Αγαπημένη (Τόνι Μόρρισον – 1987) Θεωρείται κύριο έργο της αφροαμερικανικής λογοτεχνίας, παίρνει θέση στον διάλογο για τη σκλαβιά, τη μνήμη, και την ψυχολογική καταστροφή που αφήνει πίσω της η καταπίεση. Κινείται εναλλάξ στο παρόν και στο παρελθόν, χρησιμοποιεί φανταστικά στοιχεία ως μέσο για να ερευνήσει την ενοχή, τη μητρότητα, την ταυτότητα.
Διαδραματίζεται μετά
τον Αμερικανικό Εμφύλιο και ακολουθεί τη ζωή της Sethe, μιας πρώην δούλης, η
οποία ζει σε ελεύθερη πολιτεία αλλά είναι εμμονικά προσκολλημένη στο τραυματικό
παρελθόν της. Ζει σε ένα σπίτι που φαίνεται να είναι στοιχειωμένο. Η Sethe, έχει
διαπράξει μια φρικτή πράξη για να προστατεύσει την κόρη της από τη δουλεία: τη
σκότωσε. Ωστόσο, το πνεύμα της νεκρής κόρης της επιστρέφει, εμφανίζεται ως
"Αγαπημένη", και ανασταίνει τη
πληγή από το παρελθόν, φέρνει στην επιφάνεια τις μνήμες, τις ενοχές και τις
πληγές της Sethe. Η πνευματική παρουσία αναγκάζει την Sethe και την οικογένειά
της να αντιμετωπίσουν τη βαρβαρότητα του παρελθόντος τους και τις ψυχικές πληγές
που προκάλεσε η δουλεία.
Είναι ένα από τα κεντρικά κείμενα της αφροαμερικανικής λογοτεχνίας και του φεμινισμού. Επηρέασε βαθιά τον τρόπο που η λογοτεχνία αντιμετωπίζει τη σκλαβιά και τα μετατραυματικά της επακόλουθα. Θεωρείται κλασικό του 20ού αιώνα και συνεχίζει να είναι αντικείμενο μελετών και ανάγνωσης. Εκδόθηκε στα ελληνικά το 2019 από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος
Ο Νυχτερινός Χορός – «The Nocturnal Chorus» (Μο
Γιαν - 1987) Αποτελεί μια χαρακτηριστική νουβέλα που ενσωματώνει τα κύρια στοιχεία
της λογοτεχνικής προσέγγισης του συγγραφέα: το μαγικό ρεαλισμό, την πικρή
σάτιρα και την προβληματική της πρόσφατης ιστορίας της Κίνας.
Η πλοκή
επικεντρώνεται σε έναν νεαρό, τον Τιε Τζι, ο οποίος εγκαταλείπει τη ζωή του
στην πόλη και επιστρέφει στο χωριό του, αποφασισμένος να ζήσει μια
"ιδεατή" ύπαρξη, αφοσιωμένος στη συλλογή και τη μελέτη των ήχων της
φύσης, ιδιαίτερα του τραγουδιού των πουλιών. Αυτή η απόσυρση, ωστόσο, γίνεται
αμέσως αντικείμενο καχυποψίας και γελοιοποίησης από την οικογένεια και την
τοπική κοινωνία. Ο πατέρας του, ένας άνθρωπος πλήρως ενταγμένος στο κοινωνικό
και πολιτικό στερέωμα, τον θεωρεί τρελό και ανίκανο. Η πραγματική δράση
ξεκινάει όταν ο πατέρας προσλαμβάνει έναν παλιό συμμαθητή του Τιε Τζι, τον
Κόκκινο, με σκοπό να "θεραπεύσει" τον γιο του από την τρέλα του, η
οποία ουσιαστικά είναι η απόκλιση από τους κανόνες.
