Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

1970 - 1971: Απο τη Ντίντιον στον Γιόνσον και απο το Σεφέρη στη Μπλουμ

Παίξ’ το όπως πάει (Τζόαν Ντίντιον – 1970) Αποτελεί το πιο γνωστό μυθιστόρημα της Τζόαν Ντίντιον και θεωρείται ένα από τα καθοριστικά έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας της δεκαετίας του 1970. Η διαύγεια της Didion μοιάζει με το φως του ήλιου της Καλιφόρνια, κάτι τόσο φωτεινό που μερικές φορές πονάει. Αλλά σπούδασε επίσης στο Μπέρκλεϋ και συναναστράφηκε τους λογοτεχνικούς κύκλους του Παρισιού και της Νέας Υόρκης, επομένως είναι έμπειρη για τις δυσκολίες μιας κλονισμένης νεωτερικότητας και δεν τη νοιάζει καθόλου.

Για να ανατρέψει την πίστη της ότι ο κόσμος, ή τουλάχιστον το μέρος του γύρω από το Λος Άντζελες, φτάνει σε άσχημο τέλος, μας γράφει για τη Μαρία, ένα μοντέλο που έγινε ηθοποιός, που βυθίζεται σε κατάθλιψη, προσπαθώντας να βρει νόημα μέσα στην κενότητα της ζωής του Χόλυγουντ και της ευρύτερης αμερικανικής κοινωνίας. Μας μιλάει από το ψυχιατρείο όπου έχει φτάσει περνώντας από μια άσκοπη καριέρα, έναν τοξικό γάμο, μια έκτρωση και τελικά κρατώντας το χέρι ενός στενού φίλου ενώ αυτοκτονεί. σου λέει, «Ξέρω τι σημαίνει τίποτα». Και την πιστεύεις.

Το έργο απεικονίζει με σκληρότητα και αφοπλιστική ειλικρίνεια την αποξένωση, τη ματαιότητα και την ηθική αποσύνθεση της εποχής.
Η γραφή της Ντίντιον είναι λιτή, κοφτή, σχεδόν κινηματογραφική, με σύντομες σκηνές που θυμίζουν σενάρια. Η γλώσσα είναι ψυχρή, ακριβής και κατακλυσμικά ατμοσφαιρική. Η επιλογή αυτή υπογραμμίζει την αποσπασματικότητα της σύγχρονης εμπειρίας και το κενό που βιώνει η ηρωίδα. Το έργο είναι ταυτόχρονα χρονικό της αμερικανικής Δύσης και υπαρξιακός στοχασμός για την απώλεια του νοήματος. Η λογοτεχνική του σημασία έγκειται στην ακριβή αποτύπωση μιας εποχής κατάρρευσης των αξιών, ιδιαίτερα σε μια Αμερική που βίωνε τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τα έντονα κοινωνικά κινήματα και μια γενικευμένη κρίση ταυτότητας. Εξερευνά το μηδενισμό, την ηθική κατάπτωση, τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης στη διαμόρφωση της «πραγματικότητας», την υποταγή των γυναικών και την αναζήτηση (ή την έλλειψη) νοήματος σε έναν κόσμο που έχει χάσει τις αξίες του. Η Ντίντιον με το έργο αυτό εδραιώθηκε ως η «χρονικογράφος» μιας χαμένης γενιάς.

Το βιβλίο είναι ένα αριστούργημα της λιτότητας και του αποτραβηγμένου, αιχμηρού ύφους. Η Didion χρησιμοποιεί σύντομα, αποφρακτικά κεφάλαια, συχνά μικρότερα από μια σελίδα, που μοιάζουν με κινηματογραφικές σκηνές. Αυτή η τεχνική αποπνέει την αίσθηση της αποξένωσης, της κενότητας και της ψυχολογικής κατάρρευσης της ηρωίδας.

Είναι ένα καθοριστικό έργο για την αμερικανική λογοτεχνία της δεκαετίας του '70 και αργότερα. Επηρέασε μια ολόκληρη γενιά δημιουργών με την απεικόνιση της υπαρξιακής αγωνίας και της διαφθοράς κάτω από το λαμπερό χρώμα του Αμερικανικού Ονείρου. Η Didion έγινε η φωνή μιας συγκεκριμένης μορφής γυναικείας απελπισίας και πνευματικότητας. Παραμένει μια πολιτιστική και λογοτεχνική αναφορά, συνεχώς επίκαιρη για την προφητική του απεικόνιση της κρίσης της σύγχρονης ατομικότητας.

