Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παμούκ Ο.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παμούκ Ο.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

1998 - 1999: Ιδιαίτερα λογοτεχνικά έργα λίγο πριν τη νέα χιλιετία

Με λένε κόκκινο (Ορχάν Παμούκ – 1998) Είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, μια φιλοσοφική εξερεύνηση και ένας διαλογισμός για τη φύση της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Η πλοκή αναπτύσσεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του 16ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Γ' και περιστρέφεται γύρω από μια ομάδα μικροπαραγωγών. Είναι μοναδικό στο ότι εξιστορεί από πολλές απόψεις, με κεφάλαια που αφηγούνται διάφοροι χαρακτήρες, όπως ένα νεκρό πτώμα, ένα νόμισμα, ένα σχέδιο ενός δέντρου, ένας σκύλος ακόμη και το ίδιο το κόκκινο χρώμα. Αυτή η πειραματική αφηγηματική δομή δημιουργεί μια αίσθηση μυστηρίου και αντανακλά τα περίπλοκα θέματα του βιβλίου. Η τεχνική της αφήγησης αμφισβητεί τις συμβατικές γραμμικές αφηγήσεις και καλεί τον αναγνώστη να ασχοληθεί με έναν πιο φιλοσοφικό και στοχαστικό τρόπο.

Εμβαθύνει σε ουσιαστικά θέματα: τη σύγκρουση μεταξύ ισλαμικής παράδοσης και δυτικού ατομικισμού, τη φύση της τέχνης και της μιμητικής, τη σχέση τέχνης και προσωπικότητας, τον φόβο της βλασφημίας, την πιστή αγάπη και τη ζήλια. «Τελικά παραμένει το ερώτημα αν βλέπουμε με τον κόσμο με όρους πραγματικότητας ή συμβολισμών».

Ο Παμούκ χρησιμοποιεί την πρωτότυπη πολυφωνική αφήγηση, δίνοντας φωνή ακόμη και στο κόκκινο χρώμα. Η δομή μοιάζει με μια αστυνομική υπόθεση, αλλά είναι στην πραγματικότητα ένα δίχτυ φιλοσοφικών διαλόγων. Το βιβλίο είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας των τελευταίων δεκαετιών, ένα κλειδί για την κατανόηση του σύγχρονου τουρκικού μυθιστορήματος που ανέδειξε τον Παμούκ στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα. Παραμένει ένα ευρέως μελετώμενο και αναφερόμενο έργο.  

Ιερές υποσχέσεις (U Sam Oeur – 1998) Ποιητική συλλογή που με αυθεντική, τραυματική και ανθεκτική φωνή αποκαλύπτει μια ιστορία που σπάνια ακούγεται στη δυτική λογοτεχνία, την Καμποτζιανή γενοκτονία.

Ένα θεμελιώδες κείμενο της μετα-πολεμικής και μετα-γενοκτονίας λογοτεχνίας. Δίνει φωνή σε έναν λαό που υπέφερε απίστευτα και επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο η ποίηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία και ιατρείο. Ασχολείται με τα πιο σκοτεινά βάθη της ανθρώπινης φύσης: γενοκτονία, τραύμα, επιβίωση, απώλεια πολιτιστικής κληρονομιάς και αναζήτηση για ελπίδα μέσα στην καταστροφή.

Ως ένα από τα λίγα κείμενα που γράφτηκαν από έναν επιζώντα της γενοκτονίας των Κόκκινων Χμερ στα αγγλικά, η αξία του ως ιστορικού και λογοτεχνικού εγγράφου είναι ανυπολόγιστη και διαχρονική.

Αρκτική παγίδα (Νταν Μπράουν - 1998) Το απόλυτο παράδειγμα μιας καλογραμμένης, εμπορικής best-seller υπερπαραγωγής που παρουσιάζει μια αυτόνομη ιστορία με θέματα επιστημονικής συνωμοσίας. Αν και λιγότερο γνωστό, το βιβλίο αυτό θεωρείται ένα από τα καλύτερα του Μπράουν λόγω της πιστευτής πλοκής και του καταιγιστικού ρυθμού.        

