Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Η κινέζικη σειρά ντοκυμαντέρ "Διαβάζοντας στο Νησί" - 中国纪录片系列《岛上读书》(απο την Ertflix)

Φωτο Δημοτικής Βιβλιοθήκς Χανίων
“Το “Reading on the Island” είναι ένα πρόγραμμα ανάγνωσης σε στυλ ντοκιμαντέρ που ξεκίνησε από την Jiangsu Broadcasting Corporation το 2022, με τη δεύτερη σεζόν να κυκλοφoρεί το 2023. Το πρόγραμμα προσκαλεί σημαντικούς συγγραφείς και ποιητές από την Κίνα και όλο τον κόσμο, όπως οι Mo Yan, Yu Hua , Σου Τονγκ και Σι Τσουάνως κύριους καλεσμένους. Μαζί, ταξιδεύουν σε ένα όμορφο νησί όπου ζουν, διαβάζουν έργα απο όλο το κόσμο και αλληλεπιδρούν.

Η 3η σεζόν του "Διαβάζοντας στο Νησί" ταξιδεύει στο εξωτερικό για πρώτη φορά, φτάνοντας στην Ελλάδα. Οι Γιου Χούα, Σου Τονγκ, Τσενγκ Γιονγκσίν και Γιε Ζι σαλπάρουν και αποβιβάζονται στο νησί της Κρήτης, σηματοδοτώντας την πρώτη τους επαφή με αυτή την ξένη γη. Σε έναν παραθαλάσσιο ξενώνα, καλωσορίζουν την ανατολή του ηλίου και εξερευνούν λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα εμπνευσμένα από τον ήλιο και την αυγή - συναντώντας μια νέα μέρα μέσα από το πρίσμα του πολιτισμού. Μαζί τους βρίσκεται η αναγνώστρια Μενγκ Φέι και μαζί ξεπακετάρουν βιβλία που τους έστειλαν συγγραφείς και θεατές, ανακαλύπτοντας απροσδόκητες συνδέσεις σε 12 επεισόδια που μπορείτε να τα βρείτε στο Ertflix.

Δείτε το 1ο επεισόδιο και το 12ο

Τα υπόλοιπα θα τα βρείτε μόνοι σας, αξίζει να τα δείτε όλα

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Κάτι που είπε ο Σωκράτης και πολλοί σήμερα το ξεχάσαν - 苏格拉底说过一句如今许多人已经遗忘的话

Xie Qing. Under the Sun. 2019
"Δεν είμαι Αθηναίος, ούτε Έλληνας πολίτης, αλλά πολίτης του κόσμου"

Ο Πλάτωνας και ο Ξενοφώντας παρουσιάζουν το Σωκράτη ως άνθρωπο που δεν νοιαζόταν καθόλου για τις ταξικές διακρίσεις ή την "ορθή συμπεριφορά" και που μιλούσε το ίδιο εύκολα με τις γυναίκες, τους υπηρέτες και τους δούλους όσο και με εκείνους των ανώτερων τάξεων.

“ 我不是雅典人,也不是希腊公民,而是世界公民 ”

柏拉图和色诺芬笔下的苏格拉底是一位不拘泥于阶级差异或“礼仪规范”的人,他与妇女、仆人和奴隶交谈,与上层阶级人士交谈一样轻松自如。


Ο Πλούταρχος στο δοκίμιό του «Περὶ φυγῆς», αναφερόμενος στον Σωκράτη: «Αργείος ή Θηβαίος δεν είμαι—ούτε υπερηφανεύομαι για μία πόλη· κάθε πύργος των Ελλήνων είναι πατρίδα μου. Και ο Σωκράτης είπε καλύτερα: δεν είμαι ούτε Αθηναίος ούτε Έλληνας, αλλά “κόσμιος” (δηλαδή πολίτης του κόσμου), όπως θα μπορούσε κάποιος να πει “Ρόδιος” ή “Κορίνθιος”…»

普鲁塔克在其论文《论飞行》中,提及苏格拉底时说道: “我既非阿尔戈斯人,亦非底比斯人——我也不以任何城邦为傲;希腊的每一座塔楼都是我的故乡。苏格拉底说得更好:我既非雅典人,亦非希腊人,而是一个‘世俗之人’(即世界公民),就像人们会说的‘罗德岛人’或‘科林斯人’……”

Διαβάστε και αυτό

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Η σιωπή και ο λόγος (του Δ.Βασιλείου)

Wassily Kandinsky. Behauptend 1926

Τη σιωπή σου προστάτεψε

απ’ το φθόνο των ομιλούντων.

Το λόγο σου προστάτεψε

απ’ τη σιωπή των φθονούντων.


Και την ώρα εκείνη,

των μεγάλων λόγων,

σιώπησε!


Αυτοί που πρέπει να καταλάβουν,

θα καταλάβουν.


Και την ώρα εκείνη,

της μεγάλης σιωπής,

μίλησε!


Αυτοί που πρέπει ν’ ακολουθήσουν,

θ’ ακολουθήσουν.


Τη σιωπή σου

                    και    το λόγο σου

προστάτεψε!

 18.01.1997, Μπακού 

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

1975 – 1977: Έργα που άγγιξαν τα όρια της γλώσσας, της αφήγησης και της κοινωνικής σκέψης

Το φθινόπωρο του πατριάρχη (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες - 1975) Πρόκειται για ένα από τα πιο σύνθετα και δύσκολα έργα του Μάρκες, όπου η λογοτεχνική τεχνική του μαγικού ρεαλισμού φτάνει σε ακραίες μορφές, δίνοντας ένα σφοδρό πολιτικό και υπαρξιακό μήνυμα. Εξετάζει την απόλυτη εξουσία, τη μοναξιά, τη διαφθορά και τη φύση του χρόνου και της ιστορίας. Είναι μια οικουμενική αλληγορία για τις δικτατορίες, αλλά και μια βαθιά ψυχολογική μελέτη της ανθρώπινης φύσης όταν αφήνεται ανεξέλεγκτη.

Το μυθιστόρημα παρουσιάζει τη ζωή και την παρακμή ενός δικτάτορα στη Λατινική Αμερική, ο οποίος κυβερνά επί δεκαετίες με απόλυτη εξουσία. Ο «πατριάρχης» είναι μια μορφή σχεδόν μυθική, ταυτόχρονα αναγνωρίσιμη αλλά και απροσδιόριστη, καθώς δεν δίνεται συγκεκριμένο όνομα ή χώρα, αντιπροσωπεύει όλους τους αυταρχικούς ηγέτες που σημάδεψαν την ιστορία της Λατινικής Αμερικής (όπως ο Τρουχίλιο ή ο Στροσσνερ) και τα συγχωνεύει σε μια υπερβολικά μεγεθυμένη φιγούρα.

Η αφήγηση δεν ακολουθεί γραμμική δομή. Ολόκληρα κεφάλαια είναι γραμμένα σε εκτενείς παραγράφους χωρίς διαχωρισμό, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο αναγνώστης εισέρχεται σε ένα χείμαρρο λόγου, όπου η φωνή του αφηγητή εναλλάσσεται ανάμεσα σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο. Αυτή η μορφή δεν είναι τυχαία, μιμείται την αίσθηση του χρόνου που έχει σταματήσει, την αιωνιότητα της εξουσίας και ταυτόχρονα τη παρακμή που έρχεται αργά αλλά αμείλικτα. Κεντρικό θέμα είναι η μοναξιά της εξουσίας. Ο πατριάρχης, ενώ φαινομενικά έχει τα πάντα, στην πραγματικότητα είναι αποκομμένος από την κοινωνία, από την αγάπη και από την αλήθεια. Ζει μέσα σε ένα παλάτι γεμάτο σήψη, περιστοιχισμένος από κόλακες και προδότες, χωρίς κανέναν να εμπιστεύεται. Ακόμη και το σώμα του περιγράφεται με φθορά - σύμβολο της διαφθοράς της πολιτικής του εξουσίας.

Αποτελεί ένα αριστούργημα λογοτεχνικής καινοτομίας. Γραμμένο ως ένας συνεχής, πολυσέλιδος μονόλογος χωρίς παραγράφους, χρησιμοποιεί μια αλληλοδιπλούμενη αφηγηματική ροή που συγχέει χρόνους, φωνές και προοπτικές. Η γλώσσα είναι ποιητική, υπερβολική και κυκλική, μιμούμενη τη δομή της μνήμης και της μυθοπλασίας. Το έργο λειτουργεί επίσης ως πολιτική αλληγορία για την ιστορία των λατινοαμερικανικών χωρών, οι οποίες για δεκαετίες γνώρισαν στρατιωτικά πραξικοπήματα, τυραννικά καθεστώτα και εξωτερικές παρεμβάσεις. Η εξουσία παρουσιάζεται όχι μόνο ως καταπίεση των λαών αλλά και ως καταστροφή του ίδιου του δικτάτορα, που μετατρέπεται σε φάντασμα της δικής του τυραννίας.

Παρά την πυκνότητα του λόγου και τη δυσκολία ανάγνωσης, παραμένει μια κορυφαία στιγμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Μάρκες δεν αφηγείται απλώς την ιστορία ενός δικτάτορα, αλλά δημιουργεί μια παραβολή για την ανθρώπινη δίψα για εξουσία, τη ματαιότητα της αιωνιότητας και τη φθορά που συνοδεύει την απολυταρχία

Το έργο ενίσχυσε παραπέρα τον μαγικό ρεαλισμό ως μια κύρια δύναμη στη παγκόσμια λογοτεχνία και μια προφητική αναγνώριση των μηχανισμών της τυραννίας, το ίδιο σχετική δυστυχώς και με σημερινές καταστάσεις. Στα ελληνικά εκδόθηκε με τον ίδιο τίτλο, από τις εκδόσεις Λιβάνη (δεκαετία ’80).

Ράγκταϊμ (Ε.Λ. Ντοκτόροου - 1975) Ξεχωρίζει γιατί συνδυάζει ιστορικά γεγονότα, πραγματικά πρόσωπα και φανταστικούς χαρακτήρες σε μια αφήγηση που αναδεικνύει την κοινωνική και πολιτική φυσιογνωμία των Ηνωμένων Πολιτειών στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο τίτλος παραπέμπει σε ένα μουσικό είδος που άνθισε πριν την τζαζ και εξέφραζε τη ζωντάνια, τον ρυθμό και την αναστάτωση της αμερικανικής κοινωνίας. Το βιβλίο επιχειρεί να μεταφέρει αυτό το πνεύμα: ένα κείμενο ρυθμικό, με εναλλαγές προσώπων, με ανοιχτή φόρμα και ποικιλία τόνων. Εξετάζει τις ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα: τα ταξικά και φυλετικά χάσματα, την κληρονομιά των μεταναστών, την άνοδο του καπιταλισμού και τον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη.

