τη μεταπολεμική αναγέννηση. Ο Σουτ στα πλαίσια του μεταπολεμικού ρεαλισμού, βασιζόμενος σε πραγματικά γεγονότα χρησιμοποιεί απλή, λιτή πρόζα για να αποδώσει την ανθρώπινη αντοχή και τη θέληση για επιβίωση. Φτιάχνει μια γυναικεία ηρωίδα τη  Ζαν που είναι μία από τις πρώτες «δυναμικές» γυναίκες της λογοτεχνίας του ’50 – μάνατζερ, μηχανικός, ευεργέτης. Στέλνει αντί-αποικιοκρατικό μήνυμα: καταγγέλλει τη βαρβαρότητα της ιαπωνικής κατοχής αλλά αποφεύγει τον ρατσισμό, προβάλλοντας την αλληλεπίδραση και τη συνεργασία των λαών της Κοινοπολιτείας. Συμβολικά μετατρέπει μια μικρή και απομονωμένη πόλη της ερήμου της ενδοχώρας της Αυστραλίας σε ορόσημο για μια κοινότητα ελπίδας – μικρογραφία του ονείρου «η αποικία που γίνεται πατρίδα». Το κύριο μήνυμα που αποδίδει η αφήγηση είναι ότι η πραγματική ελευθερία και η αναγέννηση δεν προκύπτουν από θαύματα ή «σωτήρες», αλλά από την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αφοσίωση, την αυτοθυσία και την πρωτοβουλία των απλών ανθρώπων. Η Ζαν δεν περιμένει τον «ανώτερο» να σώσει τις συντρόφους της, μετατρέπει τον πόνο της σε κοινωνικό κεφάλαιο και χτίζει μια κοινότητα όπου οι γυναίκες δεν είναι πλέον θύματα, αλλά συν-δημιουργοί. Έτσι, το βιβλίο διατρανώνει ότι η μεταπολεμική εποχή μπορεί να γεννήσει νέες πατρίδες όταν οι άνθρωποι επιλέγουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους αντί να διαιρούνται από το παρελθόν. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 1982 από τις εκδόσεις Κέδρος.

J.Vermeer_Lady_at_the_Virginal_with Gentleman_The_Music_Lesson-GoogleArtProject
Η Οικογένεια Μόσκατ (Ισαάκ Σίνγκερ - 1950). Το μυθιστόρημα ξετυλίγεται από το 1911 ως το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και παρακολουθεί την πολυμελή, πλούσια οικογένεια Μόσκατ στη Βαρσοβία. Ο γηραιός πατριάρχης Ρεμπ και «βασιλιάς» της κοινότητας, επιχειρεί να διατηρήσει άθικτη την παράδοση, αλλά τα παιδιά και τα εγγόνια του διασκορπίζονται σε διάφορες ιδεολογίες: ο διανοούμενος Άσα παλεύει ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τον έρωτα για την Άντελ, μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε γάμο συμφέροντος. Παράλληλα, η κόρη Ζόσια αγκαλιάζει τον κομμουνισμό, ο γιος Νόχουμ γίνεται στυγνός καπιταλιστής, ενώ οι ανιψιοί στρέφονται στον σιωνισμό ή στην άθεη αμφισβήτηση. Η πόλη μεταμορφώνεται: τραμ, αναρχικές διαδηλώσεις, φασιστικές συμμορίες, και πάνω από όλα το σύννεφο του Ολοκαυτώματος. Το έργο κλείνει με τον Άσα να φεύγει για το Παρίσι, αφήνοντας πίσω μια Βαρσοβία που καταρρέει μαζί με την παλιά πίστη. Είναι η τελευταία ζωντανή πινακοθήκη της εβραϊκής Ανατολικής Ευρώπης πριν από τη γενοκτονία. Έχει πολυφωνία με διάφορους θεσμούς, ιδρύματα, γλώσσες (γίντις, πολωνικά, γερμανικά), ιδεολογίες, όλα συνομιλούν μέσα από μια γραφή που κινείται από το χιούμορ του Γκόγκολ ως το δράμα του Ντοστογιέφσκι. Η οικογένεια Μόσκατ είναι ο «παλιός κόσμος» που δεν μπορεί να προσαρμοστεί, η διάλυσή της προεικονίζει τη διάλυση της εβραϊκής Ευρώπης. Ο Σίνγκερ θέτει το αιώνιο φιλοσοφικό ερώτημα της ελεύθερης βούλησης μέσα σε ένα σύμπαν όπου ο Θεός και η ιστορία φαίνεται να συμπλέκονται. Το κύριο μήνυμα του έργου είναι ότι η οικογένεια, η πίστη και η πόλη δεν είναι στατικά καταφύγια, όταν οι άνθρωποι αρνούνται να αλλάξουν, τα καταφύγια γίνονται φυλακές. Η διάλυση της οικογένειας Μόσκατ είναι προάγγελος της καταστροφής που περιμένει όσους μένουν κολλημένοι στο παρελθόν. Στην Ελλάδα εκδόθηκε το 1992 από τις εκδόσεις Άγρα.