Η αφήγηση μετατρέπεται σε μια σουρεαλιστική και κωμικοτραγική αναμέτρηση. Ο Κόκκινος, που υποτίθεται ότι είναι ο λογικός, αποκαλύπτεται ως ένας κυνικός και διεφθαρμένος τύπος. Η "θεραπεία" περιλαμβάνει αποκρουστικές και παράλογες πρακτικές, ενώ ο Τιε Τζι αντιστέκεται παθητικά-επιθετικά, βρίσκοντας παρηγοριά μόνο στον νυχτερινό χορό των πουλιών. Το αποκορύφωμα έρχεται όταν ο πατέρας και ο Κόκκινος, σε μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια, οργανώνουν έναν "γάμο" για τον Τιε Τζι με μια νεκρή νύφη, ένα γεγονός που συμβολίζει την απόλυτη απόρριψη της εσωτερικής του ζωής και την επιβολή ενός νεκρού, κοινωνικά έγκριτου ιδεώδους. Η νουβέλα καταλήγει με τον Τιε Τζι να έχει ενσωματωθεί επιφανειακά στην κοινωνία, έχοντας εγκαταλείψει ανοιχτά το πάθος του, αλλά με την υπονοούμενη αίσθηση ότι η υπαρξιακή πληγή του παραμένει ανοικτή.
Είναι μια ισχυρή αλληγορία για τη σύγκρουση μεταξύ του ατόμου και του συλλογικού, της δημιουργικής φαντασίας και της αυστηρής ιδεολογικής συμμόρφωσης. Ο Τιε Τζι αντιπροσωπεύει την αντίσταση του ανθρώπινου πνεύματος, την ανάγκη για οντολογική σημασία που βρίσκεται έξω από τα επιβεβλημένα κοινωνικά σχήματα. Η "τρέλα" του δεν είναι παθολογική, αλλά φιλοσοφική και ποιητική.
Το βιβλίο είναι βαθιά σατιρικό, ερευνώντας την υποκρισία και την ηθική διάβρωση μιας κοινωνίας που προτιμά τις επιφανειακές εμφανίσεις "υγιεινής" έναντι της δυσκίνητης αλλά γνήσιας αναζήτησης για νόημα. Ο τίτλος, "Ο Νυχτερινός Χορός", δεν αναφέρεται μόνο στα πουλιά, αλλά και σε αυτό το άρρηκτο, μυστικό τραγούδι της ανθρώπινης ψυχής που επιμένει, ακόμα και όταν καταπιέζεται, να βρει τη δική της μελωδία στην αφάνεια της νύχτας.
Τα μυθιστορήματά του
συγγραφέα συχνά πραγματεύονται τη βία, την ιστορία και τη συλλογική μνήμη της
Κίνας του 20ού αιώνα μέσα από μια μυθική, αλληγορική προοπτική. Η συνολική του
δουλειά, που κορυφώθηκε με το Βραβείο Νόμπελ (2012), επαναπροσδιόρισε την
κινεζική λογοτεχνία για το δυτικό κοινό και ενέπνευσε μια νέα γενιά συγγραφέων
στην Κίνα.
Θανατηφόρος Βοηθός (Τέρι Πράτσετ – 1987) Θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά πρώιμα έργα του Pratchett, επειδή εξισορροπεί το ισοζύγιο ανάμεσα στην κωμωδία και στο φιλοσοφικό ερώτημα για το τι σημαίνει ζωή / θάνατος / μοίρα / ελευθερία. Εισάγει τον χαρακτήρα του Θανάτου ως σταθερό κομμάτι της σειράς, με ιδιαιτερότητες ψυχολογικές και ανθρώπινες.
Από τη σειρά του «Δισκόκοσμου»
με πρωταγωνιστή τον Μορτ, είναι το πρώτο που αναφέρεται σε δευτερεύοντα χαρακτήρα των προηγούμενων. Ο Mort γίνεται
μαθητευόμενος του Θανάτου και αναπτύσσει σχέσεις με ανθρώπους (κυρίως με την
πριγκίπισσα Κέλι), αρχίζει να αμφισβητεί την αυστηρή λειτουργία της μοίρας και
των προδιαγραφών, με συνέπειες στην πραγματικότητα. Υπάρχει χιούμορ, παράλογο,
φαντασία, αντίστιξη ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μεταφυσικό. Η πίεση της
δουλειάς και ο έρωτάς του για τη πριγκίπισσα που πρόκειται να πεθάνει, οδηγεί
τον Μορτ σε μερικά λάθη, αλλά όπως όλοι οι καλοί ήρωες, μαθαίνει και
σκληραίνει, αποκτά κάποιον αυτοέλεγχο, προκαλεί τον Χάρο σε μονομαχία και
παίρνει στο τέλος το κορίτσι, αλλά όχι το κορίτσι που θα "έπρεπε".