Η αφήγηση συνδέει τρεις διαφορετικές οικογένειες: μια εύπορη λευκή οικογένεια από τη Νέα Υόρκη, έναν μετανάστη Εβραίο με την κόρη του, και έναν Αφροαμερικανό πιανίστα, τον Κόουλχαουζ Γουόκερ. Μέσα από τις ιστορίες τους, ο Doctorow σκιαγραφεί τις ταξικές και φυλετικές εντάσεις της εποχής. Παράλληλα, στο μυθιστόρημα εμφανίζονται και πραγματικά ιστορικά πρόσωπα: ο Χάρι Χουντίνι, η Έμμα Γκόλντμαν, ο Χένρι Φορντ, ο Τζ. Π. Μόργκαν, ο Φρόιντ, ακόμη και ο αρχιτέκτονας Στάνφορντ Γουάιτ. Η συνύπαρξη μυθοπλασίας και ιστορίας δημιουργεί ένα υβριδικό είδος αφήγησης που έμελλε να επηρεάσει βαθιά τη μεταμοντέρνα αμερικανική λογοτεχνία.

Κεντρικό μοτίβο αποτελεί η σύγκρουση ανάμεσα στο όνειρο της προόδου και στις ανισότητες που χαρακτήριζαν την αμερικανική κοινωνία. Ο μετανάστης αγωνίζεται να ενταχθεί, αλλά συναντά εμπόδια. Ο Αφροαμερικανός μουσικός βλέπει το πιάνο του να καταστρέφεται από ρατσιστές αστυνομικούς, και αυτή η ταπείνωση τον οδηγεί σε μια πράξη αντίστασης που θυμίζει κοινωνική εξέγερση. Ο Doctorow δείχνει ότι η πρόοδος και η ευημερία της Αμερικής δεν χτίστηκαν χωρίς συγκρούσεις αλλά μέσα από αδικία και ανισότητες. Σημαντικό είναι επίσης το σχόλιο για τα μέσα ενημέρωσης και την κουλτούρα: το ράγκταϊμ, ο κινηματογράφος, οι διαφημίσεις και η βιομηχανία αρχίζουν να διαμορφώνουν μια νέα εποχή, που φέρνει ενθουσιασμό αλλά και κινδύνους. Ο συγγραφέας παραλληλίζει τις προσωπικές ιστορίες με την εθνική ιστορία, δημιουργώντας την αίσθηση ότι οι ζωές των «απλών» ανθρώπων δεν μπορούν να αποκοπούν από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής τους.

Είναι μια αλληγορία για την Αμερική, την υπόσχεση της ελευθερίας και της ισότητας, αλλά και την πραγματικότητα της ανισότητας, του ρατσισμού και της βίας. Η γλώσσα του Doctorow είναι απλή και καθαρή, με ελάχιστους διαλόγους, θυμίζοντας χρονικό και η αφήγηση ξεχωριστή, ρυθμική, σχεδόν κινηματογραφική, που θυμίζει τη μουσική ragtime του τίτλου. Επανάφερε με δύναμη το μυθιστόρημα ιστορικής μυθοπλασίας, δείχνοντας πώς η ιστορία μπορεί να αναμειχθεί με τη μυθοπλασία για να πει μια βαθύτερη αλήθεια για ένα έθνος. Άνοιξε το δρόμο για μια ολόκληρη τάση παρόμοιων έργων.

Το βιβλίο παραμένει έως σήμερα ένα από τα μυθιστόρημα που διαβάζεται τόσο για την αφήγησή του όσο και για τον οξυδερκή του κοινωνικό-πολιτικό σχολιασμό. Στα ελληνικά έχει εκδοθεί με τον ίδιο τίτλο από τις εκδόσεις Νεφέλη (δεκαετία ’80).

Φίλιππος Μαργαρίτης Η μούσα Ευτέρπη 1845
Η κυρά των αμπελιών (Γιάννης Ρίτσος – 1975) Αποτελεί ένα από τα έργα της ώριμης δημιουργίας του ποιητή, το οποίο εντάσσεται στον μεγάλο κύκλο που διασταυρώνει προσωπικά βιώματα, συλλογική μνήμη και εθνική ταυτότητα. Ο τίτλος παραπέμπει σε μια παραδοσιακή, σχεδόν λαϊκή φιγούρα, που συνδέεται με τη γη, τον μόχθο, αλλά και τη γυναικεία παρουσία ως δύναμη γονιμότητας και αντοχής.

Είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, με τη χαρακτηριστική πυκνότητα και μουσικότητα του Ρίτσου. Η γλώσσα του είναι άμεση, καθημερινή, αλλά συγχρόνως συμβολική, φορτωμένη με εικόνες που υπερβαίνουν την ατομική εμπειρία και αποκτούν συλλογικό χαρακτήρα. Όπως και σε άλλα έργα του, ο ποιητής χρησιμοποιεί σύμβολα από τη φύση (αμπέλι, χώμα, νερό, ήλιος) για να μιλήσει για την ιστορία, τον άνθρωπο, τη μνήμη και την αντοχή.

Η «κυρά» του τίτλου δεν είναι απλώς μια γυναίκα. Είναι μια αλληγορική μορφή που συμπυκνώνει το πρόσωπο της μάνας, της αγρότισσας, της γυναίκας που κρατάει τον τόπο όρθιο, αλλά και της ίδιας της Ελλάδας. Στη φωνή της, η παράδοση και η καθημερινή ζωή συνδέονται με την εθνική εμπειρία και τον πολιτικό αγώνα. Το αμπέλι λειτουργεί ως σύμβολο καρποφορίας αλλά και μόχθου, καθώς απαιτεί κόπο, υπομονή και αντίσταση στις αντιξοότητες.

Το έργο γράφεται σε μια στιγμή ιστορικής μετάβασης. Η πτώση της χούντας το 1974 και η αναζήτηση μιας νέας πορείας για τη χώρα διαπερνούν έμμεσα το ποίημα. Χωρίς να κάνει άμεση πολιτική καταγγελία, ο Ρίτσος αφήνει να αναδυθεί το βίωμα της καταπίεσης και η ελπίδα για αναγέννηση. Η «κυρά των αμπελιών» γίνεται έτσι φωνή του λαού που άντεξε, που βίωσε τον πόνο, αλλά κρατάει ακόμα τη γη και το μέλλον. Επίσης, το ποίημα έχει έντονη υπαρξιακή διάσταση. Ο Ρίτσος δεν γράφει μόνο για την ιστορική μοίρα αλλά και για την προσωπική εμπειρία του ανθρώπου απέναντι στον χρόνο, στη φθορά και στον θάνατο. Η «κυρά» είναι μια μορφή που ενσαρκώνει τη συνέχεια, τη μνήμη, τη μετάδοση από γενιά σε γενιά. Το αμπέλι, με τους κύκλους της σποράς και του τρύγου, γίνεται αλληγορία για τον ίδιο τον κύκλο της ζωής.

Η αξία του έργου έγκειται στο ότι κατορθώνει να ενώσει το προσωπικό με το συλλογικό, το πολιτικό με το ποιητικό, το καθημερινό με το συμβολικό. Όπως σε πολλές συλλογές του Ρίτσου, έτσι κι εδώ η γυναίκα παρουσιάζεται ως κεντρική δύναμη που διαφυλάσσει την παράδοση, αλλά ταυτόχρονα γίνεται φορέας ανανέωσης και ελπίδας. Η γλώσσα, λιτή αλλά βαθιά, δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση πως ακούει έναν οικείο λόγο, έναν λόγο που ανήκει στη γη και στον λαό. Αποτελεί, έτσι, μια ποιητική σύνθεση που συνομιλεί με την ελληνική παράδοση, με την ιστορία της αντίστασης και με την ίδια την ανθρώπινη μοίρα. Είναι έργο βαθιά ριζωμένο στο παρόν του, αλλά με διαχρονικό χαρακτήρα, όπως όλη η ώριμη ποίηση του Ρίτσου.

Που είναι τα παιδιά; (Μαίρη Χίγκινς Κλαρκ - 1975) Καθιέρωσε τη συγγραφέα ως «βασίλισσα του θρίλερ». Το έργο αποτελεί τυπικό δείγμα του ψυχολογικού θρίλερ, όπου η αγωνία πηγάζει όχι μόνο από την πλοκή, αλλά και από τη σταδιακή αποκάλυψη μυστικών του παρελθόντος.

Η ιστορία ξεκινά με την κεντρική ηρωίδα, τη Νάνσι Χάρμον, μια γυναίκα που προσπαθεί να χτίσει ξανά τη ζωή της μετά από ένα σκοτεινό παρελθόν. Χρόνια πριν, είχε κατηγορηθεί για τον φόνο των παιδιών της, αν και τελικά αθωώθηκε. Παρά την αθώωση, η καχυποψία και η κακή φήμη την ανάγκασαν να αλλάξει ταυτότητα, να μετακομίσει σε άλλη πολιτεία και να προσπαθήσει να ξεκινήσει από την αρχή. Στο νέο της ξεκίνημα, η Νάνσι ξαναπαντρεύεται και αποκτά δύο ακόμη παιδιά. Όμως, η ζωή της ανατρέπεται δραματικά όταν αυτά τα παιδιά εξαφανίζονται ξαφνικά. Το παρελθόν επιστρέφει και όλοι γύρω της την υποπτεύονται ξανά. Η ερώτηση που διατρέχει το βιβλίο – και δίνει και τον τίτλο του –  είναι ακριβώς αυτή: πού είναι τα παιδιά; Είναι ζωντανά; Ποιος τα πήρε; Μήπως τελικά η μητέρα τους κρύβει ένα φρικτό μυστικό;

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από συνεχή ανατροπή και εναλλαγή προοπτικών. Ο αναγνώστης βυθίζεται σε μια ατμόσφαιρα φόβου, αμφιβολίας και αγωνίας, ενώ παράλληλα αποκαλύπτονται κομμάτια από το παρελθόν της ηρωίδας. Ο μηχανισμός της ψυχολογικής έντασης είναι καθοριστικός: η Κλαρκ δεν περιγράφει απλώς μια εξαφάνιση, αλλά χτίζει ένα δίκτυο αμφιβολιών γύρω από την αξιοπιστία της μητέρας, το τραύμα, τη μνήμη και τις κοινωνικές προκαταλήψεις. Θεματικά, το έργο αγγίζει τη μητρότητα και την αμφισβήτησή της, την κοινωνική καχυποψία απέναντι στη γυναίκα όταν δεν ταιριάζει στις αναμενόμενες νόρμες, τον φόβο της επανάληψης του παρελθόντος, την ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και στην ψευδαίσθηση.