Γράφτηκε πριν τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» και είναι ένα κλασικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Μια δορυφορική ανακάλυψη της NASA – ένας μετεωρίτης βαθιά στον Αρκτικό πάγο που περιέχει απολιθώματα εξωγήινης ζωής – φαίνεται να είναι η επιστημονική ανακάλυψη του αιώνα. Η μυστική υπηρεσία  στέλνει την αναλύτρια Ρέιτσελ Σέξτον να διερευνήσει και βεβαιώσει το εύρημα. Ωστόσο, όταν η ίδια και η ομάδα της γίνονται στόχος φανατικών δολοφόνων, ανακαλύπτουν ότι η ανακάλυψη είναι μια περίπλοκη απάτη τεράστιων πολιτικών προεκτάσεων. Το βιβλίο είναι ένα δυναμικό μείγμα δράσης, σασπένς και θεωριών συνομωσίας, που εξελίσσεται σε ένα εχθρικό περιβάλλον, θέτοντας ερωτήματα για την αξιοπιστία της κυβέρνησης και της επιστήμης.

Παρά την τεράστια εμπορική του επιτυχία και επιρροή στο εμπορικό θρίλερ, δεν διακρίνεται για την λογοτεχνική του σημασία. Η γλώσσα και η φόρμα του είναι συμβατικές και η θεματική του βαθύτητα είναι περιορισμένη στη ψυχαγωγία. Αξίζει όμως να διαβαστεί.

Το παιχνίδι των τεσσάρων (Σκούρτη, Μουρσελά, Σουρούνη, Τατσόπουλου - 1998) Ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό πείραμα: τέσσερις συγγραφείς, από κοινού, αποτυπώνουν μία εποχή, συνδυάζουν είδη, φωνές, ύφος, καλούν τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι μελέτης όπου η κοινωνία, η ταυτότητα και η αφήγηση δεν είναι στατικές. Αποτυπώνουν την Ελλάδα του ’90 και συνθέτουν ένα μυθιστόρημα, όπου ο έρωτας καταλήγει σε θρίλερ και η περιπέτεια σε παρωδία. Ιλαρές σκηνές διαδέχονται κατεξοχήν δραματικές. Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, ψηφίδα με την ψηφίδα, σχηματίζεται το πορτρέτο του Νεοέλληνα που ακροβατεί πάνω από την καθημερινή παράνοια, τη μιζέρια και το μεγαλείο, καθώς το λυκόφως του αιώνα τον βρίσκει στο κρίσιμο σταυροδρόμι.

Οι τέσσερις συνεργάζονται για τη συγγραφή του συλλογικού έργου, κάτι αρκετά ασυνήθιστο στην ελληνική λογοτεχνία της εποχής. Τα είδη που εμπλέκονται είναι: έρωτας, θρίλερ, παρωδία, περιπέτεια - το είδος της αφήγησης έχει στοιχεία ποικιλίας, ίσως και πειραματισμού. Η μετάβαση από την κωμική σκηνή στην τραγική/δραματική συμβάλλει στην αίσθηση της σύγχυσης και της αστάθειας της εποχής.

Ορισμένα από τα βασικά θέματα εντός του κειμένου είναι: Η ταυτότητα του «Νεοέλληνα», που παλεύει με αντιφατικές δυνάμεις. Η «μετάβαση στη νέα χιλιετία» . Η έννοια του παιχνιδιού, με τις ανθρώπινες σχέσεις σαν παιχνίδι που έχει ρίσκο, ρόλους και αναπόφευκτους μετασχηματισμούς. Ο έρωτας ως κινητήρια δύναμη αλλά και ως θρίλερ  με ένταση, κινδύνους, «παράνοια». Το μεταμοντέρνο στοιχείο που εκφράζεται με τη παρωδία, το παιχνίδι με είδη (θρίλερ/περιπέτεια), την αφήγηση που δεν ακολουθεί μόνο το «σοβαρό» μονοπάτι.