Επέτειοι (Ούβε Γιόνσον, 1970 - 1983) Μνημειώδες τετράτομο έργο που εκδόθηκε σταδιακά έως το 1983. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα συνδυάζει την καθημερινή ζωή με την ιστορική μνήμη, καθώς η πρωταγωνίστρια αναπολεί τη Γερμανία της παιδικής και νεανικής της ηλικίας, βιώνοντας ταυτόχρονα τα γεγονότα της αμερικανικής κοινωνίας (πόλεμος στο Βιετνάμ, κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων).

Η αφήγηση παρακολουθεί τη ζωή της Γκέζιν, Γερμανίδας ανύπανδρης μητέρας, μετανάστριας στη Νέα Υόρκη, και της κόρης της, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η προσωπική ιστορία συναντά την πολιτική και ιστορική πραγματικότητα. Παρακολουθούμε τη ζωή της από την παιδική της ηλικία στην αγροτική Ανατολική Γερμανία της δεκαετίας του 1930 την εποχή της ανόδου του ναζισμού, μετά στο Β' ΠΠ, στη σοβιετική ζώνη κατοχής, την ίδρυση της ΛΔΓ και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, ακολουθούμενη από την μετανάστευσή της στη Νέα Υόρκη. Τελικά, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ευρώπη και φεύγει για την Πράγα, αγνοώντας ότι σοβιετικά τανκς έχουν καταλάβει την πόλη.

Η τεχνική του Γιόνσον χαρακτηρίζεται από πολυφωνία, θραυσματική δομή και χρονικά άλματα. Το έργο αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Ιστορία εγγράφεται στη συνείδηση των ανθρώπων, ενώ εξερευνά τη διαρκή διαπλοκή ατομικού και συλλογικού βιώματος. Για τη γερμανική λογοτεχνία λειτουργεί ως ένας καθρέφτης των τραυμάτων του 20ού αιώνα (ναζισμός, Β’ΠΠ, διαίρεση της Γερμανίας, ψυχροπολεμικό πλαίσιο), της αδυναμίας της μνήμης να καταγράψει πλήρως την ιστορία και της εμπειρίας της μετανάστευσης. Είναι μια γιγαντιαία προσπάθεια κατανόησης του 20ού αιώνα. Το έργο απαιτεί αφοσιωμένο αναγνώστη, αλλά η πολυπλοκότητά του προσφέρει μια βαθιά κατανόηση του πώς οι άνθρωποι κουβαλούν την ιστορία μέσα τους.

Είναι ένα μοντερνιστικό magnum opus τεράστιας κλίμακας. Η καινοτομία του έγκειται στη ριζικά νέα δομή του: η αφήγηση καλύπτει ακριβώς έναν χρόνο (Αύγουστο 1967 - Αύγουστο 1968) μέσα από τις ημερήσιες αναγνώσεις του τύπου και τις αναμνήσεις της κεντρικής ηρωίδας. Δημιουργεί μια συνεχή διασύνδεση μεταξύ του προσωπικού, του πολιτικού και του ιστορικού, συνδέοντας τη ζωή στη Δυτική Γερμανία με τις αναμνήσεις του καθεστώς στην Ανατολική Γερμανία και τα γεγονότα παγκόσμιας κλίμακας (π.χ. Πραξικόπημα στην Ελλάδα, Πόλεμος του Βιετνάμ).

Είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της γερμανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας και ένα ορόσημο για τα μυθιστορήματα που αποπειρώνται να συλλάβουν την πολυπλοκότητα της ιστορίας. Επέκτεινε τα όρια του τι μπορεί να κάνει ένα μυθιστόρημα. Συχνά συγκρίνεται με τον Προυστ ή τον Μούζιλ για την προσπάθεια καταγραφής της μνήμης και της ιστορίας.

Θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες λογοτεχνικές αναπαραστάσεις της γερμανικής διαίρεσης και του Ψυχρού Πολέμου, με μια φόρμα που συνεχίζει να μελετάται και να θαυμάζεται. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις.

Η λύτρωση (Τζέιμς Ντίκεϊ – 1970) Σημάδεψε τη δεκαετία του ’70, γνωστό τόσο για τη λογοτεχνική του δύναμη όσο και για τη διάσημη κινηματογραφική του μεταφορά (1972). Είναι ένα σπλαχνικό, επικίνδυνο θρίλερ γεμάτο απαγορευμένη γνώση.