Το μυθιστόρημα έθεσε τα θεμέλια για το συγγραφικό ύφος της Κλαρκ: γρήγορη αφήγηση, σύντομα κεφάλαια, έντονο σασπένς, καθημερινοί χαρακτήρες που βρίσκονται σε ακραίες καταστάσεις. Η ίδια έλεγε ότι ήθελε να γράφει «ιστορίες όπου οι απλοί άνθρωποι γίνονται ήρωες όταν βρεθούν σε κρίση».

Δεν είναι μόνο μια ιστορία αγωνίας, αλλά και μια μελέτη για τον τρόπο που η κοινωνία αντιμετωπίζει τις γυναίκες όταν βρίσκονται σε θέση κατηγορούμενης. Μέσα από το προσωπικό δράμα της Νάνσι, αναδεικνύεται η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για δικαιοσύνη και στην ευκολία με την οποία η κοινωνία στιγματίζει. Έτσι, το βιβλίο ξεπερνά τα όρια της αστυνομικής λογοτεχνίας και αποκτά κοινωνική διάσταση. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει με τον ίδιο τίτλο από τις εκδόσεις Bell.

Σχολή για ηλίθιους (Σάσα Σόκολοφ - 1976) Εκδόθηκε αρχικά εκτός Σοβιετικής Ένωσης, καθώς η λογοκρισία δεν επέτρεπε τέτοια κείμενα να κυκλοφορήσουν επίσημα εκείνη την εποχή. Εξετάζει την τρέλα, την ελευθερία, την απομόνωση και τη σχέση του ατόμου με τον καταπιεστικό κοινωνικό μηχανισμό (συμβολιζόμενο από τη σχολή). Είναι μια εξέγερση μέσω της γλώσσας.

Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιότυπα και πειραματικά μυθιστορήματα της σοβιετικής λογοτεχνίας, που συχνά συγκρίνεται με τον Τζόυς ή τον Μπέκετ για την τεχνική του. Η «σχολή» του τίτλου παραπέμπει σε ένα ίδρυμα για παιδιά με «ειδικές ανάγκες», αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως αλληγορία για την κοινωνία γενικότερα. Οι «ηλίθιοι» δεν είναι μόνο οι μαθητές, αλλά και όλοι εκείνοι που ζουν μέσα σε ένα καθεστώς καταπίεσης, αδυνατώντας να εκφραστούν ελεύθερα.

Η δομή του έργου είναι ασυνήθιστη. Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση ούτε παραδοσιακή πλοκή. Η ιστορία παρουσιάζεται μέσα από τον εσωτερικό μονόλογο ενός απροσδιόριστου αφηγητή, ο οποίος μοιάζει να πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή ή να ζει σε μια κατάσταση διχασμού. Οι φωνές μπλέκονται, άλλοτε μιλάει στο πρώτο πρόσωπο, άλλοτε στο τρίτο, και συχνά η αφήγηση διακόπτεται από ασύνδετες εικόνες, αναμνήσεις ή φαντασιώσεις. Αυτό το «ασαφές» ύφος είναι κεντρικό για την κατανόηση του έργου. Μέσα από τον παραληρηματικό λόγο του αφηγητή, ο Σόκολοφ καταγγέλλει έμμεσα τη σοβιετική πραγματικότητα, με τον γραφειοκρατικό παραλογισμό, την έλλειψη ατομικής ελευθερίας και την αλλοτρίωση.

Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της Ρωσικής μετα-μοντέρνας λογοτεχνίας. Η γλώσσα είναι πρωταρχική, η πλοκή υποχωρεί μπροστά στη λυρική, ποιητική και ρυθμική προσοχή στη λέξη. Η δομή είναι αποσπασματική, μη γραμμική και ονειρική, καταλύοντας πλήρως τις συμβατικές αφηγηματικές προσδοκίες. Είναι γεμάτο λογοπαίγνια, γλωσσικές εκτροπές, φανταστικές εικόνες, όπου ο χρόνος και ο χώρος χάνουν τη σταθερότητά τους. Ο αναγνώστης βρίσκεται σε έναν κόσμο όπου το πραγματικό και το φανταστικό συγχέονται, όπου η καθημερινότητα της σχολικής ζωής μετατρέπεται σε παραβολή για την ανθρώπινη ύπαρξη. Παράλληλα, το βιβλίο έχει έντονη φιλοσοφική και υπαρξιακή διάσταση. Ο ήρωας μιλά για τον θάνατο, για τη μνήμη, για την αδυναμία επικοινωνίας, για την αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι παγιδευμένος σε έναν κόσμο που δεν τον κατανοεί. Η «τρέλα» του αφηγητή είναι στην πραγματικότητα ένα είδος σοφίας, ένας τρόπος να αποκαλύπτεται η αλήθεια που οι «λογικοί» δεν μπορούν να δουν.

Αν και δύσκολο στην ανάγνωση, το βιβλίο ανταμείβει τον αναγνώστη που επιμένει, καθώς του αποκαλύπτει μια βαθιά ποιητική και παράδοξη όραση για τον κόσμο. Η «Σχολή για ηλίθιους» δεν προσφέρει μια παραδοσιακή ιστορία, αλλά μια εμπειρία γλώσσας και συνείδησης, όπου η «τρέλα» γίνεται καθρέφτης της κοινωνικής και ατομικής αλήθειας. Η λογοτεχνική σημασία του έργου είναι μεγάλη, γιατί τοποθετείται στο μεταίχμιο της σοβιετικής λογοτεχνίας και της ρωσικής μεταμοντέρνας γραφής. Σήμερα αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένα αριστούργημα του 20ού αιώνα, απαραίτητο για όσους θέλουν να κατανοήσουν την εξέλιξη της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο Σόκολοφ θεωρείται ένας από αυτούς τους πρωτοπόρους στην ΕΣΣΔ, επηρεάζοντας αργότερα συγγραφείς που αναζητούσαν νέους τρόπους έκφρασης πέρα από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Η Ώρα του Αστεριού (Κλαρίσε Λισπέκτορ - 1977) Το τελευταίο μυθιστόρημα της Βραζιλιάνας συγγραφέως Clarice Lispector, που εκδόθηκε λίγο πριν τον θάνατό της. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, τόσο για τη θεματολογία του όσο και για τον ιδιόμορφο αφηγηματικό του τρόπο.

Η ιστορία επικεντρώνεται στη Μακαμπέα, μια νεαρή γυναίκα από φτωχή επαρχία του βορρά της Βραζιλίας, που μεταναστεύει στο Ρίο ντε Τζανέιρο αναζητώντας εργασία. Είναι μια φιγούρα αδύναμη, σχεδόν αόρατη, που ζει στο περιθώριο της κοινωνίας. Εργάζεται ως δακτυλογράφος με πενιχρό μισθό, τρέφεται πρόχειρα, δεν έχει φίλους, ούτε πραγματική κοινωνική ζωή. Η ύπαρξή της είναι γεμάτη απλότητα, έλλειψη και μοναξιά. Είναι μια ηρωίδα που ενσαρκώνει την κοινωνική αδικία. Η Λισπέκτορ δεν την εξιδανικεύει, αντίθετα, την παρουσιάζει με όλες τις αδυναμίες της, αλλά με τρόπο που αναδεικνύει τη γυμνή ανθρωπιά της. Η ασημαντότητά της γίνεται, τελικά, το ίδιο το θέμα του βιβλίου: πώς μπορεί η λογοτεχνία να μιλήσει για τους «αόρατους» ανθρώπους; Η αφήγηση κορυφώνεται σε μια τραγική ειρωνεία. Η Μακαμπέα, όταν επισκέπτεται μια μάντισσα, ακούει ότι σύντομα θα βρει αγάπη, χρήματα και ευτυχία. Φεύγοντας γεμάτη ελπίδα, σκοτώνεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Έτσι, η «ώρα του αστεριού» - η στιγμή που για λίγο πίστεψε ότι θα γίνει ηρωίδα της ζωής της - συμπίπτει με τον θάνατό της.

Η θεματική βαθύτητα του έργου αγγίζει τα όρια της φτώχειας, της μοναξιάς, της αφάνειας και της ύπαρξης. Ρωτά τι σημαίνει να είσαι ένα άτομο στο περιθώριο, και ποια είναι η ευθύνη του αφηγητή απέναντι στο υποκείμενό του. Η ιδιαιτερότητα του έγκειται στην αφηγηματική δομή. Η ιστορία δεν αφηγείται μόνο τη ζωή της Μακαμπέα, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο που γράφεται. Ο συγγραφέας-αφηγητής, που ονομάζεται Ροντρίγκο Σ.Μ., παρεμβάλλεται συνεχώς, σχολιάζει την αφήγηση, εκφράζει τις αμφιβολίες του, αμφισβητεί την ίδια την πράξη της γραφής. Έτσι, το βιβλίο αποκτά μετα-λογοτεχνικό χαρακτήρα: δεν λέει απλώς μια ιστορία, αλλά στοχάζεται πάνω στο πώς αφηγούμαστε μια ιστορία και τι σημαίνει να δίνουμε φωνή σε αυτούς που δεν έχουν φωνή. Είναι βαθιά υπαρξιακό και κοινωνικό. Από τη μια, μιλά για τον πόνο των περιθωριοποιημένων και την αδικία της κοινωνίας. Από την άλλη, θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα για την ύπαρξη, την ταυτότητα, το νόημα της ζωής και της λογοτεχνίας. Η γλώσσα της Λισπέκτορ είναι απλή, σχεδόν καθημερινή, αλλά γεμάτη ένταση και στοχασμό, σαν να αγγίζει συνεχώς το όριο ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μεταφυσικό, προσπαθώντας να καταγράψει τη "πραγματικότητα" της ύπαρξης της ηρωίδας πέρα από τις συμβατικές δομές.

Είναι ένα έργο-σταθμός, γιατί καταφέρνει να δώσει φωνή στους «ασήμαντους», να αναδείξει την τραγικότητα της απλής ύπαρξης και να μετατρέψει μια φτωχή δακτυλογράφο σε σύμβολο ολόκληρης της ανθρωπότητας που αγωνίζεται να βρει νόημα.

Είχε τεράστια επιρροή στη λατινοαμερικανική και τη φεμινιστική λογοτεχνία. Θεωρείται θεμέλιος λίθος της "ροής σκέψης" και της φιλοσοφικής προσέγγισης στο μυθιστόρημα, επηρεάζοντας γενιές συγγραφέων. Αναγνωρίζεται ως ένα από τα πιο πρωτότυπα και δυνατά φιλοσοφικά μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον ίδιο τίτλο από τις εκδόσεις Άγρα.