Το βιβλίο εμφανίζεται ως συνέχεια ή αναφορά σε μία παλαιότερη συλλογική προσπάθεια («Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων» των Βενέζη, Καραγάτση, Μυριβήλη και Τερζάκη). Με αυτό τον τρόπο, η «συλλογική συγγραφή» γίνεται μέσο για να σχολιαστεί η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όχι απλώς ως ατομική φωνή αλλά ως φωνές πολλών. Αυτό προσδίδει στο έργο μια μετα-λογοτεχνική διάσταση: δεν περιγράφει απλώς την κοινωνία, αλλά και «μελετά» τον τρόπο που αυτή λειτουργεί.

Ο συνδυασμός πολλών συγγραφέων (πριν και πρόσφατα) σε ένα έργο δημιουργεί ποικιλία ύφους και φωνής. Αυτό μπορεί να είναι τόσο πλεονέκτημα  - ποικιλία - όσο και πρόκληση - έλλειψη ομοιογένειας. Το είδος της αφήγησης: η μετάβαση από την κωμωδία στον θρίλερ, η παρωδία, η ανατροπή των προσδοκιών - όλα αυτά συνθέτουν ένα μεταμοντέρνο ύφος, δείγμα της ελληνικής πεζογραφίας των ’90s που πειραματίζεται. Η θεματολογία της «μεταβατικής εποχής», η αναζήτηση ταυτότητας σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο, η απόπειρα να περιγραφεί ο «Νεοέλληνας» και οι αντιφάσεις του καθιστούν  το έργο σημαντικό από κοινωνικής και πολιτισμικής σκοπιάς.

Το έργο μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος του ρεύματος της ελληνικής πεζογραφίας της δεκαετίας του ’90, που επιχειρεί ανοίγματα προς πιο πειραματικά ύφη, κοινωνική κριτική και ανάμειξη ειδών (genre-blending). Η συλλογική συγγραφή ενθαρρύνει την ανάγνωση του μυθιστορήματος όχι ως ενός ενιαίου έργου «αφήγησης» ενός συγγραφέα αλλά ως πολυφωνίας - αυτό συνιστά μία πρόσκληση προς τον αναγνώστη να αντιληφθεί την αφήγηση ως δίκτυο φωνών και προοπτικών. Μπορεί να λειτουργεί ως υπόβαθρο για μελέτη της «μετα-μοντέρνας» ελληνικής λογοτεχνίας, της σχέσης κοινωνίας-κειμένου, και της λογοτεχνίας που παίζει με τον χρόνο (διάβαση αιώνα) και την ταυτότητα. Σε όλα αυτά έγκειται κυρίως η λογοτεχνική του σημασία.

Ο αιώνας μου (Γκύντερ Γκρας – 1999) Θεωρείται η κορύφωση του έργου του συγγραφέα. Είναι μια φιλόδοξη και μνημειώδης προσπάθεια να συνοψιστεί ένας ολόκληρος αιώνας γερμανικής και ευρωπαϊκής ιστορίας με καινοτόμο τρόπο.

Είναι μια συλλογή από 100 ιστορίες, μία για κάθε χρόνο του 20ου αιώνα. Κάθε ιστορία αφηγείται από έναν διαφορετικό, συχνά ασήμαντο, μάρτυρα της, δημιουργώντας μια "ιστορία από κάτω" που αποδομεί τις μεγάλες αφηγήσεις και τα καθεστηκυία παραμύθια. Ασχολείται με το βάρος της ιστορίας, τη γερμανική ενοχή, τους πολέμους, την τεχνολογική πρόοδο και την ανθρώπινη εμπειρία σε εποχές μεγάλων αλλαγών. Είναι μια πλήρης, πολυσχιδής απεικόνιση ενός αιώνα. Κάθε «έτος» λειτουργεί ως τίτλος μιας σύντομης αφήγησης, η οποία - από το βλέμμα ενός αφηγητή / αφηγήτριας διαφορετικού κάθε φορά - καταγράφει είτε την κοινωνική πραγματικότητα, είτε μια προσωπική εμπειρία, είτε μια ιστορική αναφορά στην εποχή. Η σύνδεση της μικροϊστορίας με τη μακροϊστορία είναι βασική: τα γεγονότα (πόλεμοι, τεχνολογικές εξελίξεις, πολιτικές ανακατατάξεις, κοινωνικές μεταβολές) διαθλώνται μέσα από προσωπικές φωνές, με έμφαση όχι στους «Μεγάλους Άνδρες» αλλά στους απλούς ανθρώπους που ζουν «το γίγνεσθαι» του αιώνα.