Παντρεύεται την Υζαμπέλ, την υιοθετημένη κόρη του Θανάτου και ζουν σχετικά καλά
και εμείς καλύτερα ως Δούκας και Δούκισσα του στο Helit, μετά τον κατά λάθος
θάνατο του πραγματικού Δούκα, κατά τη διάρκεια της μονομαχίας.
Ο Πράτσετ δεν
"εφηύρε" τη φαντασία, αλλά την επαναπροσδιόρισε μέσω του σατιρικού
του πρίσματος. Δημιούργησε έναν ολόκληρο σατιρικό κόσμο που έχει επηρεάσει
αμέτρητους συγγραφείς και έχει αποκτήσει θρυλική καλλιτεχνική και πολιτισμική
θέση. Το "Mort" είναι συχνά το βιβλίο με το οποίο εισάγονται νέοι
αναγνώστες στον Δισκόκοσμο. Η γλώσσα του είναι πνευματώδης, γεμάτη λογοπαίγνια,
κοινωνική σάτιρα και φιλοσοφικό πάθος. Πίσω από την κωμωδία, το
"Mort" αγγίζει βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα για τη ζωή, τον θάνατο, τον
σκοπό και την ανθρώπινη φύση. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις
Παρά Πέντε.
Χαμένοι στον Παράδεισο (Χαρούκι Μουρακάμι - 1987) Το έργο είναι μυθοπλασία ώριμης νεότητας, με αφηγητή τον Toru Watanabe που, ακούγοντας ένα τραγούδι των Beatles (“Norwegian Wood”), επιστρέφει με τη μνήμη του στη φοιτητική του ζωή στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο Τόκιο. Αναπολεί τη ζωή του ως φοιτητής και τις σχέσεις του με δύο γυναίκες, την Ναόκο και την Μιβό.
Η ιστορία πραγματεύεται
τη φιλία, νεανική αγάπη, την απώλεια, τη μοναξιά, την ψυχολογική κατάρρευση και
την ένταση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν με μια ευαίσθητη, εσωτερική
αφήγηση. Ο Μουρακάμι συνδυάζει τη ρεαλιστική γραφή με στοιχεία ψυχολογικής
έντασης και διατηρεί τη λυρική, νοσταλγική και μελαγχολική ατμόσφαιρα, που
χαρακτηρίζουν τα προηγούμενα μυθιστορήματά του.
Αυτό το έργο αποτέλεσε καθοριστικό σημείο στην καριέρα του
Murakami, φέρνοντας τον στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Διαφέρει
από τα υπερρεαλιστικά / μαγικο-ρεαλιστικά στοιχεία που αναγνωρίζονται συχνά στα
έργα του συγγραφέα, δεδομένου ότι εδώ η αφήγηση είναι περισσότερο ρεαλιστική
και εσωστρεφής.
Εισήγαγε το μοναδικό στυλ του Μουρακάμι (μείγμα δυτικής κουλτούρας και ιαπωνικής αισθητικής) σε ένα ευρύ κοινό. Αποτέλεσε φαινόμενο στη Ιαπωνία και βοήθησε στη διείσδυση της ιαπωνικής λογοτεχνίας στο δυτικό κόσμο. Συνεχίζει να είναι η πιο δημοφιλής και αναγνωρισμένη του δουλειά, που λειτουργεί ως "πύλη" για την σύγχρονη Ιαπωνική λογοτεχνία συνολικά.
The Decagon House Murders (Yukito Ayatsuji - 1987) Ένα εξαιρετικό αστυνομικό μυθιστόρημα που ακολουθεί τη φόρμα του κλασικού μυστηρίου (“locked-room” / απομονωμένο νησί), με μια ομάδα επτά νεαρών φοιτητών (μέλη της λέσχης μυστηρίου του πανεπιστήμιου), που πηγαίνουν για διακοπές σε ένα σπίτι-καταφύγιο στο νησί όπου πριν λίγο καιρό έγινε μια ομαδική δολοφονία.