By Just Dreaming
Ο Μπουτ, το ψάρι (Γκύντερ Γκρας – 1977) Ογκώδες, πολυεπίπεδο έργο, με σατιρικό, αλληγορικό και πολιτικό χαρακτήρα, όπου η λογοτεχνική φαντασία μπλέκεται με την ιστορία, τη μυθολογία και το παραμύθι. Είναι μια πυκνή, λογοτεχνική μελέτη για τη γερμανική ταυτότητα, το βάρος της ιστορίας, την επεξεργασία του ναζιστικού παρελθόντος και τη δημιουργία εθνικών αφηγημάτων.

Η αφετηρία του βιβλίου είναι το παραμύθι των αδελφών Γκριμ «Ο ψαράς και η γυναίκα του», όπου ένας ψαράς πιάνει ένα μαγικό ψάρι που μιλά και ικανοποιεί τις επιθυμίες της γυναίκας του. Ο Γκρας παίρνει αυτό το μοτίβο και το αναπτύσσει σε ένα τεράστιο μυθιστόρημα που διατρέχει ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, από την προϊστορία μέχρι τον 20ό αιώνα. Το ψάρι γίνεται αφηγητής, σχολιαστής και συμβολικό πρόσωπο, που παρακολουθεί την εξέλιξη των κοινωνιών, των φύλων και της πολιτικής. Ο συγγραφέας περιγράφει σκηνές από την εποχή των σπηλαίων, από τον Μεσαίωνα, από τη Γερμανία του 20ού αιώνα, πάντοτε με ειρωνεία και υπερβολή. Το μαγικό ψάρι συνομιλεί με μάγειρες, γυναίκες, πολιτικούς, και γίνεται ένα είδος «διαχρονικού μάρτυρα» της ανθρώπινης ιστορίας.

Κεντρικό θέμα του έργου είναι η σχέση ανάμεσα στα φύλα και, πιο συγκεκριμένα, η κυριαρχία των ανδρών έναντι των γυναικών μέσα στην ιστορία. Ο Γκρας επιχειρεί μια ιδιότυπη «φεμινιστική ιστορία» της ανθρωπότητας: παρουσιάζει τις γυναίκες ως δυνάμεις δημιουργικές, ικανές να θρέψουν και να φροντίσουν, ενώ οι άντρες εμφανίζονται ως εκείνοι που κυριαρχούν με τη βία, τον πόλεμο και την εξουσία. Το μαγικό ψάρι, που αρχικά βοηθάει τον άνθρωπο, τελικά γίνεται σύμβολο της πατριαρχικής λογικής που νομιμοποιεί αυτή την ανισότητα.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η μαγειρική στο βιβλίο. Ο Γκρας ενσωματώνει πολλές συνταγές, περιγραφές φαγητών και σκηνές μαγειρέματος. Το φαγητό εδώ δεν είναι απλώς γαστρονομία, αλλά συμβολισμός: δείχνει τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, με το σώμα, με την επιθυμία, αλλά και με την εκμετάλλευση. Οι γυναίκες εμφανίζονται ως μαγείρισσες, τροφές και θύματα ταυτόχρονα, ενώ το ψάρι-Μπουτ είναι μια πηγή τροφής αλλά και γνώσης.

Η γλώσσα του Γκρας είναι πλούσια, ειρωνική, γεμάτη υπαινιγμούς και λογοπαίγνια. Ο Γκρας συνεχίζει εδώ το έργο του "Ταμπούρλου", με μια πλούσια, βαθιά συμβολική και συχνά γκροτέσκο γλώσσα. Η αφήγηση είναι μη γραμμική, γεμάτη αναδρομές και αλληγορίες, εξερευνώντας τη σχέση μεταξύ μύθου, ιστορίας και ατομικής μνήμης. Το έργο είναι απαιτητικό, καθώς κινείται συνεχώς ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα: το παραμύθι, την πολιτική αλληγορία, την κοινωνική σάτιρα, την ιστορική αφήγηση. Παράλληλα, αντικατοπτρίζει το πνεύμα της δεκαετίας του ’70, με τον φεμινισμό, τα κοινωνικά κινήματα και την κριτική της πατριαρχίας και αποτελεί γέφυρα μεταξύ του μοντερνισμού και της μεταμοντέρνας αφήγησης.

Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του Γκρας, ισάξιο σε σημασία με το εμβληματικό του Ταμπούρλο και παρά την πολυπλοκότητά του, παραμένει επίκαιρο λόγω των ερωτημάτων που θέτει για την εξουσία, την ανισότητα και τη θέση της γυναίκας στον κόσμο. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτης.

Φάλκονερ (Τζον Τσίβερ - 1977) Δυνατό, ρεαλιστικό μυθιστόρημα που σηματοδοτεί μια στροφή για τον συγγραφέα. Θεματικά βαθύ αλλά λιγότερο καινοτόμο σε σχέση με τα άλλα, όμως θεωρείται το κορυφαίο του μυθιστόρημα. Αν και ο Cheever ήταν ήδη γνωστός για τα διηγήματά του που απεικόνιζαν τη ζωή των μεσοαστών στα προάστια, με το «Falconer» στράφηκε σε πιο σκοτεινά, εσωτερικά και κοινωνικά θέματα, αναδεικνύοντας μια διαφορετική πλευρά της γραφής του.

Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα στη φανταστική φυλακή Falconer, που λειτουργεί ως συμβολικός μικρόκοσμος της αμερικανικής κοινωνίας. Κεντρικός ήρωας είναι ο Farragut, πανεπιστημιακός καθηγητής και μορφωμένος άνθρωπος, που καταλήγει στη φυλακή αφού σκότωσε τον αδελφό του κατά τη διάρκεια μιας κρίσης που σχετίζεται με τον εθισμό του στα ναρκωτικά. Εκεί βρίσκεται αντιμέτωπος με την απομόνωση, τη σκληρότητα του σωφρονιστικού συστήματος, αλλά και με την ανάγκη να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του. Η φυλακή στο «Falconer» δεν είναι απλώς χώρος τιμωρίας, αλλά μια μεταφορά για την υπαρξιακή φυλάκιση που μπορεί να βιώνει ο καθένας: εγκλωβισμός στις ενοχές, στα πάθη, στις κοινωνικές συμβάσεις. Μέσα στη φυλακή, ο Farragut γνωρίζει άλλους κρατούμενους και έρχεται κοντά με τον Jody, έναν συγκρατούμενό του με τον οποίο αναπτύσσει μια ερωτική σχέση. Αυτό το στοιχείο υπήρξε ιδιαίτερα τολμηρό για την εποχή, καθώς ο Τσίβερ μιλά ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία, συνδέοντάς την με την ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη και οικειότητα μέσα σε συνθήκες απόγνωσης. Το ερωτικό στοιχείο δεν παρουσιάζεται με ηδονοβλεπτική διάθεση, αλλά ως βαθιά ανθρώπινη εμπειρία που φέρνει τη λύτρωση και την τρυφερότητα σε έναν χώρο βίας και πόνου.

Θεματικά, το μυθιστόρημα αγγίζει: την ενοχή και την εξιλέωση, τον εθισμό και την αυτοκαταστροφή, την ανδρική συναισθηματικότητα, τη δύναμη της αγάπης ακόμα και στις πιο απάνθρωπες συνθήκες, την ελευθερία και τον εγκλεισμό, σε κυριολεκτικό και συμβολικό επίπεδο. Η γλώσσα του Τσίβερ είναι χαρακτηριστική: λιτή, καθαρή, αλλά ταυτόχρονα γεμάτη συμβολισμούς και υπόγεια ένταση. Οι περιγραφές της φυλακής, των σωμάτων, της βίας και της τρυφερότητας συνυπάρχουν σε μια αφήγηση που αποκαλύπτει την ομορφιά και την ασχήμια του ανθρώπου ταυτόχρονα.

Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση όταν εκδόθηκε. Κάποιοι κριτικοί το θεώρησαν σκοτεινό και σκληρό, άλλοι όμως το αναγνώρισαν ως το σημαντικότερο έργο του συγγραφέα, επειδή απομακρυνόταν από τη γνώριμη θεματολογία των προαστίων και έφτανε σε πιο βαθιά, υπαρξιακά ερωτήματα. Παραμένει σήμερα ένα από τα σημαντικά μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας της δεκαετίας του ’70. Δεν είναι μόνο μια ιστορία φυλακής, αλλά μια μεταφορά για την ανθρώπινη ψυχή: τον πόνο, την ανάγκη για κάθαρση και την αναζήτηση ελευθερίας. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα.

P.PICASSO Ντόρα Μάαρ με γάτα
Η λάμψη (Στέφεν Κίνγκ – 1977) Αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα έργα τρόμου του 20ού αιώνα, το οποίο καθιέρωσε οριστικά τον Κινγκ ως «βασιλιά του τρόμου». Η καινοτομία του δεν βρίσκεται τόσο στη γλώσσα ή τη φόρμα, όσο στη δομή και την ψυχολογική επίδραση.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο απομονωμένο ξενοδοχείο Overlook, το οποίο κλείνει για τον χειμώνα και χρειάζεται κάποιον να το συντηρεί. Τη δουλειά αναλαμβάνει ο Τζακ Τόρανς, ένας επίδοξος συγγραφέας με προβλήματα αλκοολισμού και βίαιης συμπεριφοράς. Μαζί του πηγαίνει η σύζυγός του Γουέντι και ο μικρός τους γιος, Ντάνι. Ο Ντάνι διαθέτει μια ιδιαίτερη ψυχική ικανότητα, που ονομάζεται «λάμψη» (the shining). Μπορεί να διαβάζει σκέψεις, να βλέπει οράματα και να αντιλαμβάνεται γεγονότα που δεν είναι ορατά στους άλλους. Μέσα από το χάρισμά του, καταλαβαίνει ότι το ξενοδοχείο είναι στοιχειωμένο από σκοτεινές δυνάμεις, γεμάτο φαντάσματα και τραγικά γεγονότα από το παρελθόν. Καθώς οι μήνες περνούν, ο απομονωμένος χώρος και οι υπερφυσικές δυνάμεις του ξενοδοχείου επηρεάζουν τον Τζακ, που βυθίζεται στην τρέλα. Το Overlook «παίζει» με τις αδυναμίες του, τον ωθεί στον αλκοολισμό, στη βία και τελικά στην επιθυμία να σκοτώσει τη γυναίκα και το παιδί του. Ο Ντάνι, με τη βοήθεια της «λάμψης» του, προσπαθεί να καταλάβει, να προλάβει και επιβιώσει μέσα σε αυτή την εφιαλτική κατάσταση.