Η επιλογή του Γκρας να επιμερίσει το αιώνα έτος προς έτος τονίζει δύο πράγματα: αφενός τον ρυθμό της ιστορίας που «τρέχει» και μεταμορφώνει τα πάντα, αφετέρου την αδυναμία του ατόμου να ελέγξει αυτόν τον ρυθμό.

Για τους σημερινούς αναγνώστες, το έργο προσφέρει μια «εικόνα» για το πώς η ατομική ζωή και οι συλλογικές μεταμορφώσεις αλληλοεπιδρούν - με τρόπο που υπογραμμίζει ότι η ιστορία δεν γίνεται μόνο «από» τους ισχυρούς, αλλά κυρίως από τους απλούς ανθρώπους.

Επηρέασε βαθιά τον τρόπο που η λογοτεχνία μπορεί να αγγίξει τη μακροϊστορία μέσω της μικρο-ιστορίας. Είναι ένα κανονικό έργο για τη γερμανική λογοτεχνία του 20ου αιώνα και μια αναφορά στη λογοτεχνική αντιμετώπιση της ιστορίας. Συνδυάζει έμπνευση, αυτοκριτική, και εικαστική αίσθηση, και αξίζει την προσοχή του αναγνώστη όσο αφορά το πώς συλλαμβάνεται η ιστορική μνήμη ως λογοτεχνία. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Οδυσσέας.

Ατίμωση (Disgrace) Τζ. Μ. Κούτσεε – 1999) Ένα από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα για τη σύγχρονη Νότια Αφρική και ένα κλασικό παράδειγμα του πώς η λογοτεχνία μπορεί να αγγίξει τα ανοιχτά πολιτικά και κοινωνικά θέματα μιας χώρας. Προκάλεσε τεράστιο διάλογο και διαμάχη στη Νότια Αφρική και παγκοσμίως για τη μετα-απαρτχάιντ πραγματικότητα. Η επιλογή του τίτλου – «Ντροπή» – υπονοεί το τι χάνει ο ήρωας (την κοινωνική θέση, το κύρος, το σώμα του) αλλά και τι αποκαλύπτεται (οι σχέσεις, η εξουσία, η ενοχή). Η ελληνική μετάφρασή του ως «Ατίμωση» τονίζει το στοιχείο της κοινωνικής περιθωριοποίησης.

Το μυθιστόρημα τοποθετείται στη μετα-απαρτχάιντ Νότια Αφρική. Ο πρωταγωνιστής, ο καθηγητής Ντέιβιντ Λούρι, 52 ετών, χωρισμένος, με μια ρηχή επιθυμία να συνεχίσει τη ζωή του, κάνει σχέση με μια φοιτήτριά του - πράξη που θα σημάνει την πτώση του από τον ακαδημαϊκό του χώρο.
Απομονώνεται κατόπιν στο αγρόκτημα της κόρης του, η οποία ζει στην επαρχία του Κέιπ Τάουν, προσπαθώντας να ανασυντάξει τη ζωή του. Όμως σύντομα εμπλέκεται σε ένα βίαιο περιστατικό (εισβολή, βιασμός, κλοπή) που συνταράσσει τη ζωή τους και φέρνει στο φως πλήθος ηθικών, κοινωνικών και φυλετικών ζητημάτων. Ο μυθιστορηματικός κόσμος του Κούτσεε δεν παρατίθεται με καταγγελτικό τόνο, αλλά μέσα από τη σιωπή, τις σχέσεις και τις απώλειες. Η βία δεν είναι θεαματική, είναι σχεδόν καθημερινή, αλλά η επίδρασή της αντηχεί πολύ πέρα από το περιστατικό. Το έργο ζητά να σκεφτούμε τι σημαίνει «ευπρέπεια», τι σημαίνει «εξουσία», τι σημαίνει «ντροπή» όταν οι κοινωνικές δομές αλλάζουν.