Σταδιακά άνθρωποι πεθαίνουν και οι χαρακτήρες προσπαθούν να
καταλάβουν ποιος είναι ο δολοφόνος και ποια η σύνδεση με το παρελθόν του
σπιτιού. Εν τω μεταξύ, πίσω στην
ηπειρωτική χώρα, ένα πρώην μέλος της λέσχης λαμβάνει μια επιστολή που αναφέρει
ότι ο θάνατος ενός κοριτσιού που πέθανε σε ένα πάρτι σε κλαμπ ένα χρόνο
νωρίτερα ήταν δολοφονία. Και η εν λόγω κοπέλα τυχαίνει να είναι η κόρη του
σφαγιασμένου ιδιοκτήτη του νησιού. Αφού μαθαίνει ότι αρκετοί άλλοι άνθρωποι
έχουν λάβει μια παρόμοια επιστολή, αρχίζει επίσης να υποψιάζεται ότι συμβαίνει
κάτι δυσοίωνο.
Το έργο θεωρείται αντιπροσωπευτικό της “shinhonkaku”
(νεο-ορθόδοξης) σχολής μυστηρίου της Ιαπωνίας, που αναβιώνει και μετασχηματίζει
τα στοιχεία της κλασικής μυστηριώδους αφήγησης με έμφαση στον γρίφο, την
ατμόσφαιρα, και λιγότερο στην σκληρή δράση ή στο θρίλερ. Προκαλεί το ενδιαφέρον
και ως έργο μυστηρίου αλλά και ως ψυχολογικό δράμα: ποιος μπορεί να εμπιστευτεί
ποιον, πώς η απομόνωση και η ιστορία του χώρου (η προηγούμενη βία) επιδρούν
στους χαρακτήρες.
Η Οικογένεια του Κόκκινου Σόργου «Red Sorghum Family» (Μο Γιαν – 1987) Συνδυάζει λαϊκούς μύθους, ιστορία, βιωματική αφήγηση της ζωής στην επαρχία, επανάσταση, πόλεμο, εθνική ταυτότητα. Παρουσιάζει μια πολυφωνική αφήγηση, με ισχυρά στοιχεία αισθητικής που συνδέουν το τοπικό με το πολιτικό, την εποχή των Ιαπωνικών εισβολών και τη μεταπολεμική Κίνα.
Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τρεις γενιές της οικογένειας
Shandong μεταξύ 1923 και 1976. Ο αφηγητής αφηγείται την ιστορία των αγώνων της
οικογένειάς του, αρχικά ως ιδιοκτήτες αποστακτηρίων που παρασκευάζουν κρασί
σόργου και στη συνέχεια ως μαχητές της αντίστασης κατά τη διάρκεια του Δεύτερου
Σινοϊαπωνικού Πολέμου. Το μυθιστόρημα περιγράφει επίσης λεπτομερώς τις εμφύλιες
διαμάχες μεταξύ αντιμαχόμενων κινεζικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων αντίπαλων
συμμοριών και πολιτικών δυνάμεων. Το βιβλίο αναφέρεται επίσης στην Πολιτιστική
Επανάσταση και την επανέναρξη των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Κίνας και
Ιαπωνίας το 1972. Ως η κύρια καλλιέργεια της βορειοανατολικής πόλης Gaomi της
επαρχίας Shandong (η πατρίδα του συγγραφέα), το κόκκινο σόργο (σόργο δίχρωμο)
πλαισιώνει την αφήγηση ως σύμβολο ζωτικότητας. Εν μέσω δεκαετιών αιματοχυσίας
και θανάτου, αναπτύσσεται σταθερά για να παρέχει τροφή, στέγη, κρασί και ζωή.
Ο Mo Yan χρησιμοποιεί ένα λακωνικό ύφος στο μυθιστόρημα που χαρακτηρίζεται από συντομία και μη χρονολογική αφήγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Το έργο περιέχει στοιχεία λαϊκού παραμυθιού που συνδυάζονται με μύθους και δεισιδαιμονίες, τοποθετώντας το στο είδος του μαγικού ρεαλισμού.
Οι σατανικοί στίχοι (Σάλμαν Ρούσντι - 1988) Ο τίτλος παραπέμπει στις «Σατανικές Σούρες» του Κορανίου, μια ιστορία που η παράδοση αποδίδει ότι ο προφήτης Μωάμεθ είχε προσωρινά συμπεριλάβει στίχους που τιμούσαν τις θεότητες Αλλάτ, Ουζζά, και Μανάτ, και αργότερα τους αποκήρυξε – η ίδια ιστορία ως παραβολικό υλικό χρησιμοποιείται από τον Rushdie.