Το μυθιστόρημα είναι περισσότερο από μια ιστορία τρόμου. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα όπως: ο αλκοολισμός και η αυτοκαταστροφή, η βία μέσα στην οικογένεια, η κληρονομικότητα του κακού, η πάλη ανάμεσα στην αθωότητα και την τρέλα. Δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά χαρακτήρας από μόνο του. Το κτίριο γίνεται σύμβολο της παγίδευσης, της αλλοίωσης της ψυχής, αλλά και της ιστορικής βίας που κουβαλά (δολοφονίες, μαφιόζικες ιστορίες, βίαια πάθη).

Η αφηγηματική τεχνική του Κινγκ εναλλάσσει τις σκέψεις των ηρώων, δημιουργώντας ένα ψυχολογικό θρίλερ όπου η αγωνία δεν προέρχεται μόνο από τα φαντάσματα, αλλά και από την ψυχή του ανθρώπου που παραδίδεται στις πιο σκοτεινές του παρορμήσεις. Σήμερα, η «Λάμψη» θεωρείται κλασικό έργο τρόμου, αλλά και σημαντικό ψυχολογικό μυθιστόρημα. Δεν μιλά απλώς για στοιχειωμένα κτίρια, αλλά για τον εσωτερικό τρόμο που ζει μια οικογένεια, όταν ο πατέρας γίνεται θύτης και το σπίτι μετατρέπεται σε παγίδα. Το ξενοδοχείο γίνεται καθρέφτης της ανθρώπινης παραφροσύνης. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Monkey Grip (Έλεν Γκάρνερ - 1977) Από τα πρώτα και πιο επιδραστικά μυθιστορήματα του αυστραλιανού "νέας κύματος" και του φεμινισμού. Αξιοσημείωτο για το ρεπορτάζ του και τον αυτοβιογραφικό του τόνο, αλλά η λογοτεχνική του καινοτομία είναι περισσότερο στο περιεχόμενο, παρά στη μορφή.

Ο ευρηματικός τίτλος παραπέμπει σε μια «μαϊμουδίσια λαβή»: μια αρπάγη που δεν σε αφήνει να ξεφύγεις. Συμβολίζει τόσο την εξάρτηση από τα ναρκωτικά όσο και την εξάρτηση που δημιουργείται στις ανθρώπινες σχέσεις. Η Νόρα γνωρίζει ότι η σχέση της με τον Τζόκ την πληγώνει, αλλά δεν μπορεί να απελευθερωθεί από αυτόν. Η αγάπη παρουσιάζεται εδώ ως μια μορφή εθισμού.

Θεωρείται το πρώτο μεγάλο μυθιστόρημα που κατέγραψε με ειλικρίνεια τη ζωή της εναλλακτικής νεολαίας της Μελβούρνης τη δεκαετία του ’70. Αφηγείται τη ζωή της Νόρας, μιας ανύπαντρης μητέρας που μεγαλώνει την κόρη της ενώ κινείται μέσα σε έναν κόσμο κοινοβίων, σχέσεων και καλλιτεχνικών κύκλων. Κεντρική πλοκή είναι η θυελλώδης σχέση της με τον Τζόκ, έναν νεαρό άντρα γοητευτικό μεν, αλλά εθισμένο στην ηρωίνη. Η σχέση τους είναι γεμάτη πάθος αλλά και αυτοκαταστροφή: η Νόρα τον αγαπά, αλλά ταυτόχρονα παλεύει με την τοξικότητα που φέρνει η εξάρτηση του Τζόκ.

Θεματικά ασχολείται με: τη σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και την εξάρτηση, τη μοναξιά μέσα στις σχέσεις, την αναζήτηση ταυτότητας και κοινότητας, τη γυναικεία εμπειρία στη σύγχρονη πόλη. Είναι εξαιρετικά ρεαλιστικό και γραμμένο με τόλμη. Η Garner γράφει με απλότητα, σχεδόν σαν ημερολόγιο, χωρίς φανταχτερή λογοτεχνική γλώσσα. Αυτή η άμεση γραφή φέρνει τον αναγνώστη πολύ κοντά στην καθημερινότητα της Νόρας και κάνει το βιβλίο να μοιάζει σχεδόν ντοκουμέντο μιας εποχής. Περιγράφει χωρίς ωραιοποίηση την καθημερινότητα μιας γενιάς που ζει στο περιθώριο, με έντονη σεξουαλική ελευθερία, με ναρκωτικά, με πειραματισμούς και με την αίσθηση μιας κοινότητας που αναζητά νέες μορφές ζωής. Ωστόσο, παρά την «αντισυμβατικότητα», ο πόνος, η μοναξιά και η ανασφάλεια είναι διαρκώς παρόντα.

Το έργο έχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η Garner, που τότε ζούσε σε καλλιτεχνικούς κύκλους στη Μελβούρνη, μετέφερε στο βιβλίο προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις. Αυτό προκάλεσε αρχικά αντιδράσεις, καθώς το μυθιστόρημα κατηγορήθηκε ότι ήταν «υπερβολικά ωμό» ή ότι αποκάλυπτε πράγματα που έπρεπε να μείνουν ιδιωτικά. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου αναγνωρίστηκε ως πρωτοποριακό, γιατί έφερε μια νέα φωνή στη λογοτεχνία, γυναικεία, ειλικρινή και ανεπιτήδευτη.

Είναι σήμερα κλασικό για την αυστραλιανή λογοτεχνία, γιατί κατέγραψε με αυθεντικότητα μια ολόκληρη γενιά που βρισκόταν ανάμεσα στην ελευθερία και στην απώλεια. Είναι ταυτόχρονα ερωτικό, κοινωνικό και βαθιά υπαρξιακό, και εξακολουθεί να συγκινεί για τον τρόπο που δείχνει ότι η αγάπη μπορεί να είναι τόσο θεραπευτική όσο και καταστροφική. Στα ελληνικά δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό και δεν φαίνεται να έχει κυκλοφορήσει σε μετάφραση, όμως αποτελεί ορόσημο για την αυστραλιανή λογοτεχνία.


Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

“在环境变化的情况下,即使是最强大的人也需要最弱小的人”(神话 155) - Ο Αίσωπος για την αλλαγή των συνθηκών

140 π.Ε
"Στις αλλαγές των περιστάσεων και οι πιο δυνατοί χρειάζονται ακόμη και τους πιο αδύνατους" (Μύθοι 155)

"In changing circumstances, even the strongest need the weakest" (Myths 155)

“在环境变化的情况下,即使是最强大的人也需要最弱小的人”(神话 155)

Οι μύθοι πιστώνονται στον Αίσωπο, έναν σκλάβο και αφηγητή.  Ανήκαν αρχικά στην προφορική παράδοση και δεν συγκεντρώθηκαν παρά περίπου τρεις αιώνες μετά το θάνατό του. Μέχρι εκείνη την εποχή, του αποδίδονταν διάφορες άλλες ιστορίες, ανέκδοτα και παροιμίες, αν και μέρος αυτού του υλικού προερχόταν από πηγές προγενέστερες από αυτόν ή προερχόταν πέρα από την ελληνική πολιτιστική σφαίρα.

Μεταξύ άλλων ο Αριστοφάνης, στις Σφήκες, παρουσίασε τον πρωταγωνιστή Φιλόκλεοντα σαν να είχε μάθει τα «παράλογα» του Αισώπου από συνομιλίες στα συμπόσια. Ο Πλάτωνας έγραψε στον Φαίδωνα, ότι ο Σωκράτης πέρασε τον χρόνο του στη φυλακή μετατρέποντας μερικούς από τους μύθους του Αισώπου «που γνώριζε» σε στίχους. 

Οι μύθοι του έχουν ιδιαίτερη χάρη, θαυμαστή απλότητα κι άφταστη διδακτικότητα. Είναι παρμένοι από την καθημερινή ζωή και τη φύση. Είχε τη μοναδική ικανότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί. Βασικό χαρακτηριστικό των διηγήσεών του ήταν το «επιμύθιο», το οποίο ήταν εύληπτο για τον απλό κόσμο και τα παιδιά. Καταγράφηκαν, στην πλειονότητά τους, σε πεζό λόγο. Ως γνωστό, μέχρι τότε, μόνον ο έμμετρος λόγος, η ποίηση, θεωρούνταν το μοναδικό εκφραστικό είδος για τους συγγραφείς. Συνεπώς μπορεί να θεωρηθεί κι ως πρωτοπόρος στο είδος του. 

Πρώτη φορά εκτυπώθηκαν στο Μιλάνο το 1479 και μετά στη Βενετία το 1525 και στο Παρίσι το 1547. στα ελληνικά ο Α.Κοραής τους τύπωσε το 1810 στο Παρίσι κι ακολούθησε κριτική έκδοση το 1852 στη Λειψία. Από τότε έγιναν πάρα πολλές εκδόσεις και πιστεύεται πως είναι ενα απο τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνήματα παγκόσμια.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

1974: Άλλαξαν τον τρόπο σκέψης μας για την επιστημονική φαντασία, τα μέσα ενημέρωσης, τη φιλοσοφία, τη κατασκοπεία και τη μετανάστευση.

Ο αναρχικός των δύο κόσμων  (The Dispossessed(Ούρσουλα Κ. Λε Γκεν - 1974) Μέσα από την αντιπαραβολή δύο αντίθετων εξωγήινων πολιτισμών (καπιταλιστικού και ελευθεριακού), το έργο εξετάζει την πολιτική ουτοπία, την ηθική της επιστήμης και το υπαρξιακό κόστος της ελευθερίας. Είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών, που ανύψωσε το είδος σε λογοτεχνικό επίπεδο. Εδειξε ότι η ΕΦ μπορεί να είναι από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία για κοινωνιολογική και πολιτική κριτική.

Ανήκει στον χώρο της ΕΦ, αλλά ξεπερνά τα όρια της, μετατρέποντας τον φανταστικό κόσμο σε εργαστήριο πολιτικών, κοινωνικών και φιλοσοφικών ιδεών. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε δύο πλανήτες: τον Ανάρρες, όπου επικρατεί μια αναρχοκομμουνιστική κοινωνία χωρίς κράτος και ιεραρχία, και τον Ουράς, που θυμίζει τον δικό μας κόσμο, με καπιταλισμό, ανισότητες και κρατική εξουσία.