Η καινοτομία του βρίσκεται στην αμείλικτη, συμπυκνωμένη και ψυχρή προσεκτικότητα της γλώσσας του. Ο λόγος του Κούτσεε είναι λιτός αλλά απολύτως καίριος: οι περιγραφές και οι σχέσεις φωτίζονται χωρίς περιττά στολίδια, δίνοντας έμφαση στη συνειδησιακή κατάσταση των προσώπων. Το στυλ του - μικρές σκηνές, ένταση μέσα σε «κανονικό» επίπεδο ζωής, αποδόμηση του «ευπρεπούς» - κάνει το έργο να λειτουργεί τόσο ως κοινωνικό σχόλιο όσο και ως βαθύ ψυχογράφημα. Ο Κούτσεε αποδομεί τις ψυχολογικές και ηθικές βεβαιότητες του πρωταγωνιστή του (και του αναγνώστη) χωρίς συναίσθηση, αναγκάζοντας τον να αντιμετωπίσει άβολες αλήθειες. Εξετάζει με κρίση και αμείλικτο βλέμμα τις φυλετικές και κοινωνικές μεταβολές στη Ν. Αφρική μετά το απαρτχάιντ: τις νέες σχέσεις εξουσίας, το φορτίο της λευκής κληρονομιάς, την έννοια της «ντροπής» (disgrace) ως προσωπικής και συλλογικής. Αυτή την εξερευνά σε όλες της τις μορφές: προσωπική, σεξουαλική, φυλετική, πολιτική και ιστορική. Ασχολείται με την πτώση των προνομίων, την αναζήτηση της λύτρωσης και τη δυνατότητα (ή μη) συγχώρεσης σε ένα διαλυμένο κοινωνικό πλαίσιο.

Σε τελική ανάλυση, είναι ένα έργο-τομή για τη σύγχρονη λογοτεχνία: μία μελέτη για το τέλος της ισχύος, για τη μετάβαση σε έναν κόσμο όπου οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν. Ίσως γι’ αυτό το έργο παραμένει απόλυτα επίκαιρο. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τίτλο «Ατίμωση» το 2002

Generation Π (Βίκτορ Πελέβιν - 1999) Μια προφητική και δαιμονικά έξυπνη πολιτική και πολιτισμική σάτιρα

Είναι ένα εξαιρετικά καινοτόμο και εμβληματικό βιβλίο για τη Ρωσία της μετα-σοβιετικής εποχής, ένα προκλητικό έργο του ρωσικού μεταμοντερνισμού που αποδομεί την πικρή πραγματικότητα του νέου καπιταλιστικού καθεστώτος.

Ο πρωταγωνιστής, Μπαμπιλεν Ταταρσκι, είναι ένας αποτυχημένος ποιητής που βρίσκει δουλειά ως δημιουργός διαφημιστικών σλόγκαν στη νέα, άγρια καπιταλιστική Μόσχα της δεκαετίας του '90. Το βιβλίο, γεμάτο παραισθησιογόνα και αναφορές στη μυθολογία, ακολουθεί την άνοδό του στον κόσμο της μαζικής κουλτούρας και της διαφήμισης, όπου ανακαλύπτει ότι η νέα ρωσική «πραγματικότητα» δημιουργείται τεχνητά από μια μυστικό σουρεαλιστικό μείγμα διαφημιστών, ψυχοτρόπων ουσιών και αρχαίων θεοτήτων, με σκοπό τον έλεγχο του πληθυσμού.

