Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Ανοιχτά βιβλία (Δ.Βασιλείου)


Όλα
εκείνα τα βιβλία, μεγάλα και  μικρά ,

που σ’ έμαθαν το σύμπαν και τον άνθρωπο να νιώθεις,

να μην τα παρατάς σε ράφια πάνω σκονισμένα


και μην τα προσκυνάς σαν εικονίσματα αγίων,


ούτε αχάριστα να λες “περάσαν όσα γράφουν”.


 

Ν’ αφήνεις τα βιβλία ανοιχτά, να σου φωτίζουν


τους νέους, δύσκολους, που μόνος σου θ’ ανοίγεις, δρόμους.


 02.11.2026 

Ουκρανία: Η Υπαρξιακή Καταστροφή και οι Γεωπολιτικές Σκιές (Mark Bessarabian)

Το επικίνδυνο γεωπολιτικό παιχνίδι μεταξύ των ΗΠΑ, Ευρώπης και Ρωσίας έγινε πεδίο μάχης με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το Φεβρουάριο του 2022 και του πολέμου μεταξύ της Ρωσίας από τη μια και της Ουκρανίας, που υποστηρίζεται από την Δύση, από την άλλη. Ένας πόλεμος που αν η Δύση ήθελε θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Η πιο ζοφερή πλευρά κάθε πολέμου είναι τα ανθρώπινα θύματα. Ο πόλεμος αυτός έχει προκαλέσει την μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση στη σύγχρονη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία. Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, οι συνολικές στρατιωτικές απώλειες (νεκροί και τραυματίες) εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 2.000.000 άτομα. Η πραγματική έκταση των ανθρωπίνων θυμάτων παραμένει δύσκολο να υπολογιστεί με απόλυτη ακρίβεια λόγω της μυστικότητας, που τηρούν οι εμπόλεμες πλευρές.

Πέρα από τα θύματα των στρατιωτικών απωλειών, η ανθρωπιστική κρίση σε έναν πόλεμο αποτελείται από ένα πλέγμα αλληλένδετων παραγόντων, που απειλούν άμεσα την επιβίωση, την υγεία και την αξιοπρέπεια των πληθυσμών, που είναι οι μαζικές απώλειες και βία κατά αμάχων, οι θάνατοι και τραυματισμοί, οι παραβιάσεις ανθρωπιστικού δικαίου, ο αναγκαστικός εκτοπισμός πληθυσμών δηλαδή οι πρόσφυγες που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους για να σωθούν, οι εσωτερικά εκτοπισμένοι, η κατάρρευση του συστήματος υγείας, η καταστροφή ζωτικών υποδομών, επισιτιστική ανασφάλεια και λιμός, κατάρρευση του κράτους και των κοινωνικών δομών.

Η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία και η κλιμάκωση των επιθέσεων σε αστικά κέντρα και ενεργειακές υποδομές συνεχίζει να αυξάνει τον αριθμό των θυμάτων καθημερινά, επιτείνοντας το δράμα εκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν εκτοπιστεί ή ζουν υπό το καθεστώς του πολέμου.

Η προσφυγική κρίση πριν και μετά από το 2022 και ο εξαναγκαστικός εκτοπισμός του ουκρανικού πληθυσμού ξεπερνά τα 10 εκατομμύρια άτομα, περίπου το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Υπολογίζεται ότι οι Ουκρανοί που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, σε ασφαλέστερες περιοχές της χώρας είναι περίπου 3,7 έως 4 εκατομμύρια, ενώ στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι περίπου 4,43 εκατομμύρια και στην Ρωσία υπολογίζεται ότι βρίσκονται από 1,5 έως 5,2[1] εκατομμύρια.