Κεντρικός ήρωας είναι ο φυσικός Σεβέκ, ο οποίος επιχειρεί να γεφυρώσει τα δύο συστήματα, μεταφέροντας τη θεωρία του για τον «συγχρονιστή» - μια επαναστατική επιστημονική ανακάλυψη που μπορεί να αλλάξει την επικοινωνία και την κατανόηση στο σύμπαν. Μέσα από την πορεία του, η Λε Γκεν θέτει πολλαπλά κοινωνικά και φιλοσοφικά ερωτήματα. Δεν εφευρίσκει απλώς μια ουτοπία, αλλά δημιουργεί μια "διφορούμενη ουτοπία"( όπως αναφέρει και ο υπότιτλος). Η δομή του μυθιστορήματος είναι εξαιρετικά καινοτόμα: τα κεφάλαια εναλλάσσονται ανάμεσα στον πλανήτη Ανάρρες και στον πλανήτη Ουράς, ακολουθώντας τη ζωή του φυσικού Σεβέκ. Αυτή η αφηγηματική τεχνική επιτρέπει μια συνεχή, διαλεκτική σύγκριση των δύο κόσμων, χωρίς να προτείνει εύκολες απαντήσεις. Η γλώσσα είναι λιτή και αποτελεσματική, ανταποκρινόμενη στην αισθητική της κοινωνίας του Ανάρρες.

Θεωρείται το κορυφαίο πολιτικό και ουτοπικό μυθιστόρημα της Λε Γκεν. Αναδεικνύει την επιστημονική φαντασία ως μέσο στοχασμού για τα καίρια ζητήματα της κοινωνικής οργάνωσης. Εξετάζει βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα: Τι είναι η ελευθερία; Ποια είναι η σχέση του ατόμου με την κοινωνία; Πώς γεννιέται η ιδιοκτησία και η ιεραρχία; Το βιβλίο είναι μια πυκνή μελέτη για τα κοινωνικά συστήματα, την αλλοτρίωση, την ατομική δημιουργία και την αντίσταση. Επίσης, με τη διπλή αφήγηση —παράλληλη παρουσίαση των δύο πλανητών— η συγγραφέας αποφεύγει να προσφέρει εύκολες απαντήσεις, δείχνει ότι κάθε κοινωνικό σύστημα έχει αδυναμίες, και ότι η ουτοπία είναι μια συνεχής διαδικασία, όχι ένας τελικός προορισμός.

Το μυθιστόρημα έχει επηρεάσει πολιτικές συζητήσεις, ενώ συγχρόνως αποτελεί και φιλοσοφική αλληγορία για την ίδια τη φύση της επιστήμης και της δημιουργικότητας. Δεν είναι μόνο ένα αφήγημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά και μια επίκληση για το πώς μπορεί να υπάρξει μια πιο δίκαιη κοινωνία, με επίγνωση όμως ότι κάθε ανθρώπινη οργάνωση έχει το κόστος της.

Επηρέασε αμέτρητους συγγραφείς και άνοιξε το δρόμο για το "Νέο Κύμα" (New Wave) της ΕΦ, που επικεντρώνεται περισσότερο στις κοινωνικές επιστήμες παρά σε θέματα τεχνολογίας. Οι προβληματισμοί του για την κλιματική αλλαγή, την κοινωνική ανισότητα, τον καταναλωτισμό και τη φύση της επαναστατικής δράσης είναι πιο επίκαιροι ποτέ. Συνεχίζει να είναι βασικό ανάγνωσμα τόσο στη λογοτεχνία όσο και σε ακαδημαϊκούς κύκλους πολιτικών επιστημών. Η πρώτη ελληνική έκδοση έγινε το 1980 από τις εκδόσεις Κάκτος.

By Lukas Frese
Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ (Χάινριχ Μπελ – 1974) Περιγράφει πώς μια αθώα γυναίκα, γίνεται θύμα του κίτρινου τύπου λόγω της φιλίας της με έναν εγκληματία. "Τα άτομα και οι δράσεις αυτής της αφήγησης είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τις πρακτικές της εφημερίδας Bild δεν είναι ούτε τυχαία ούτε σκόπιμη, είναι απλά αναπόφευκτη". Είναι ένα από τα καθοριστικά έργα της γερμανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας και μια άμεση, δυνατή πολιτική παρέμβαση. Επηρέασε βαθιά τη δημοσιογραφική κριτική και τον ρόλο των ΜΜΕ στη δημοκρατική κοινωνία. Ο όρος "Καταρίνα Μπλουμ" έγινε συνώνυμο του θύματος δημοσιογραφικής δυσφήμισης και ηθικού πανικού.

Η ιστορία αφηγείται τη ζωή της Καταρίνα Μπλουμ, μιας νέας γυναίκας που βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο ενός σκανδάλου. Αφού περνά μια νύχτα με έναν άνδρα που καταζητείται από την αστυνομία, τα κίτρινα έντυπα ξεκινούν έναν ανελέητο πόλεμο εναντίον της, παρουσιάζοντάς την ως εγκληματία και ελευθέρων ηθών, καταστρέφοντας την υπόληψή της. Η Μπλουμ, μια γυναίκα με ήσυχη και αξιοπρεπή ζωή, μετατρέπεται σε θύμα της βίας της «δημοσιογραφίας του σκανδάλου».

Ο Μπελ αναλύει πώς η επιλεκτική, παραπλανητική πληροφόρηση και οι ψευδείς εντυπώσεις μπορούν να καταστρέψουν όχι μόνο άτομα, αλλά και την ίδια τη δημοκρατική κοινωνία. Η σημασία του έργου είναι διπλή: Καταγγέλλει την ανευθυνότητα και την εμπορευματοποίηση της ενημέρωσης, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο της χειραγώγησης και προβληματίζει γύρω από το ζήτημα της ατομικής αξιοπρέπειας σε σύγκρουση με την ανεξέλεγκτη δύναμη της δημοσιότητας. Εξετάζει τη διαφθορά της εξουσίας, την αυθαίρετη άσκηση κρατικής βίας, την ηθική των ΜΜΕ και την καταστροφή της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου από αφανείς δυνάμεις. Είναι μια οξυδερκή κριτική στον κρατικό μηχανισμό και στον ηθικό πανικό της μεσαίας τάξης της Γερμανίας των αρχών της δεκαετίας του '70 (εποχή της Φράξιας Κόκκινου Στρατού).

Λογοτεχνικά, το βιβλίο ξεχωρίζει για τον «ψευδο-ντοκιμαντερίστικο» τρόπο αφήγησης: η ιστορία παρουσιάζεται μέσα από υποτιθέμενες καταθέσεις, αστυνομικές αναφορές και δημοσιογραφικά κείμενα. Αυτό το ύφος ενισχύει την αίσθηση αντικειμενικότητας, ενώ στην πραγματικότητα αποκαλύπτει τον μηχανισμό κατασκευής της «αλήθειας». Το μυθιστόρημα μιμείται την τόνο και τη δομή μιας δημοσιογραφικής αναφοράς ή ενός εγκληματολογικού αρχείου. Η γλώσσα είναι σκόπιμα ψυχρή, "αντικειμενική" και γεμάτη "γεγονότα", παρουσιάζοντας μια απότομη αντίθεση με τη ψυχολογική τρομοκρατία που διαπράττουν οι εφημερίδες (και τα κανάλια). Αυτή η τεχνική απομυθοποιεί τη δημοσιογραφική γλώσσα και αποκαλύπτει την υποκειμενικότητα και τη δολοπλοκία που κρύβεται πίσω από την επιφανειακή "αντικειμενικότητα".

Τα θέματα του είναι δυστυχώς επίκαιρα μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και των "fake news". Αποτελεί μια προφητική προειδοποίηση για το πώς τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να δημιουργήσουν και να καταστρέψουν ζωές, δουλειές και προσωπικότητες, ένα ζήτημα που αγγίζει κάθε σύγχρονη χώρα. Η πρώτη ελληνική έκδοση έγινε το 1975 από τις εκδόσεις Θεμέλιο.

Ζήσε και Θυμήσου (Βαλεντίν Ρασπούτιν – 1974) Ένα ισχυρό και συγκινητικό έργο που εξετάζει τα βαθιά ηθικά ερωτήματα που προκύπτουν σε κρίσιμους καιρούς. Με τη λυρική του γλώσσα και το ψυχολογικό του βάθος, εδραίωσε τον συγγραφέα ως έναν από τους πιο σημαντικούς Ρώσους συγγραφείς του 20ού αιώνα και το έργο ως κλασικό της ρωσικής λογοτεχνίας

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο τελευταίο στάδιο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στην παγωμένη Σιβηρία και αφηγείται την τραγική ιστορία του Αντρέι Γκουσκόβ, ενός νεαρού στρατιώτη και της γυναίκας του, Νάστια. Ο Αντρέι, τραυματισμένος και γεμάτος νοσταλγία, λιποτακτεί από το μέτωπο. Κρυφά επιστρέφει στο χωριό του, αλλά δεν τολμά να εμφανιστεί δημόσια. Κρύβεται σε μια απομακρυσμένη καλύβα στις όχθες του ποταμού Ανγκαρά, και μόνο η Νάστια γνωρίζει για την ύπαρξή του. Αυτή γίνεται ο μοναδικός του συνεργός, φέρνοντας του φαγητό, ρούχα και θέρμη, ζώντας ένα διπλό, εξαντλητικό ψέμα μπροστά σε ολόκληρη την κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των γονιών της. Η αγάπη της Ναστα για τον άνδρα της έρχεται σε άμεση σύγκρουση με το αίσθημα του καθήκοντος και τη νομοταγή συνείδηση της κολεκτιβιστικής κοινωνίας. Κάθε της επίσκεψη στον Αντρέι είναι γεμάτη φόβο και ανυπομονησία, και κάθε της στιγμή στο χωριό γίνεται δοκιμασία υποκρισίας. Ο Αντρέι, από την πλευρά του, βαθιά πληγωμένος από το αίσθημα της ενοχής και την απώλεια της αξιοπρέπειάς του, γίνεται όλο και πιο αγχώδης, εγωκεντρικός και σχεδόν "θηριώδης", συγχωνεύοντας τον εαυτό του με το άγριο περιβάλλον της φύσης. Η τραγωδία του ζευγαριού κλιμακώνεται όταν η Νάστια μένει έγκυος. Η εγκυμοσύνη αυτή, που θα έπρεπε να είναι πηγή χαράς, γίνεται η πηγή της καταστροφής τους, καθώς είναι αδύνατον να κρυφτεί και αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη της μυστικής επαφής της με τον "προδότη". Το τέλος είναι καταστροφικό, υπογραμμίζοντας την παντελή αδυναμία διαφυγής από το κοινωνικό και ηθικό πλαίσιο.