Είναι μια εμπνευσμένη σάτιρα για τον καταναλωτισμό, την πολιτική και την πλήρη αλλοίωση της ταυτότητας στη μετα-κομμουνιστική εποχή. Στη χώρα μας εκδόθηκε το 2003 από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Γαλάζιο λαρδί (Βλαντίμιρ Σορόκιν - 1999) Ένα ριζοσπαστικό, αβάν-γκαρντ έργο τέχνης που προκαλεί και «αποδομεί» την ίδια την ιδέα του λογοτεχνικού κειμένου

Είναι ακραία καινοτόμο στη γλώσσα και τη φόρμα (χρησιμοποιεί γλώσσα του πεζοδρομίου), αλλά η επιρροή του είναι πιο "καταστροφική" για τον κανόνα - είναι ένα αντισυμβατικό έργο που προκαλεί και σπρώχνει τα όρια πέρα από το ανεκτό. Ενώ είναι πολύ σημαντικό, η επιρροή του περιορίζεται πιο πολύ στη ρωσική αβάν-γκαρντ παρά σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το «Γαλάζιο Λαρδί» είναι μια ριζοσπαστική μεταμοντέρνα αποτύπωση της ρωσικής ιστορίας και γλώσσας. Η πλοκή είναι σκόπιμα αποσπασματική και σουρεαλιστική: στο μέλλον, ένα κλιμακούμενο επιστημονικό πείραμα παράγει ένα μυστηριώδες γαλάζιο λίπος, το οποίο μπορεί να αναπαράγει κείμενα ρωσικών κλασικών συγγραφέων. Το βιβλίο περιλαμβάνει τέλεια μιμητικά αποσπάσματα από κλασικούς όπως ο Ντοστογιέφσκι και ο Τσέχωφ, που σιγά-σιγά αποτυπώνονται σε απόλυτη αφηρημένη γλώσσα και σκοτεινές βιολογικές λεπτομέρειες. Στο τέλος, ολόκληρη η γλώσσα αποσυντίθεται σε ένα πρωτόγονο, σωματικό λόγο. Είναι ένα έργο που στοχεύει να καταστρέψει κάθε λογοτεχνική και ιδεολογική παράδοση, προκαλώντας τον αναγνώστη με την απόλυτη απόρριψη της αφήγησης και της λογικής.

Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές
(Έρση Σωτηροπούλου - 1999) 
«Ήταν ένα καλοκαίρι ουρανοκατέβατο. Οι λέξεις είχαν χάσει το νόηµά τους. Όλα πήγαιναν στραβά». 
Η Λία νοσηλεύεται επί µήνες έχοντας προσβληθεί από θανατηφόρο ιό. Ο µικρότερος αδελφός της Σιντ θα ήθελε να είναι Αµερικανός ήρωας για να ξέρει πάντα τι να κάνει. Η Τζούλια κάνει παρέα µόνο µε γκέι και είναι σχεδόν πάντα λυπηµένη. Ο Σωτήρης, νοσοκόµος της Λίας, γίνεται βίαιος χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιεί. Η δωδεκάχρονη Νίνα νιώθει ολοµόναχη και αγνοεί ότι η ζωή της κινδυνεύει από τον Σωτήρη.

Τέσσερις νέοι άνθρωποι και ένα παιδί, λίγο πριν από τον ερχοµό του 21ου αιώνα, προσπαθούν να υπερβούν τον εαυτό τους και να ζήσουν σ’ έναν παράλογο κόσµο. Καθώς µια µάινα τσιρίζει µονότονα «Γεια σου, Μαρία», οι διαδροµές τους διαπλέκονται µε ζιγκ ζαγκ µέσα από συµπτώσεις, φάρσες, προδοσίες και µικρές ή µεγαλύτερες συνωµοσίες. Και διαπιστώνουν ότι η ζωή µπορεί να γίνει πολύ πιο παράξενη από όσο διανοούνται.

Το βραβευµένο και πολυµεταφρασµένο µυθιστόρηµα της Έρσης Σωτηροπούλου ήρθε αντιµέτωπο µε τη λογοκρισία και κατηγορήθηκε για «χυδαιότητα, βωµολοχία και πορνογραφία», όταν το 2008 ζητήθηκε µε δικαστική απόφαση η απόσυρσή του από τις σχολικές βιβλιοθήκες (https://www.lifoshop.gr/product/zigk-zagk-stis-nerantzies/)