Το έργο του Rushdie είναι από τα πλέον αμφιλεγόμενα της
σύγχρονης λογοτεχνίας: συνδυάζει στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, μεταναστευτικής
εμπειρίας, ταυτότητας, θρησκευτικής κριτικής και πολιτισμικών συγκρούσεων. Το
αφήγημα περιστρέφεται γύρω από δύο Ινδούς ηθοποιούς του Μπόλιγουντ που
βρίσκονται στη Λονδίνο, εμπλέκονται σε μια τρομοκρατική έκρηξη, μεταμορφώνονται
- κυριολεκτικά - σε αγγέλους και διαχειρίζονται ένα όραμα που παραπέμπει - με
διάθεση παραβολική και μεταφορική - στη θρησκευτική παράδοση του Ισλάμ και στην
εμπειρία της αποικιοκρατίας, της μετανάστευσης, και της αλλοτρίωσης.
Το όραμα έχει μια σειρά από ονειρικές αφηγήσεις. Μία από τις ιστορίες είναι της
ζωής του Μωάμεθ (που ονομάζεται «Mahound» ή «ο Αγγελιοφόρος») στη Μέκκα (ονομάζεται
Jahilia). Στο επίκεντρό της είναι το επεισόδιο των λεγόμενων σατανικών στίχων,
για τους οποίους ο προφήτης διακηρύσσει πρώτα μια αποκάλυψη που απαιτεί την
υιοθέτηση τριών από τις παλιές πολυθεϊστικές θεότητες, αλλά αργότερα την
αποκηρύσσει ως σφάλμα που προκλήθηκε από τον Διάβολο. Υπάρχουν επίσης δύο
αντίπαλοι του «Αγγελιοφόρου»: μια ειδωλολατρική ιέρεια, η Hind, και ένας
σκεπτικιστής και σατιρικός ποιητής, ο Baal. Όταν ο προφήτης επιστρέφει θριαμβευτικά
στη Μέκκα, ο Baal κρύβεται σε έναν υπόγειο οίκο ανοχής, όπου οι πόρνες παίρνουν
την ταυτότητα των συζύγων του προφήτη. Ένας από τους συντρόφους του προφήτη
δραπετεύει στην Τζαχίλια και ισχυρίζεται ότι, αμφιβάλλοντας για την
αυθεντικότητα του «Αγγελιοφόρου», έχει αλλάξει διακριτικά τμήματα του Κορανίου
όπως του υπαγορεύτηκαν, φαινομενικά διαψεύδοντας τη θεία αποκάλυψη του Μαχούντ.
Η δεύτερη σειρά αφηγείται την ιστορία της Ayesha, μιας Ινδής αγρότισσας που
ισχυρίζεται ότι λαμβάνει αποκαλύψεις από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Δελεάζει όλη
την κοινότητα του χωριού της να ξεκινήσουν ένα πεζό προσκύνημα στη Μέκκα,
υποστηρίζοντας ότι θα μπορέσουν να διασχίσουν την Αραβική Θάλασσα με τα πόδια.
Το προσκύνημα τελειώνει σε μια καταστροφική κορύφωση καθώς όλοι οι πιστοί
μπαίνουν στο νερό και εξαφανίζονται. Μια τρίτη ονειρική ακολουθία παρουσιάζει
τη φιγούρα ενός φανατικού εκπατρισμένου θρησκευτικού ηγέτη, του «Ιμάμη», σε ένα
σκηνικό του τέλους του 20ού αιώνα, μια νύξη για τον Χομεϊνί στην εξορία του στο
Παρίσι.
Το βιβλίο έγινε παγκόσμιο γεγονός - εν μέρει λόγω της διαμάχης και της παρέμβασης του ιρανικού θρησκευτικού κατεστημένου αλλά και της δημόσιας συζήτησης για την ελευθερία της έκφρασης. Αν και κάποιοι κριτικοί θεωρούν ότι δεν φτάνει σε ύψος το προηγούμενο του έργο Midnight’s Children, δεν παύει να είναι έργο - σταθμός του τέλους του 20ού αιώνα. Σε ελληνική μετάφραση του Γ.-Ί. Μπαμπασάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός από το 2013
Νευρικές Καταστάσεις (Τσίτσι Ντανγκαρεμπγκά - 1988) Το μυθιστόρημα της Dangarembga, αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά έργα της αφρικανικής γυναικείας λογοτεχνίας. Ο τίτλος προέρχεται από την εισαγωγή του Jean-Paul Sartre στο έργο του Frantz Fanon ¨The Wretched of the Earth¨ (1961). Εξετάζει με ευαισθησία τη διεμπλοκή της εκπαίδευσης, του φύλου και του αποικισμού. Η "νευρική κατάσταση" του τίτλου αναφέρεται στην ψυχολογική διαταραχή της ζωής υπό αποικιακή καταπίεση.