Η υπόθεση παρακολουθεί τέσσερις άνδρες μεσοαστικής τάξης από την Ατλάντα –τον Λιούις, τον Έντ, τον Μπόμπι και τον Ντρου– που αποφασίζουν να κάνουν ένα ταξίδι με κανό στη φύση, σε ένα ποταμό, λίγο πριν αυτός εξαφανιστεί λόγω ενός φράγματος. Η εκδρομή, που αρχικά μοιάζει σαν ευκαιρία φυγής από τον αστικό πολιτισμό και επιστροφής σε μια πιο αυθεντική εμπειρία, εξελίσσεται σε εφιάλτη: η βία, η απειλή της φύσης και η συνάντηση με μια συμμορία άγριων, σοδομιστών ορεινών ανδρών οδηγούν σε μια τρομακτική δοκιμασία επιβίωσης. Μέχρι να ξαναβγούν - οι περισσότεροι - ​​από αυτή, έχουν ζήσει μερικές από τις πιο μαύρες στιγμές της ζωής τους.

Ο Ντίκεϊ, ποιητής ο ίδιος, γεμίζει το κείμενο με έντονη περιγραφή της φύσης: το τοπίο γίνεται σχεδόν αυτόνομος «χαρακτήρας», πότε εχθρικός και πότε μαγνητικός. Η έννοια της «λύτρωσης» στον τίτλο αναφέρεται στην απόπειρα του Έντ – ο οποίος καταλήγει κεντρικός ήρωας - να βρει μέσα του τη δύναμη να επιβιώσει, ξεπερνώντας τα όρια του πολιτισμένου εαυτού του.
Η λογοτεχνική σημασία του έργου είναι διπλή. Αφενός, αναδεικνύει την αμερικανική φύση ως σκηνικό μεταφυσικής και υπαρξιακής σύγκρουσης, αφετέρου, θέτει ερωτήματα για τη βία που κρύβεται κάτω από τον μανδύα του πολιτισμού και την εύθραυστη γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο της πόλης και τον άνθρωπο της υπαίθρου. Παρουσιάζει το φυσικό τοπίο ως χαρακτήρα, τους άνδρες ως θηράματα, το πολιτισμό ως φυλακή και το ποτάμι ως λίκνο εγκλήματος. Η ένταση του έργου, οι φιλοσοφικές αποχρώσεις και η δραματική κορύφωση το κατέστησαν κλασικό δείγμα του αμερικανικού μυθιστορήματος περιπέτειας.

Συνδέεται με το ρεύμα του «Southern Gothic» και ταυτόχρονα με την υπαρξιακή γραφή. Το βιβλίο θεωρείται και σχόλιο για τον ανδρισμό και την κρίση του στη σύγχρονη κοινωνία: οι ήρωες αναγκάζονται να επανεφεύρουν την έννοια του «άντρα» σε ένα περιβάλλον που τους δοκιμάζει ως τα άκρα. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bell.

Οι γάτες του Αη Νικόλα (Γιώργος Σεφέρης – 1970) Η ποιητική συλλογή Οι γάτες του Αη Νικόλα εκδόθηκε μεταθανάτια το 1970, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Σεφέρη. Ο τίτλος παραπέμπει σε μια τοποθεσία στην Κύπρο, την εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Κατσουλόπετρας, όπου σύμφωνα με ιστορικά ντοκουμέντα είχαν εγκατασταθεί γάτες για να αντιμετωπίσουν τα πολλά φίδια.

Η συλλογή αποτελείται από ποιήματα που έγραψε ο Σεφέρης τα τελευταία χρόνια της ζωής του, συχνά σε στενή σχέση με την Κύπρο, τόπο που αγάπησε ιδιαίτερα. Το ύφος είναι ώριμο, στοχαστικό, με μια βαθύτερη αίσθηση μελαγχολίας, αλλά και πνευματικής διαύγειας. Ο ποιητής επανέρχεται στα μεγάλα του θέματα: τη μνήμη, την ιστορία, την απώλεια, την αναζήτηση ταυτότητας, τη σχέση με τον ελληνικό χώρο και πολιτισμό.
Το κεντρικό ποίημα, «Οι γάτες του Αη Νικόλα», παίρνει τη μορφή αλληγορίας: οι γάτες, σύμβολα πλάσματα εξορίας και επιβίωσης, ενσαρκώνουν το ελληνικό στοιχείο που αγωνίζεται να επιβιώσει ανάμεσα σε ξένες δυνάμεις και ιστορικές αντιξοότητες. Στον πυρήνα, αναδύεται η αγωνία για την Κύπρο, τότε βυθισμένη σε πολιτικές εντάσεις, αλλά και την Ελλάδα, τότε υπό τη στρατιωτική δικτατορία.

«Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες, ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος χαθήκανε, δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι. Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα....Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.  Αἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».

Λογοτεχνικά, η συλλογή συνιστά το κύκνειο άσμα του Σεφέρη, όπου η λιτή του γλώσσα συναντά τον αλληγορικό και ιστορικό στοχασμό. Η σημασία του έργου είναι διττή: αφενός ολοκληρώνει την πορεία του Νομπελίστα ποιητή, αφετέρου προσφέρει ένα ακόμη κρίκο στη σχέση της νεοελληνικής ποίησης με τον ελληνισμό της διασποράς. Για πολλούς μελετητές, τα ποιήματα αυτά δείχνουν έναν Σεφέρη ώριμο, που συνομιλεί με το παρελθόν του, αλλά και με τη συλλογική μοίρα του ελληνισμού.

Οι πράκτορες του χάους (Νόρμαν Σπίνραντ – 1970) Πολύ σημαντικό έργο επιστημονικής φαντασίας με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις για την προφητική και σατιρική του απεικόνιση του ρόλου των ΜΜΕ και της διαφήμισης.

Διαδραματίζεται σε ένα μέλλον όπου η ανθρωπότητα είναι διαιρεμένη ανάμεσα σε δύο αντίπαλες δυνάμεις: την Αυτοκρατορία και τους Αναρχικούς. Οι «πράκτορες του χάους» λειτουργούν ως φορείς αμφισβήτησης της εξουσίας, αλλά και ως μέσα προώθησης της αλλαγής. Ο Σπίνραντ χρησιμοποιεί το φουτουριστικό σκηνικό για να εξερευνήσει ερωτήματα σχετικά με την πολιτική ελευθερία, την ιδεολογία, την τάξη και το χάος.

Η αφήγηση χαρακτηρίζεται από έντονη δράση και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Ο συγγραφέας, βαθιά επηρεασμένος από τις κοινωνικές αναταράξεις της δεκαετίας του ’60, επεξεργάζεται ιδέες που αγγίζουν την αναρχία, την επανάσταση και τον ρόλο του ατόμου απέναντι στο σύστημα.
Η λογοτεχνική του σημασία βρίσκεται στη συμβολή του στην πολιτικοποιημένη επιστημονική φαντασία. Ο Σπίνραντ εντάσσεται στο ρεύμα των «New Wave» συγγραφέων της εποχής, οι οποίοι χρησιμοποίησαν την επιστημονική φαντασία όχι μόνο ως χώρο τεχνολογικών προβλέψεων, αλλά και ως πεδίο κριτικής της κοινωνίας και της εξουσίας. Έτσι, διαβάζεται και σήμερα ως αλληγορία για την πάλη μεταξύ καταπιεστικών συστημάτων και δυνάμεων απελευθέρωσης.

Θεέ μου, είσαι εκεί; Εγώ, η Μάργκαρετ (Τζούντι Μπλουμ – 1970) Θεωρείται από τα πιο εμβληματικά νεανικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Ένα βιβλίο που μιλάει ειλικρινά για το σεξ χωρίς να είναι αυθόρμητο ή έντονο, και για τη θρησκεία χωρίς θυμό ή φόβο.

Η ιστορία αφηγείται την εσωτερική αναζήτηση της Μάργκαρετ, η οποία αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της εφηβείας, της σεξουαλικής αφύπνισης και της θρησκευτικής ταυτότητας. Παιδί μικτής θρησκευτικής καταγωγής (Χριστιανή μητέρα, Εβραίος πατέρας), απευθύνεται στον Θεό με προσωπικές, άμεσες «προσευχές», γεμάτες απορίες και αγωνίες. Λίγους μήνες πριν από τα 12α γενέθλιά της, η Μάργκαρετ ξεκινάει το σχολείο σε μια νέα πόλη και ρωτά τον Θεό μερικές σοβαρές ερωτήσεις. Λοιπόν, πότε θα έχει περίοδο; Τι σουτιέν να αγοράσει; Και αν η μαμά της είναι Εβραία και ο μπαμπάς της Χριστιανός, που να ενταχθεί στο Χριστιανικό ή στο Εβραϊκό Κοινοτικό Κέντρο; Η Blume μετέτρεψε εκατομμύρια προ-έφηβους σε αναγνώστες. Το έκανε κάνοντας τις σωστές ερωτήσεις και αποφεύγοντας τις εύκολες απαντήσεις.