Είναι ένα αριστούργημα της λογοτεχνικής τάσης των «Χωρικών Συγγραφέων» (Деревенская проза). Η σημασία του υπερβαίνει την απλή αφήγηση ενός δράματος, καθώς λειτουργεί σε πολλά επίπεδα:

Σε αντίθεση με πολλά επίσημα σοβιετικά έργα που δείχνουν τον πατριωτικό ηρωισμό, ο Ρασπούτιν εστιάζει στις τραυματικές πτυχές του πολέμου. Δείχνει πώς το τραύμα δεν είναι μόνο σωματικό, αλλά και ψυχολογικό, ικανό να οδηγήσει έναν συνηθισμένο άνθρωπο σε πράξεις απελπισίας που τον αποξενώνουν από την ανθρωπιά και την κοινωνία του. Το κύριο θέμα του βιβλίου είναι το ηθικό δίλημμα. Το έργο δεν δικαιολογεί τη λιποταξία, ούτε καταδικάζει ξεκάθαρα την πίστη της γυναίκας του. Αντίθετα, εμβαθύνει στην τραγική της θέση: η αγάπη της για τον άνδρα της την ωθεί να προδώσει ό,τι έχει μάθει να σέβεται. Το βιβλίο είναι μια δυνατή μελέτη για το βάρος της συνείδησης και την καταστροφική σύγκρουση μεταξύ προσωπικών συναισθημάτων και κοινωνικών υποχρεώσεων. Η φύση της Σιβηρίας δεν είναι απλά σκηνικό. Είναι ένας ενεργός χαρακτήρας, μια αμείλικτη και ηθικά ουδέτερη δύναμη που αντανακλά τις ψυχικές καταστάσεις των ηρώων. Η καλύβα του Αντρέι γίνεται σύμβολο της απομόνωσης και της ηθικής πτώσης του, ενώ ο ποταμός Ανγκαρά συμβολίζει τη ροή του χρόνου και την αναπόφευκτη αποκάλυψη της αλήθειας.

Μέσα από την ιστορία αυτή, ο Ρασπούτιν κάνει έμμεση κριτική σε κάθε κοινωνία. Η απόλυτη καταδίκη του λιποτάκτη, χωρίς καμία προσπάθεια κατανόησης, και η απόλυτη απομόνωση στην οποία οδηγείται το ζευγάρι, δείχνουν την αδυναμία κάθε συστήματος να αντιμετωπίσει την ατομική τραγωδία και την ανθρώπινη αδυναμία.

Felix Edouard Vallotton. Black &White. 1913
Πολίτης Δεύτερης Κατηγορίας (Μπούτσι Εμετσέτα - 1974). Το ημι-αυτοβιογραφικό αυτό μυθιστόρημα ακολουθεί τη ζωή της Ατά, μιας νεαρής Νιγηριανής γυναίκας, από την παιδική της ηλικία στο Λάγος της δεκαετίας του 1940 μέχρι τη ζωή της ως μετανάστρια στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1960.

Η Ατά ονειρεύεται από παιδί να πάει στην «Αγγλία του Βιβλίου», μια χώρα μόρφωσης και ευκαιριών. Ωστόσο, όταν πραγματικά μεταναστεύει για να ενωθεί με τον σύζυγό της, Φράνσις, η πραγματικότητα είναι σκληρή. Αντί για τον παράδεισο, βρίσκει ένα ψυχρά εχθρικό περιβάλλον, βαθιό ρατσισμό και μια πατριαρχική κοινωνία εντός της νιγηριανής διασποράς. Ο Φράνσις αποδεικνύεται απρόθυμος και βίαιος σύζυγος που υποβαθμίζει τις φιλοδοξίες της και την κάνει να νιώθει ακόμη πιο μόνη. Παρά τις απίστευτες δυσκολίες - φτώχεια, κακοποίηση, την προθυμία του συζύγου της να ξοδέψει τα λεφτά για τα δίδακτρα της σε τυχερά παιχνίδια - η Ατά δείχνει αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα και αποφασιστικότητα, πολεμώντας ακλόνητα για να κάνει το όνειρό της για εκπαίδευση και αυτονομία πραγματικότητα.

Είναι ένα θεμελιώδες έργο της μετα-αποικιακής λογοτεχνίας και του φεμινισμού. Η Emecheta δίνει φωνή στη διπλά μαρτυρική εμπειρία μιας μαύρης γυναίκας: η καταπίεση λόγω φύλου (από τη δική της κουλτούρα και τον σύζυγό της) και η καταπίεση λόγω φυλής (από την αγγλική λευκή κοινωνία). Το μυθιστόρημα αντικρούει ριζικά τη ρομαντικοποιημένη εικόνα της μητρόπολης που υπήρχε στις αποικίες, αποκαλύπτοντας την πικρή αλήθεια του ρατσισμού και των οικονομικών δυσκολιών. Είναι μια ιστορία επιβίωσης και αυτο-πραγμάτωσης που αγγίζει θέματα ταυτότητας, μεταναστευτικής εμπειρίας και της αναζήτησης για έναν τόπο στον κόσμο. Ενώ η γλώσσα είναι άμεση και ρεαλιστική, η καινοτομία του βιβλίου έγκειται στη φωνή και στην προοπτική. Είναι ένα από τα πρώτα και πιο ισχυρά μυθιστορήματα που αφηγούνται την εμπειρία μιας Νιγηριανής μετανάστριας στη μεταπολεμική Βρετανία από την οπτική γωνία μιας μαύρης γυναίκας. Η Emecheta σπάει τον ευρωκεντρικό λογοτεχνικό κανόνα και εισάγει μια ριζικά νέα αφηγηματική θέση, που συνδυάζει τα προβλήματα του ρατσισμού με αυτά της πατριαρχίας.

Θεμελιώδες κείμενο τόσο της λογοτεχνίας της μαύρης διασποράς όσο και του φεμινισμού. Έδωσε φωνή σε μια διπλά περιθωριοποιημένη εμπειρία (μαύρη, γυναίκα, μετανάστρια) και άνοιξε το δρόμο για μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων από την Αφρική και τη διασπορά. Είναι ένα κύριο έργο για τη δημιουργία του χώρου της "Μετα-αποικιακής Λογοτεχνίας".

Επικεντρώνεται στα αλληλένδετα συστήματα καταπίεσης: ο ρατσισμός όχι μόνο της βρετανικής ελίτ αλλά και όλης της  κοινωνίας απέναντι στους "άλλους", και ο σεξισμός τόσο της βρετανικής όσο και της αφρικανικής κοινωνίας απέναντι στη γυναίκα. Διερευνά τη νοσταλγία, τη θέληση για εκπαίδευση, τη βία μέσα στο γάμο και την αδιάκοπη προσπάθεια μιας γυναίκας να εξασφαλίσει αυτονομία και αξία.

Η συζήτηση για τη μετανάστευση, τον ρατσισμό και την ενδο-οικογενειακή βία παραμένουν κεντρικά ζητήματα στις σύγχρονες κοινωνίες. Η απλή, αλλά βαθιά συγκινητική αφηγηματική φωνή της Εμετσέτα καθιστά το βιβλίο ένα ισχυρό και βιογραφικά εμπνευσμένο έργο μιας εμπειρίας που συνεχίζει να επαναλαμβάνεται, καθιστώντας το διαχρονικό.

By unknown
Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάϊλυ (Τζον Λε Καρέ - 1974) Μια συναρπαστική κατασκοπική περιπέτεια με κοινωνικοπολιτικά σχόλια και φιλοσοφικούς στοχασμούς για τη σκοτεινή εποχή που ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωσή του. Ο συγγραφέας αναμόρφωσε το κατασκοπευτικό μυθιστόρημα, αντικαθιστώντας τη περιπετειώδη δράση με ψυχολογικό βάθος, γκρίζα ηθική και βαθιά απογοήτευση.  

Στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, η Βρετανική Μυστική Υπηρεσία (γνωστή ως «Το Τσίρκο») βρίσκεται σε κρίση μετά από μια παταγώδη αποτυχία. Ο γηραιός, αλλά εξαιρετικά ευφυής εκπαιδευτής κατασκόπων Σμάϊλυ, «με το βλέμμα της κουκουβάγιας και τα γυαλιά από χοντρό σκελετό» και την αντιδιαμετρικά αντίθετη προσωπικότητα από του  υπερ-κατάσκοπου Τζέιμς Μποντ, μετά την αποτυχία του σε μια επιχείρηση, βρίσκεται παροπλισμένος στο γραφείο του στο Λονδίνο. Όμως όταν αντιληφθεί ότι υπάρχει ένας διπλός πράκτορας στα ανώτερα κλιμάκια της υπηρεσίας που διαρρέει απόρρητες πληροφορίες προς τη Σοβιετική Ένωση θα αναλάβει να ξετρυπώσει τον «τυφλοπόντικα». Ο Σμάϊλυ, αντί για δράση και βία, χρησιμοποιεί το μυαλό του, την εξαιρετική μνήμη του και την κατανόηση της ανθρώπινης ψυχολογίας. Η έρευνά του τον οδηγεί σε ένα δίκτυο προδοσιών, προσωπικών φιλοδοξιών και πικρών αναμνήσεων από το παρελθόν, καθώς εξετάζει τέσσερις κύριους υπόπτους, όλους πρώην συνάδελφούς του.

Το μυθιστόρημα επαναπροσδιόρισε το είδος του κατασκοπευτικού θρίλερ. Ο Λε Καρέ, έχοντας ο ίδιος εργαστεί στο MI6, απομακρύνθηκε από το γκλάμουρ και μαχητικό ύφος του Τζέιμς Μποντ και δημιούργησε έναν ρεαλιστικό, γκριζο και ηθικά διφορούμενο κόσμο. Εδώ, ο πραγματικός εχθρός δεν είναι μόνο οι Σοβιετικοί, αλλά και η γραφειοκρατία, η εσωτερική προδοσία και οι προσωπικές αδυναμίες. Ο Σμάϊλυ είναι ένας αντι-ήρωας: ήσυχος, χωρίς φυσική αίγλη, αλλά με πνευματική ανωτερότητα. Το βιβλίο είναι ένας πολύπλοκος ψυχολογικός γρίφος που εμβαθύνει στη μελαγχολία και την κουρασμένη ατμόσφαιρα της Βρετανίας μετά την αποικιοκρατική της δόξα. Είναι μια λογοτεχνική αναφορά για την πίστη, την προδοσία και το τίμημα της υπηρεσίας σε έναν κόσμο χωρίς ξεκάθαρα ηθικά όρια.

By Neuro Traveler
Η ιστορία (Έλσα Μοράντε - 1974) Ένα επικό και τραγικό μυθιστόρημα για τη ζωή μιας δασκάλας και των γιων της κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τον Β'ΠΠ. στην Ιταλία. Θεωρείται ως το πιο διάσημο και αμφιλεγόμενο έργο της. Κάθε μία από τις 8 ενότητες του προλογίζεται από μια ακρίβεια μακρο-ιστορικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στα χρόνια των περιπετειών της ηρωϊδας, συνήθως από αντικαθεστωτική οπτική. Η αφηγήτρια διακόπτει συχνά αυτή τη φανταστική αφήγηση για να σημειώσει πώς η δική της έρευνα επαληθεύει τις υποκειμενικές αναφορές των χαρακτήρων. Από αυτές τις διακοπές είναι σαφές ότι η αφηγήτρια πρέπει να είναι ένας χαρακτήρας του μυθιστορήματος, που όμως δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Τα θεματικά του πεδία είναι ο πόλεμος, η βία, η καταστροφή, και η εμβληματική τους επιρροή στην ανθρώπινη μοίρα.