Η ανθρωπιστική κρίση συνοδεύεται και από την δημογραφική κατάρρευση της Ουκρανίας. Ο υπουργός Κοινωνικής Πολιτικής, Οικογένειας και Ενότητας της Ουκρανίας, Ντενίς Ουλιούτιν (Denys Uliutin), δήλωσε επίσημα τον Μάιο του 2026 ότι ο πραγματικός πληθυσμός που διαβιεί στα εδάφη που ελέγχονται από το Κίεβο έχει υποχωρήσει στα 22 έως 25 εκατομμύρια. Όταν η Ουκρανία κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1991 είχε σχεδόν 52 εκατομμύρια κατοίκους. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε περίπου 35 χρόνια, η χώρα έχει χάσει πάνω από το μισό του πληθυσμού της.

Η δημογραφική αυτή συρρίκνωση της Ουκρανίας δεν οφείλεται μόνο στις άμεσες απώλειες του πολέμου_ εκτός από τις στρατιωτικές απώλειες στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω και τους επιβεβαιωμένους, από την Αποστολή Παρακολούθησης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στην Ουκρανία (HRMMU)[2] τουλάχιστον 17.605 νεκρούς και 55.846 τραυματίες αμάχους_ αλλά σε έναν συνδυασμό παραγόντων, που επιδεινώθηκαν ραγδαία, όπως το ιστορικό χαμηλό στις γεννήσεις, ο δείκτης θνησιμότητας έναντι των γεννήσεων, που σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για το πρώτο εξάμηνο του 2026[3] οι θάνατοι είναι πλέον σχεδόν τετραπλάσιοι από τις γεννήσεις και ο δείκτης γονιμότητας κυμαίνεται μεταξύ 0,94 και 1,0 ανά γυναίκα, επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τον εκτοπισμό κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη μετανάστευση.

Ενδεικτικά το 2013 δηλ. την τελευταία χρονιά σχετικής δημογραφικής σταθερότητας, πριν από τα γεγονότα του Euromaidan και την προσάρτηση της Κριμαίας, η Ουκρανία κατέγραφε 503.657[4] γεννήσεις, το 2021 την χρονιά ακριβώς πριν από τη ρωσική εισβολή είχε 273.772 γεννήσεις, ενώ το 2025 μόνο 168.778 γεννήσεις[5].

Η απώλεια των εδαφών, σε συνδυασμό με τη μόνιμη εγκατάσταση των προσφύγων στο εξωτερικό, μετατρέπει τη δημογραφική κρίση από μια παράπλευρη απώλεια του πολέμου στο μεγαλύτερο υπαρξιακό πρόβλημα της μεταπολεμικής Ουκρανίας.

Η μαζική φυγή της νεολαίας είναι τεράστια, το μεγαλύτερο μέρος των εκατομμυρίων προσφύγων που διέφυγαν στο εξωτερικό αποτελείται από γυναίκες αναπαραγωγικής και εργάσιμης ηλικίας μαζί με τα παιδιά τους. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, οι έρευνες διεθνών οργανισμών (όπως η UNHCR) δείχνουν ότι το ποσοστό των προσφύγων που σκοπεύει να επιστρέψει μειώνεται συνεχώς, απειλώντας τη χώρα με μόνιμη απώλεια του παραγωγικού της ιστού. Η μόνιμη απώλεια του πιο δυναμικού κομματιού της κοινωνίας στερεί από τη χώρα τη δυνατότητα φυσικής αναπλήρωσης του πληθυσμού της.

Αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα επιβεβαιώνουν οι έρευνες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (UNHCR[6]) για τους Πρόσφυγες και άλλων διεθνών ινστιτούτων[7], με κυριότερο χαρακτηριστικό τη «ρίζα» που αποκτούν πλέον οι πρόσφυγες στο εξωτερικό. Στο ξεκίνημα του πολέμου, οι περισσότεροι δήλωναν ότι θέλουν να επιστρέψουν μόλις τελειώσουν οι εχθροπραξίες. Σήμερα όμως, όσο ο πόλεμος παρατείνεται, η επιθυμία αυτή εξασθενεί δραματικά. Οι τακτικές εκθέσεις της UNHCR και οι αναλύσεις του ΟΟΣΑ[8] πιστοποιούν την κατακόρυφη πτώση στην πρόθεση επιστροφής.