Το μυθιστόρημα θίγει ζητήματα που μέχρι τότε θεωρούνταν ταμπού για την παιδική και εφηβική λογοτεχνία: την πρώτη περίοδο, την ανασφάλεια για το σώμα, την κοινωνική πίεση για προσαρμογή, τη θρησκευτική αναζήτηση. Η Μπλουμ καταφέρνει να αποδώσει τη φωνή ενός παιδιού με αυθεντικότητα, χωρίς διδακτισμό.
Η λογοτεχνική του φόρμα είναι παραδοσιακή, αλλά η κοινωνική και πολιτισμική του επίδραση είναι αδιαμφισβήτητη. Αποτέλεσε τομή στη λογοτεχνία για νέους, ανοίγοντας τον δρόμο για ρεαλιστικές αφηγήσεις που μιλούν ειλικρινά για την εφηβεία. Παρά τις λογοκρισίες και τις αντιδράσεις που δέχτηκε, διαβάζεται μέχρι σήμερα ως κλασικό κείμενο ενηλικίωσης. Για πολλούς εφήβους, το βιβλίο λειτούργησε ως καθρέφτης των πιο προσωπικών τους ανησυχιών. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Ομαδικό πορτραίτο με μια κυρία (Χάινριχ Μπελ – 1971) Εξετάζει τη γερμανική ιστορία μέσα από τη ζωή μιας ασυνήθιστης γυναίκας. Είναι μια συλλογική τοιχογραφία της Γερμανίας ως πορτραίτο του 20ού αιώνα. Είναι παραδοσιακό στη δομή του, αλλά βαθύ σε θεματική ανάλυση.

Η ιστορία εστιάζει στη ζωή της Λένι, μιας Γερμανίδας που γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και η μοίρα της συνδέεται άρρηκτα με την ταραχώδη ιστορία της Γερμανίας: τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, τον ναζισμό, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μεταπολεμική εποχή. Η αφήγηση υιοθετεί τη μορφή ενός «πορτραίτου» με καυστική σάτιρα και κοινωνικό προβληματισμό: ο αφηγητής συγκεντρώνει πληροφορίες από ανθρώπους που γνώρισαν τη Λένι, παρουσιάζοντάς την μέσα από πολλαπλές οπτικές.
Η Λένι αναδεικνύεται σε συμβολική φιγούρα: μια γυναίκα που υπέστη τις συνέπειες της ιστορίας, αλλά και που μέσα από την απλότητά της και την αντοχή της φανερώνει την ηθική δύναμη του «κοινού ανθρώπου».

Ο Μπελ, με έντονη ανθρωπιστική διάθεση, προβάλλει την αξία της αλληλεγγύης και της αξιοπρέπειας απέναντι σε απάνθρωπα καθεστώτα.
Η λογοτεχνική σημασία του έργου έγκειται στο ότι αποτυπώνει με σαφήνεια τη γερμανική ενοχή και τη μνήμη της καταστροφής. Η τεχνική της πολυφωνικής αφήγησης, που συνδυάζει καταθέσεις, έγγραφα και μαρτυρίες, το καθιστά καινοτόμο ως προς τη μορφή. 

Η Μέρα του Τσακαλιού (Φρέντερικ Φορσάιθ – 1971) Καθιέρωσε το συγγραφέα ως ένα σημαντικό εκπρόσωπο κατασκοπευτικών θρίλερ.

Η υπόθεση εκκινεί από ένα ιστορικό γεγονός: την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του στρατηγού Ντε Γκωλ από την οργάνωση OAS, που αντιδρούσε στην ανεξαρτησία της Αλγερίας. Στο μυθιστόρημα, οι συνωμότες, αποφασισμένοι να εξοντώσουν τον Γάλλο πρόεδρο, προσλαμβάνουν έναν επαγγελματία δολοφόνο, γνωστό μόνο με το κωδικό όνομα «Τσακάλι». Από εκεί ξεκινά ένα ανελέητο κυνηγητό ανάμεσα στον ανώνυμο, ψυχρό εκτελεστή και τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες.
Η δομή του βιβλίου είναι υποδειγματική: ο Φορσάιθ συνδυάζει την ακρίβεια της δημοσιογραφικής έρευνας με την ένταση της μυθοπλασίας. Οι λεπτομερείς περιγραφές της οργάνωσης, της προετοιμασίας του εγκλήματος και των αντιμέτρων της αστυνομίας δημιουργούν μια αίσθηση αυθεντικότητας που γοητεύει τον αναγνώστη.
Η λογοτεχνική σημασία του έργου βρίσκεται στη συμβολή του στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτικού θρίλερ. Έθεσε νέο πρότυπο για τον ρεαλισμό και τη δραματουργία του είδους, επηρεάζοντας αμέτρητους συγγραφείς. Ταυτόχρονα, φανερώνει την ανησυχία μιας εποχής γεμάτης πολιτική βία και τρομοκρατικές απειλές. Ο ψυχρός επαγγελματισμός του «Τσακαλιού» και η σχεδόν γραφειοκρατική αποτελεσματικότητα της αστυνομικής μηχανής σκιαγραφούν έναν κόσμο όπου η ηθική χάνεται μέσα στην αποτελεσματικότητα.