Η αφήγηση αναπτύσσεται στην αποικιακή και πρώιμη
μετααποικιακή Ζιμπάμπουε, και παρακολουθεί τη ζωή της νεαρής ηρωίδας, που μέσα
από οικογενειακές, σχολικές και κοινωνικές συγκρούσεις αγωνιά και προσπαθεί να
εκπαιδευτεί, να μη «καταρρεύσει» υπό το βάρος των προσδοκιών, του φύλου, της
φυλής και της τάξης.
Ήταν το πρώτο μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε στα αγγλικά από μια μαύρη γυναίκα από τη Ζιμπάμπουε. Εισάγει μια φεμινιστική προοπτική που αμφισβητεί τόσο τον αποικιακό ρατσισμό όσο και τις πατριαρχικές παραδόσεις. Άνοιξε το δρόμο για μια γενιά Αφρικανών γυναικών συγγραφέων.
Οι Κοσμικοί Παράδεισοι (Ντουόνγκ Θου Χούονγκ - 1988) Το έργο
της Dương Thu Hương αποτελεί μια ισχυρή φωνή της βιετναμέζικης σύγχρονης λογοτεχνίας.
Η συγγραφέας ανασυνθέτει την εμπειρία του μεταπολεμικού Βιετνάμ - τη μετάβαση,
τις συγκρούσεις, τη θέση της γυναίκας και τον αποικιοκεντρικό λόγο — μέσα από
τη συνείδηση της ηρωίδας. Ο τίτλος, «Οι Κοσμικοί Παράδεισοι», υπαινίσσεται έναν
τόπο ή μια κατάσταση ‘παραδείσου’ που καταρρέει, μια ειρωνεία στην
πραγματικότητα των κοινωνικών / πολιτικών καταστάσεων.
Ήταν ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα από το Βιετνάμ που
μεταφράστηκε ευρέως στη Δύση και που αμφισβητούσε ανοιχτά το καθεστώς. Έχει μια
λυρική, αλλά ωμή ρεαλιστική αφήγηση. Παρουσιάζει τις καταστροφικές συνέπειες
των πολιτικών μεταρρυθμίσεων στο Βιετνάμ στην οικογένεια και τις προσωπικές
σχέσεις, πραγματευόμενο θέματα ιδεολογίας, θυσίας και γυναικείας επιβίωσης.
Η λογοτεχνική σημασία του έργου έγκειται στο ότι μεταφέρει
τη βιετναμέζικη εμπειρία στο παγκόσμιο κοινό όχι ως εξωτική αφήγηση, αλλά ως
βαθιά αντανάκλαση της ιστορίας, της μνήμης και της πολιτισμικής μετατόπισης.
Πέρα από την αφήγηση, η γραφή της Dương Thu Hương διακρίνεται για την
ευαισθησία της στην περιγραφή του κοινωνικού τοπίου και την εσωτερική ζωή της
ηρωίδας - δεν είναι απλώς μια πολιτική ιστορία, αλλά μια ανθρώπινη διερεύνηση.
Παραμένει ένα κλασικό της νοτιοανατολικής ασιατικής
λογοτεχνίας και μια σημαντική φωνή εναντίον κάθε ιδεολογικής καταπίεσης.
Η Σιωπή των Αμνών (Τόμας Χάρις - 1988) Το μυθιστόρημα του Harris αποτελεί κλασικό
δείγμα ψυχολογικού θρίλερ: η νεαρή εκπαιδευόμενη πράκτορας του FBI, Κλαρίς
Στάρλινγκ, έρχεται αντιμέτωπη με τον διάσημο ψυχίατρο - δολοφόνο Χάνιμπαλ
Λέκτερ, προκειμένου να λύσει την υπόθεση του «Μπούφαλο Μπιλ».
Η αφήγηση συνδυάζει την ένταση της αστυνομικής πλοκής, τον
τρόμο, την ψυχολογική διερεύνηση και τη σχέση θύτη - θύματος με τρόπο
συναρπαστικό.