Ενώ το 2022 το 83% των Ουκρανών προσφύγων εξέφραζε την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 76% το 2023 και μειώθηκε σημαντικά στο 61% το 2024, καταγράφοντας έκτοτε συνεχή πτωτική πορεία κάτω από το όριο του 60%. Η τάση αυτή αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην ενσωμάτωση στις κοινωνίες υποδοχής, όπως στη Γερμανία και την Πολωνία. Πλέον, οι γυναίκες έχουν βρει εργασία, τα παιδιά φοιτούν σε ευρωπαϊκά σχολεία και η εκμάθηση των τοπικών γλωσσών διευκολύνει την καθημερινότητά τους.

Οι δημογράφοι προειδοποιούν για το φαινόμενο της «αντίστροφης οικογενειακής επανένωσης». Εκτιμάται ότι με τη λήξη του πολέμου και την άρση της επιστράτευσης, το επικρατέστερο σενάριο δεν είναι η επιστροφή των γυναικών στην Ουκρανία, αλλά η μετανάστευση των συζύγων τους προς την Ευρώπη προκειμένου να επανενωθούν με τις οικογένειές τους[9].

Με τη νεολαία να βρίσκεται στο εξωτερικό και τις γεννήσεις στο ναδίρ, η Ουκρανία μετατρέπεται ραγδαία σε μία από τις πιο γηρασμένες χώρες του κόσμου. Ο παραγωγικός ιστός συρρικνώνεται δραματικά. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κεφάλαια για την ανοικοδόμηση, θα λείπει το εργατικό και επιστημονικό δυναμικό που απαιτείται για την υλοποίησή της. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO) εκτιμά ότι η Ουκρανία θα χρειαστεί επιπλέον 8,6 εκατομμύρια εργαζομένους τα επόμενα χρόνια για να καλύψει το κενό της ανοικοδόμησης.[10]

Οι ελλείψεις στο μέτωπο οδήγησαν τα ουκρανικά κέντρα στρατολόγησης σε βίαιες προσαγωγές ανδρών. Η πρακτική αυτή, γνωστή στην ουκρανική αργκό ως Busification (Λεωφορειοποίηση), εμφανίστηκε σποραδικά το 2022, οργανώθηκε συστηματικά το 2023 και πλέον αποτελεί τον κύριο μηχανισμό επιστράτευσης. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την έντονη άρνηση της κοινωνίας να θυσιαστεί στον βωμό των «ευρωπαϊκών αξιών» και της κυβέρνησης Ζελένσκι, τη στιγμή που υψηλόβαθμα στελέχη της, ακόμη και από το πιο στενό περιβάλλον του Προέδρου, αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες για εκτεταμένη διαφθορά.

Στην πράξη, ένστολοι ή με πολιτικά αξιωματικοί των κέντρων στρατολόγησης εντοπίζουν άνδρες σε δρόμους, στάσεις λεωφορείων και καταστήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, παραβιάζουν τις πόρτες των σπιτιών τους, τους απαγάγουν και τους επιβιβάζουν με τη βία σε βαν, χωρίς καμία προειδοποίηση ή επίσημα έγγραφα, μεταφέροντάς τους απευθείας στα κέντρα κατάταξης. Συχνά οι άνδρες αυτοί οδηγούνται στο μέτωπο με χειροπέδες, όπως αποτυπώνεται σε πολυάριθμα βίντεο που κυκλοφορούν ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο Telegram.

Η πρακτική έχει καταγγελθεί ως συστημική παραβίαση δικαιωμάτων από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη και από τον Ουκρανό Κοινοβουλευτικό Επίτροπο και το Συμβούλιο της Ευρώπης, λόγω σωματικού καταναγκασμού, έλλειψης νομικής εκπροσώπησης και στράτευσης προσώπων με ιατρική απαλλαγή.