Το έργο απέκτησε μυθική διάσταση και μέχρι σήμερα θεωρείται υπόδειγμα αφηγηματικής έντασης και τεχνικής ακρίβειας στον χώρο του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bell.

Σημείωση για τον πολυπολιτισμικό μεταμοντερνισμό της περιόδου 1970 - 1991: Η αποδόμηση, ειρωνεία, ανάμειξη ειδών και οι δυσοίωνες προβλέψεις της επιστημονικής φαντασίας ήταν τα χαρακτηριστικά της εποχής: εκπρόσωποι της οι Γιόνσον, Περέκ, Μπόρχες, Καλβίνο, Μάρκες, Κοέλιο, Έκο, Ρούσντι, Κούντερα Ρόμπινς. Παράλληλα οι λογοτεχνικές δημιουργίες από Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική που προηγούμενα ήταν η εξαίρεση γίνονται πολυπληθέστερες και συνθέτουν ένα παγκόσμιο μωσαϊκό. Η λογοτεχνία ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και μιλάει σε παγκόσμιο κοινό. Στο παιχνίδι του κόσμου συμμετέχουν όλο και πιο πολλοί ετερόκλητοι παίκτες. 

Κατά τη περίοδο της περεστρόικα στην ΕΣΣΔ (1985 – 1991) επιπρόσθετα των ήδη γνωστών συγγραφέων (Ζαχάροφ, Σολζενίτσιν, Γκορμπανέφσκαγια, Σολούχιν κ.α.), μερικοί προγενέστεροι συγγραφείς απέκτησαν τεράστια δημοτικότητα, όπως ο Βαλεντίν Ρασπούτιν (είχε γράψει το «Ζήσε και θυμήσου» το 1974), ο Σάσα Σόκολοβ (Sasha Sokolov), Ρώσος που είχε μεταναστεύσει στο Καναδά (είχε γράψει τη «Σχολή για ηλίθιους» το 1976) και ο Σεργκέι Ντοβλάτοφ (Sergei Dovlatov), επίσης Ρώσος που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ («Ο συμβιβασμός» - 1981 & «Η βαλίτσα» - 1986). 

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ (1991) και των άλλων σοσιαλιστικών κρατών ήταν ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας. Όμως δεν έφερε την λογοτεχνική αναγέννηση ελευθερίας και δημιουργία που πολλοί προέβλεπαν. Σε αρκετούς φαίνεται παράδοξο και απρόσμενο. Είναι όμως έτσι; Σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, δεν έφερε το τέλος των παγκόμιων συγκρούσεων, ούτε ολόπλευρη κοινωνική ανάπτυξη στα κράτη που προέκυψαν και - πολύ περισσότερο - για το θέμα που εξετάζουμε, αντί για «άνοιξη», λογοτεχνικό χειμώνα. Θα το εξετάσουμε όμως πιο αναλυτικά αυτό στην επόμενη ενότητα

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Μικρά γράμματα (του Δ.Βασιλείου)

Ανρί Ματίς. Η χαρά της ζωής 1906

Και τώρα που τέλειωσαν οι μεγάλες γιορτές, οι μεγάλες ευχές και τα μεγάλα λόγια, ας μιλήσουμε για τα μικρά ... ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! (Δ.Βασιλείου)

ΜΙΚΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ



 

Η ποίηση και η αγάπη


γράφονται με μικρά γράμματα


για να χωράνε παντού, 


ως το μεδούλι του ανθρώπου, 


στους καημούς και στις χαρές του.

 

 

 

Να αποφεύγεις τα μεγάλα γράμματα,


δεν ξέρουν από αγάπη και ποίηση.

 

 

24.12.2025