By unknown
Τα χρονικά του Άρη (Ρέι Μπράντμπερι – 1950)  Τα γεγονότα στο χρονικό περιλαμβάνουν την αποκαλυπτική καταστροφή των αρειανών και ανθρώπινων πολιτισμών, που υποκινήθηκαν από τους ανθρώπους, αν και δεν υπάρχουν ιστορίες με σκηνικά για τις καταστροφές. Δεν είναι μυθιστόρημα με κλασική πλοκή, αλλά «κύκλος» είκοσι-έξι διηγημάτων - επεισοδίων που καλύπτουν μια χρονολογική περίοδο. Μεταξύ τους υπάρχουν χρονολογικές γέφυρες, επανεμφανιζόμενα πρόσωπα και μια υποβόσκουσα αφήγηση που προχωρά από την πρώτη ανίχνευση του Άρη ως την τελική εγκατάλειψη της Γης και την αναγέννηση του κόκκινου πλανήτη. Οι πρώτοι γήινοι εξερευνητές φέρνουν μαζί μικρόβια, θρησκείες και εμπορικά καταστήματα, αναπαράγοντας το «Δυτικό Φανταστικό» της Αμερικής του 19ου αιώνα. Οι Αρειανοί εξοντώνονται από ιούς, αλλά και από την ανθρώπινη αλαζονεία, η ιστορία αποικιοκρατίας και κυκλικής βίας επαναλαμβάνεται, αυτή τη φορά με Αρειανούς «ιθαγενείς» και γήινους «αποίκους». Οι πύραυλοι και τα ρομπότ προσφέρουν άπειρες δυνατότητες, όμως οι άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι στον εαυτό τους και στη διαστημική μοναξιά. Στο διήγημα «Υπάρχει άνεμος στον Άρη», οι αστροναύτες καταλήγουν να κλαίνε μπροστά σε ένα ραδιόφωνο που παίζει τζαζ, ενώ τα σώματα των νεκρών Αρειανών ταξιδεύουν στον κόκκινο ορίζοντα. Η διήγηση του Μπράντμπερι είναι ποιητική και μελαγχολική: χρησιμοποιεί επαναλήψεις, οπτικές εικόνες και λυρικές παύσεις ώστε ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι διαβάζει «ιερά βιβλία» ενός πολιτισμού που δεν υπάρχει πια. μεταξύ των χαρακτηριστικών επεισοδίων: Όταν ο πύραυλος απογειώνεται από το Καναβεράλ, ο χειμώνας γίνεται καλοκαίρι – μεταφορά για την προσμονή της ελπίδας. Στο «Usher II»: ο παραλογοτέχνης Στάρτον ανασταίνει το «Πτώμα του Έντγκαρ Άλαν Πόε» για να εκδικηθεί την λογοκρισία των γήινων αποίκων. Το αυτόματο έξυπνο σπίτι συνεχίζει να λειτουργεί μετά την πυρηνική καταστροφή της Γης, αφήνοντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί ποιος είναι ο πραγματικός «ιδιοκτήτης» της τεχνολογίας. Στο «Πικνικ», μια οικογένεια προσγειώνεται στον Άρη ως οι τελευταίοι γήινοι και αντικρίζει τον εαυτό της σαν «Αρειανούς» – κλείσιμο του κύκλου. Το βιβλίο λειτουργεί ως «ιστορικός χάρτης» της ψυχρής εποχής του πυραύλου και τω νέων τεχνολογιών, αλλά και ως ποίημα της εγκατάλειψης. Ο Μπράντμπερι δεν ενδιαφέρεται για την επιστημονική ακρίβεια, αλλά για τη συναισθηματική ακρίβεια: ο Άρης είναι ο καθρέφτης της Αμερικής του 1950, όπου η πρόοδος συνοδεύεται από μια βαθιά νοσταλγία για τη χαμένη ανθρωπιά. Στο μήνυμα του έργου συμπλέκονται οι ιδέες ότι κάθε αποίκηση είναι επανάληψη, κάθε τεχνολογικό θαύμα είναι ταυτόχρονα επιτάφιος. Μόνος τρόπος να γλιτώσουμε τον κύκλο είναι να εκτιμήσουμε τη σιωπή των «άλλων» πριν χρησιμοποιήσουμε οποιαδήποτε τεχνολογία.

Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα (Κλάιβ Σ.Λιούις – 1950) Ο Λιούις αν και χριστιανός φιλόσοφος είχε ένα εκπληκτικά έντονο μάτι για τις σκοτεινές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής, την αμαρτία, τον θυμό και τον πειρασμό. Οι αναγνώστες οποιασδήποτε ή και καμιάς πίστης θα νιώσουν την τεράστια δύναμη της ακαταμάχητης, μεταφορικής αίσθησης του απρόσμενου (ή θαύματος για όσους πιστεύουν).  Λονδίνο, 1940. Τα τέσσερα αδέλφια Πένσι (Πίτερ, Σούζαν, Έντμουντ, Λούσι) εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα και στέλνονται στην εξοχή για να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς. Στο παλιό αρχοντικό του καθηγητή Κίρκε, η Λούσι ανακαλύπτει μια τεράστια ξύλινη ντουλάπα που οδηγεί στο μαγικό βασίλειο της Νάρνια, έναν τόπο αιώνιου χειμώνα, όπου τα ζώα μιλούν και η κακή Λευκή Μάγισσα κρατά τον θρόνο με σιδηρά παγωμένη πυγμή. Με τη βοήθεια του καλού λιονταριού Άσλαν, οι Πένσι καλούνται να εκπληρώσουν μια αρχαία προφητεία: να σώσουν τη Νάρνια και να σπάσουν το ξόρκι της αιώνιας παγωνιάς. Ο Έντμουντ, δελεασμένος από τη Μάγισσα με τουρκικά λουκούμια, προδίδει τα αδέλφια του, αλλά η θυσία του Άσλαν – που πεθαίνει και ανασταίνεται – τον φέρνει πίσω στην οδό της λύτρωσης. Τελικά, τα παιδιά στέφονται βασιλιάδες και βασίλισσες της Νάρνια, ενώ, όταν επιστρέφουν στη Γη, διαπιστώνουν ότι όλη η περιπέτεια διήρκεσε μόνο λίγα λεπτά του ανθρώπινου χρόνου. Το μυθιστόρημα συνδυάζει φαντασία, χριστιανική αλληγορία και πολεμικό ρεαλισμό.  Ο Άσλαν ενσαρκώνει τη θυσία και την ανάσταση του Χριστού, ενώ η μάχη καλού-κακού αντικατοπτρίζει τη χριστιανική σωτηριολογία. Κάθε παιδί ενσωματώνει μια αρετή (θάρρος, σοφία, ειλικρίνεια, αγνότητα) και μαθαίνει να την αναπτύσσει μέσα από τη δοκιμασία (παιδαγωγικό μήνυμα). Η παγωμένη Νάρνια είναι η Ευρώπη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου· η Μάγισσα συμβολίζει τον ολοκληρωτισμό κάθε είδους, ενώ το πέρασμα μέσα από τη ντουλάπα είναι η φυγή από την πραγματικότητα προς τη φαντασία ως καταφύγιο και ως όπλο. (κοινωνικό σχόλιο). Η Λευκή Μάγισσα δεν είναι απλώς ένας «κακός» χαρακτήρας· συμπυκνώνει όλες τις δυνάμεις που παγώνουν τη ζωή, τη φύση και τη συνείδηση. Συμβολίζει τον ολοκληρωτισμό, την ανθρώπινη ψυχρότητα, την πονηριά (σαγηνεύει με τουρκικά λουκούμια και υπόσχεται άμεση ικανοποίηση, αλλά οδηγεί σε σκλαβιά). Έτσι, η ήττα της Λευκής Μάγισσας από τον Άσλαν δεν είναι μόνο νίκη του καλού, είναι το σπάσιμο κάθε πάγου που στερεί την ανάπτυξη, την αγάπη και την ελπίδα. Το βιβλίο έγινε κλασικό παιδικό ανάγνωσμα και άνοιξε τον δρόμο στη σύγχρονη παιδική φαντασία, ενώ παράλληλα λειτούργησε ως καταφύγιο ψυχής για γενιές νέων αναγνωστών που μεγάλωσαν μέσα σε κλίμα αστάθειας και ανασφάλειες. Στην Ελλάδα εκδόθηκε το 1974 από τις εκδόσεις Άγκυρα.