Το εν λόγω φαινόμενο είναι αποτέλεσμα των υψηλών απωλειών (μέχρι και 27.000 το μήνα, σύμφωνα με δηλώσεις του πρωθυπουργού της Πολωνίας κ. Τουσκ[11]), της κατακόρυφης πτώσης εθελοντών, σοβαρού ελλείμματος στρατιωτών, κόπωσης στο μέτωπο και εκτεταμένης αποφυγή στράτευσης όπου Ουκρανοί, κυρίως νέοι, που υπόκεινται σε στράτευση κρύβονται, διέφυγαν ή προσπαθούν να διαφύγουν παράνομα από τη χώρα. Αυτό ανάγκασε τα γραφεία στρατολόγησης να εγκαταλείψουν τις παραδοσιακές γραπτές κλήσεις —τις οποίες οι περισσότεροι απλώς αγνοούσαν— και να καταφύγουν σε αιφνιδιαστικές και βίαιες επιχειρήσεις στρατολόγησης.

Μετά από 4,5 χρόνια πολέμου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δείχνουν να παραβλέπουν ή να αδιαφορούν για τη δημογραφική κρίση της Ουκρανίας, η οποία εξελίσσεται πλέον σε δημογραφική καταστροφή και υπαρξιακή απειλή για τη χώρα. Αντίθετα, εμμένοντας στο αφήγημά τους, ενθαρρύνουν το Κίεβο να συνεχίσει τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Προτάσσουν ιδεολογήματα όπως η «υπεράσπιση της δημοκρατίας και των ευρωπαϊκών αξιών», αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιούν την Ουκρανία ως γεωπολιτικό προπύργιο, χωρίς οι ίδιοι να υφίστανται το άμεσο ανθρώπινο κόστος.

Παράλληλα, η κυβέρνηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι κατηγορείται ότι παρατείνει τη σύγκρουση με σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας της και την εξυπηρέτηση της πολιτικής της ατζέντας, αδιαφορώντας για την εξάντληση και την καταστροφή του ουκρανικού λαού. Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ουκρανός πρόεδρος επανέλαβε τα τετριμμένα επιχειρήματα ότι οι Ουκρανοί προστατεύουν τη φυσική ασφάλεια ολόκληρης της Ευρώπης. Ωστόσο, προχώρησε και σε μια έμμεση απειλή, αξιώνοντας επιπλέον 70 δισεκατομμύρια ευρώ. Με μια δραματική προειδοποίηση, τόνισε ότι σε περίπτωση ήττας της Ουκρανίας, έως και 20 εκατομμύρια[12] Ουκρανοί πρόσφυγες θα αναγκαστούν να καταφύγουν στην Ευρώπη, προκαλώντας μια πρωτοφανή ανθρωπιστική και οικονομική κρίση.

Όμως, τελικά παρά τον ισχυρισμό των Ευρωπαίων ότι η βοήθειά τους αποσκοπεί στη σωτηρία της Ουκρανίας, ο πόλεμος αυτός έχει οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση των εσόδων και των κερδών για τις αμυντικές βιομηχανίες των ΗΠΑ και, κυρίως, της Ευρώπης[13]. Έτσι ο πόλεμος αυτός έχει μετατραπεί σε μια οικονομικά επικερδή επιχείρηση για τις αμυντικές βιομηχανίες εις βάρος των ευρωπαίων φορολογουμένων και της ίδιας της επιβίωσης της Ουκρανίας.

Η άρνηση των Ευρωπαίων ηγετών να συνομιλήσουν απευθείας με τη Μόσχα, σε συνδυασμό με τις συνεχείς επαφές τους με τον Ζελένσκι, ενισχύει την πιθανότητα να επιβεβαιωθεί το «παράδοξο της φθοράς». Η ευρωπαϊκή στρατηγική επιδιώκει τη στρατιωτική αποδυνάμωση της Ρωσίας, με σκοπό να την οδηγήσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς τη δυνατότητα επιβολής των δικών της όρων. Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος είναι να επέλθει η δημογραφική και ολοκληρωτική καταστροφή της Ουκρανίας πολύ πριν καμφθεί η Μόσχα.


[1] Σύμφωνα με το ТАСС (30/01/2023) στην Ρωσία κατέφυγαν πάνω από 5,2 εκατ. πρόσφυγες από την Ουκρανία εκ των οποίων 733 χιλιάδες ήταν παιδιά.