Είναι ένα βιβλίο τεράστιου λογοτεχνικού και ηθικού βάρους, με μεγάλη απήχηση στην Ιταλία. Ενσωματώνει ιστορικό χρονικό, μυθοπλασία και σχεδόν βιβλικό ύφος. Είχε τεράστια επιρροή στο ιταλικό και ευρύτερα ευρωπαϊκό μυθιστόρημα και επηρέασε τον τρόπο που η λογοτεχνία μπορεί να προσεγγίσει την Ιστορία μέσα από τις ζωές των «μικρών» ανθρώπων. Διάρκεια: Έχει αντέξει ως κλασικό κείμενο του 20ού αιώνα.

Συνάντησε σκληρή κριτική από «προοοδευτικούς παντογνώστες», οι οποίοι αμφισβήτησαν τα έντονα αντικαθεστωτικά του θέματα, αν και πιο αντικειμενικοί κριτικοί είπαν ότι «ενσαρκώνει το ιδανικό λογοτεχνικό έργο» της απογοήτευσης στα μέσα του 20ού αιώνα.

Τα σκυλιά του πολέμου (Ρόμπερτ Στόουν) Δυνατό μυθιστόρημα για την κληρονομιά του πολέμου του Βιετνάμ και την πτώση των Αμερικανικών ιδεωδών. Είναι μια σκοτεινή, δυναμική προσωπική τραγωδία με μεγάλη λογοτεχνική του αξία, αλλά πιο "αμερικανική" θεματική εστίαση.

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στη σκιά του πολέμου του Βιετνάμ. Ο Τζον ένας διστακτικός και κυνικός δημοσιογράφος, αναλαμβάνει να μεταφέρει μια μεγάλη ποσότητα ηρωίνης από τη Σαϊγκόν στις Ηνωμένες Πολιτείες για λογαριασμό της γυναίκας ενός φίλου του. Η υλοποίηση αυτής της συμφωνίας γρήγορα μετατρέπεται σε έναν εφιάλτη βίας και παράνοιας. Μόλις η ηρωίνη φτάσει στην Καλιφόρνια, ο Τζον  και η ερωμένη του Μάρτζι, βρίσκονται στο στόχαστρο ανελέητων και βίαιων εγκληματιών που θέλουν τα ναρκωτικά για αυτούς.  Πρέπει να σας πούμε ότι όλα τελειώνουν άσχημα;  Ή ότι η ηρωίνη είναι το δηλητήριο που ήρθε στο σπίτι, όπως ο πόλεμος, για να μολύνει ένα ήδη ζοφερό και πριονισμένο κοινωνικό τοπίο;

Το μυθιστόρημα είναι μια αμείλικτη καταδίωξη μέσα σε μια Αμερική που φαίνεται να έχει χάσει κάθε ηθικό προσανατολισμό, όπου ο πόλεμος στο Βιετνάμ δεν είναι πια ένα απομακρυσμένο γεγονός, αλλά μια «μολυσματική» βία που έχει διαρρεύσει πίσω στην πατρίδα.

Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα για τη λογοτεχνική αντιμετώπιση του Βιετνάμ. Ο Robert Stone χρησιμοποιεί τη δομή ενός νουάρ θρίλερ για να εξερευνήσει βαθύτερα φιλοσοφικά ερωτήματα για το κακό, την απόγνωση και την πτώση του αμερικανικού ονείρου. Οι χαρακτήρες είναι καταδικασμένοι, ψάχνοντας για νόημα μέσω ναρκωτικών, σεξ και βίας σε έναν κόσμο που φαίνεται να έχει ξεμείνει από πνευματικούς πόρους. Το μυθιστόρημα είναι μια πικρή κριτική στην αμερικανική κοινωνία της εποχής, υπογραμμίζοντας πώς η τραυματική εμπειρία του πολέμου διαβρώνει τα ηθικά θεμέλια του ατόμου και της χώρας. Η γραφή του Στόουν είναι σκληρή, ρεαλιστική και γεμάτη με μια βαθιά αίσθηση μοιρολατρίας.

Ορίζοντες του κόσμου (Κώστας Αξελός) Δείχνει την ωριμότητα του συγγραφέα τόσο στη σκέψη όσο και στη γλώσσα. Ενσωματώνει την αυστηρότητα του φιλοσοφικού στοχασμού με την ευαισθησία της λογοτεχνικής γραφής, μετατρέποντας τη φιλοσοφία σε ποιητικό ταξίδι. Ο ορίζοντας, ως σύμβολο ανοιχτότητας και διαρκούς αναζήτησης, αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται το κείμενο. Έτσι, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με μια διπλή εμπειρία: τη διανοητική πρόκληση της φιλοσοφίας και τη συγκινησιακή δύναμη της λογοτεχνίας

Αποτελεί μία από τις πιο ώριμες στιγμές της σκέψης του και συγχρόνως ένα κείμενο που συνθέτει φιλοσοφία και λογοτεχνία. Εδώ, η φιλοσοφία δεν λειτουργεί απλώς ως αναλυτικό εργαλείο ή ως θεωρητικό οικοδόμημα, αλλά μεταμορφώνεται σε ποιητικό βλέμμα. Ο αναγνώστης, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, δεν μένει με ένα κλειστό σύστημα απαντήσεων· μένει με εικόνες, ρυθμούς, ατμόσφαιρες και έναν τρόπο θέασης του κόσμου. Αυτό ακριβώς προσδίδει στο έργο τη διττή του αξία: φιλοσοφικό στοχασμό και λογοτεχνική εμπειρία μαζί.

Κεντρικός άξονας του έργου είναι η εικόνα του ορίζοντα. Ο ορίζοντας δεν παρουσιάζεται ως σταθερό όριο, αλλά ως γραμμή που διαρκώς μετακινείται, ως ανοιχτή δυνατότητα. Πρόκειται για ένα σύμβολο που συνδυάζει το απτό και το αφηρημένο: από τη μια είναι φυσικό τοπίο (ουρανός, θάλασσα, γη), από την άλλη δηλώνει το άνοιγμα της σκέψης προς νέες προοπτικές και άγνωστες κατευθύνσεις. Αυτή η διπλή διάσταση είναι που δίνει στο έργο ποιητικό χαρακτήρα. Ο ορίζοντας είναι υπόσχεση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, σημείο φυγής που παραμένει πάντοτε μπροστά, καλώντας τον αναγνώστη σε διαρκή περιπλάνηση.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα έργα του, όπου κυριαρχούν έννοιες όπως η «πλανητική σκέψη» ή το «παιχνίδι» σε πιο αφηρημένο επίπεδο, εδώ η γλώσσα αποκτά ιδιαίτερο λυρισμό. Οι φράσεις έχουν εσωτερική μουσικότητα, με ρυθμό που παραπέμπει περισσότερο σε ποιητική σύνθεση παρά σε ακαδημαϊκή πρόζα. Ο αναγνώστης βιώνει το κείμενο όχι μόνο ως στοχασμό αλλά και ως αισθητική εμπειρία, όπου η γλώσσα δημιουργεί εικόνες και υποβάλλει συγκίνηση. Το ύφος αυτό καθιστά το βιβλίο μοναδικό: δεν πρόκειται απλώς για στοχαστικό δοκίμιο, αλλά για ποιητική αφήγηση που αναπαριστά την ανοιχτότητα του κόσμου.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του έργου είναι η θέση του «στα όρια». Το κείμενο ισορροπεί ανάμεσα σε στοχασμό και αφήγηση, σε έννοια και εικόνα, σε αυστηρότητα και λυρισμό. Ο Αξελός δεν επιδιώκει να δώσει ολοκληρωμένα θεωρητικά συστήματα, αλλά να καλλιεργήσει μια στάση αναζήτησης, μια εμπειρία διαρκούς προβληματισμού και περιπλάνησης. Έτσι, μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: ως φιλοσοφικό έργο που ανοίγει ερωτήματα για τον κόσμο, την αλήθεια και την ύπαρξη· και ως λογοτεχνικό έργο που παρασύρει τον αναγνώστη σε μια ποιητική περιδιάβαση. Στο επίκεντρο των αναζητήσεών του εξακολουθεί να βρίσκεται το «παιγνίδι του συνόλου των συνόλων», ιδίως στη συνάρτησή του με το ερώτημα για το «τέλος της ιστορίας». Τούτο αναδιατυπώνεται απερίφραστα ως εξής: «Δεδομένου ότι όλα έχουν ήδη ειπωθεί και αντικρουσθεί, σε μια συγκεκριμένη γλώσσα, τη γλώσσα κυρίως της μεταφυσικής φιλοσοφίας και τη γλώσσα της αντιφιλοσοφίας που ανατρέπει τη μεταφυσική, υπάρχει ακόμα κάτι τι να ειπωθεί ­ και σε ποια γλώσσα;»

Αυτό που το διαφοροποιεί από άλλα φιλοσοφικά κείμενα είναι η αισθητική του αξία. Η γραφή του Αξελού δεν περιορίζεται σε περιγραφές ή σε αφηρημένες έννοιες· δημιουργεί ρυθμούς, εικόνες και συμβολισμούς που θυμίζουν ποιητικό κείμενο. Ο κόσμος παρουσιάζεται όχι ως αντικείμενο ψυχρής ανάλυσης, αλλά ως ανοιχτό τοπίο όπου η σκέψη περιπλανιέται όπως ο ταξιδιώτης στον δρόμο. Ο αναγνώστης δεν «κατακτά» γνώση με την κλασική έννοια, αλλά μετέχει σε μια εμπειρία όπου η ίδια η φιλοσοφία γίνεται αισθητικό γεγονός.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Σταματήστε τις εκτελέσεις στο Ιράν

 


"Όπως τονίζουν οι αναλυτές, το γεγονός ότι το καθεστώς αντέχει δεν σημαίνει ότι είναι σταθερό. Το Ιράν αντιμετωπίζει τη βαθύτερη κρίση του από το 1979: οικονομία στραγγαλισμένη από κυρώσεις, κοινωνία σε εξέγερση και στρατηγική πίεση από ΗΠΑ και Ισραήλ.

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, η μαρτυρία ενός γιατρού από τα χειρουργεία και τους αιματοβαμμένους δρόμους λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς, το ανθρώπινο κόστος έχει ήδη γίνει δυσβάσταχτο"

Διαβάστε αυτό (Ναυτεμπορική)