Η λογοτεχνική σημασία έγκειται στο ότι το έργο ανέδειξε την ψυχολογική διάσταση
του τρόμου - όχι μόνο ως εξωτερικό γεγονός αλλά ως εσωτερική σύγκρουση - και
δημιούργησε ένα νέο «είδος» στο χώρο της mainstream μυθοπλασίας του εγκλήματος.
Η αφήγηση είναι μεθοδική, με ένταση που χτίζεται σταδιακά. Ο χαρακτήρας του
Λέκτερ λειτουργεί ως αρχετυπικός «εξυπνότερος εγκληματίας», ενώ η Στάρλινγκ ως σταδιακά
μεταλλασσόμενος αντι-ήρωας. Το βιβλίο συνοδεύεται από έντονες σκηνές και
ψυχολογικό βάθος, οπότε δεν είναι απλή «αγωνιώδης» ιστορία, αλλά και
καλοστημένη λογοτεχνική κατασκευή. Εξερευνά τα βάθη της ανθρώπινης ψυχοπαθολογίας,
την τραυματική εμπειρία, τη δύναμη και την ευφυΐα.
Αναβάθμισε το αστυνομικό θρίλερ σε λογοτεχνικό επίπεδο, όρισε εκ νέου το "ψυχολογικό
θρίλερ" και δημιούργησε ένα αρχέτυπο (ο ευγενής δολοφόνος / διάνοια) που
μιμήθηκαν αμέτρητα βιβλία και ταινίες. Η ψυχολογική λεπτότητα, η δομημένη πλοκή
και η δημιουργία του Χάνιμπαλ Λέκτερ – ένας από τους πιο σημαντικούς πολιτισμικά
δολοφόνους – ήταν πρωτοποριακή για το είδος. Παραμένει ένα από τα πιο γνωστά
και αναγνωρισμένα βιβλία του είδους του 20ού αιώνα. Υπάρχει ελληνική μετάφραση από
τις εκδόσεις Bell.
Ο Αλχημιστής (Πάουλο Κοέλιο) Παγκόσμιο μπεστ-σέλερ με τεράστια πολιτισμική επιρροή, αλλά κριτικά
αποτιμάται ως ένα βιβλίο με απλό, παραβολικό ύφος και ελλιπή λογοτεχνική
πολυπλοκότητα. Η λογοτεχνική του αξία είναι αντικείμενο συζήτησης.
Το έργο του Coelho αφηγείται την ιστορία του Σαντιάγο, ενός
νεαρού βοσκού από την Ανδαλουσία, που ξεκινά ταξίδι στην Αίγυπτο μετά από
επαναλαμβανόμενα όνειρα για την αναζήτηση ενός θαμμένου θησαυρού στην έρημο. Κατά
τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Σαντιάγκο έρχεται αντιμέτωπος με την αγάπη, τον
κίνδυνο, τις ευκαιρίες, την καταστροφή και μαθαίνει πολλά για τον εαυτό του και
τον κόσμο. Γνωρίζει ανθρώπους διαφορετικών νοοτροπιών και μοιράζεται τις
απόψεις του μαζί τους. Στο ταξίδι του, γνωρίζει τη Φατιμά, μία όμορφη γυναίκα από
την Αραβία, η οποία του εξηγεί πως αν ακολουθήσει την καρδιά του θα βρει αυτό
που ψάχνει. Ωστόσο, ο πραγματικός «θησαυρός» αποδεικνύεται ότι είναι η βαθύτερη
κατανόηση του εαυτού, η επίγνωση της «Προσωπικής του Ουσίας» και η σύνδεσή του
με το Σύμπαν. Το κεντρικό θέμα του έργου είναι το να βρει κάποιος τον προσωπικό
του μύθο.
Απευθύνεται τόσο σε μυημένους στη λογοτεχνία όσο και σε αναγνώστες που αναζητούν έμπνευση: η απλότητα είναι μέρος της δύναμής του. Ωστόσο, διαβάζεται ευχάριστα και ως «μυθιστόρημα» παρά ως θεοσοφικό εγχειρίδιο - τα μηνύματα δεν επιβάλλονται, αλλά υπονοούνται. Ελληνική έκδοση έχει γίνει από τον εκδοτικό οίκο Α.Α. Λιβάνη το 1996.




.jpg)
